Το προηγούμενο βράδυ είχε αφήσει ένα ανεξίτηλο σημάδι πάνω του. Ένα μεγάλο και βαθύ σημάδι. Το πρωινό ξύπνημα δεν ήταν απλά δύσκολο – ήταν ανυπόφορο. Πώς μπορείς να σηκωθείς και να αντιμετωπίσεις τον κόσμο όταν ξέρεις ότι δεν είσαι πια τόσο δυνατός όσο χθες; Όταν ξέρεις ότι δε χρειάζεται τίποτα παραπάνω από μία λάθος κίνηση για να βρεθείς στο καναβάτσο, ταπεινωμένος από τον αντίπαλό σου και με δεκάδες ζευγάρια μάτια να σε κοιτάζουν με ένα θανατηφόρο μείγμα οίκτου και χλευασμού;

Εκείνη δεν ήταν εκεί. Είχε φύγει νωρίτερα. Ανησυχούσε πια γι’αυτήν. Αν φοβόταν αυτός, ένας ώριμος άνδρας, τότε εκείνη θα ήταν τρομοκρατημένη. Θα έπρεπε να είναι. Θα ήταν η μόνη λογική αντίδραση.

Χρειαζόταν αέρα. Έστω τον ρυπαρό, επικίνδυνο αέρα της πόλης. Κάτι να γεμίσει τα πνευμόνια του, κι ας ήταν και φονικό. Κάτι να τινάξει τα μαλλιά του προς τα πίσω, ένα αόρατο χέρι να τον ακουμπήσει στην πλάτη. Ένιωθε πως πνιγόταν. Φόρεσε τα πρώτα ρούχα που βρήκε μπροστά του, πήρε ένα μαχαίρι από το συρτάρι της κουζίνας και, κρατώντας την αναπνοή του, βγήκε από το σπίτι και μόνο τότε πήρε ανάσα. Τον έπιασε βήχας, λες και ο οργανισμός του δεν ήθελε να δεχτεί μέσα του τον αέρα. Μέχρι που τον συνήθισε και ο βήχας υποχώρησε.

Τίποτα δεν έμοιαζε πια το ίδιο όπως χθες. Κι αν ο γείτονας ήταν με τους Άλλους; Δεν τον ήξερε άλλωστε και τόσο καλά. Ή η φαρμακοποιός στη γωνία; Πάντα τον κοιτούσε με μισό μάτι. Αλλά και οι περαστικοί του φαίνονταν εχθρικοί, σαν να ήταν έτοιμοι για καυγά. Προχωρούσε με το κεφάλι σκυμμένο, αποφεύγοντας να διασταυρώνει το βλέμμα του με οποιονδήποτε. Είχε τα χέρια του στις τσέπες του μπουφάν, κρατώντας σφιχτά στην αριστερή του τσέπη το μαχαίρι. Φοβόταν ότι θα αναγκαζόταν να το χρησιμοποιήσει.

Ο δρόμος τον έβγαλε στον σταθμό του τρένου. Παλιά του άρεσε πολύ το ταξίδι με το τρένο, του άρεσε να κοιτάζει τους άλλους επιβάτες και να μαντεύει την ιστορία τους, τις σκέψεις τους, τη ζωή τους ολόκληρη. Τώρα τον τρομοκρατούσε αυτό το παιχνίδι. Κι αν αυτός που κοιτούσε ήταν ένας από τους Άλλους; Πώς θα τους ξεχώριζε; Ήταν πιο ασφαλές να χωθεί στο μπουφάν του και να κρυφακούει τις συζητήσεις των άλλων χωρίς να κοιτάει γύρω του.

– Άκουσες γι’αυτόν που αυτοκτόνησε; Τι δειλός, τι ανθρωπάκι. Αντί να παλέψει, λιποψύχησε. Και όχι μόνο αυτό, πήγε και το έκανε στο πιο κεντρικό σημείο της πόλης, λες και ήταν περήφανος για την πράξη του. Έχει τρελαθεί ο κόσμος, παιδί μου.

– Άντε να τους διώξουν, επιτέλους. Δεν το έβλεπαν τόσα χρόνια πως είναι επικίνδυνοι; Έμαθες για εκείνον που σκότωσε έναν Δικό μας τις προάλλες, ε; Έτσι είναι όλοι τους, εγκληματίες. Ζώα. Αλλά τώρα θα αλλάξουν όλα αυτά. Επιτέλους, θα είμαστε ασφαλείς.

– Σπέρνουν το θάνατο ρε συ, δεν το χωράει το μυαλό μου. Πώς κάνεις τέτοιο πράγμα; Και πληρώνονται κιόλας γι’αυτό! Εμείς σπουδάζαμε μισή ζωή για να βγάλουμε πενταροδεκάρες, κι αυτές πλουτίζουν με τα βρώμικα κορμιά τους! Αλλά θα δεις, αύριο κιόλας θα έχουν εξαφανιστεί όλες τους.

Χωμένος πάντα μέσα στο μπουφάν του, όρθιος στην άκρη του τελευταίου βαγονιού, έκλαιγε σιωπηλά. Ένιωθε κάθε ελπίδα να έχει εξατμιστεί από μέσα του. Τότε ήταν που είδε δύο μεγαλόσωμους άντρες να πηγαίνουν προς το μέρος ενός κακομοίρη που καθόταν σε μία από τις τελευταίες θέσεις του βαγονιού.

«Ε, εσύ. Ποιος σου είπε ότι μπορείς να κάθεσαι;», του είπε αυστηρά ο ένας από τους δύο. Ο άνθρωπος δε μίλησε. «ΠΟΙΟΣ ΣΟΥ ΕΙΠΕ ΟΤΙ ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΚΑΘΕΣΑΙ;», συνέχισε ο μεγαλόσωμος άντρας, ουρλιάζοντας. Ο άνθρωπος είχε παγώσει από το φόβο του. «Για έλα μαζί μας να σου εξηγήσουμε μερικά πράματα», είπε ο άλλος άντρας με ένα σαρδόνιο χαμόγελο στα χείλη, και αμέσως τον σήκωσαν από τη θέση του και τον έσυραν στο πάτωμα μέχρι τις πόρτες του βαγονιού. Ακούστηκαν επευφημίες και χειροκροτήματα από τους άλλους επιβάτες, που επαινούσαν τους Άλλους για την πράξη τους. Ο άνθρωπος δε μιλούσε.

Πίσω από το μπουφάν του, έριξε μία κλεφτή ματιά στον άνθρωπο. Είχε ένα τρομαγμένο βλέμμα στα μάτια, σαν να έβλεπε τον θάνατο μπροστά του. Τον κοιτούσε. Μπορούσε να χρησιμοποιήσει το μαχαίρι του και να τον σώσει. Το έσφιξε στο χέρι του. Τόσο σφιχτά, που νόμιζε ότι θα έλιωνε η λαβή του. Το έσφιξε ακόμα περισσότερο. Όταν οι πόρτες άνοιξαν και οι Άλλοι έβγαλαν τον άνθρωπο στην αποβάθρα σέρνοντάς τον, εκείνος έσφιγγε ακόμα το μαχαίρι στην τσέπη του.

Στον επόμενο σταθμό, μόλις άνοιξαν οι πόρτες κατέβηκε αμέσως. Δεν ήξερε καν σε ποιον σταθμό βρισκόταν. Δεν τον ενδιέφερε. Το μόνο που ήθελε ήταν αέρας. Άπιαστος, αόρατος, ελεύθερος αέρας.

Περπατούσε γρήγορα, χωρίς να κοιτάζει πίσω του. Μπορεί κάποιος να τον ακολουθούσε ήδη. Όποιος κρύβει το πρόσωπό του είναι ύποπτος. Όποιος ντρέπεται για τον εαυτό του είναι ύποπτος. Όποιος κλαίει είναι ύποπτος. Όποιος δεν είναι με τους Άλλους είναι ύποπτος.

Μπήκε στο πρώτο ταξί που βρήκε σταματημένο στην πιάτσα. Είπε στον οδηγό τη διεύθυνση του σπιτιού. «Α, είναι επικίνδυνη περιοχή εκεί, να προσέχεις», του είπε. «Είναι αυτοί οι περίεργοι εκεί μαζεμένοι. Ξέρεις, ναρκωτικά, πουτάνες, αρρώστιες, διαρρήξεις, όλα αυτοί μας τα κουβάλησαν εδώ. Για όλα τα στραβά αυτοί φταίνε, το λένε και στις ειδήσεις. Αλλά ευτυχώς τώρα ήρθαν οι Άλλοι και θα καθαρίσει ο τόπος. Εγώ από την αρχή με τους Άλλους ήμουν, τους είχα κόψει εγώ. Εσύ, φιλαράκι;». Ο τόνος της φωνής του ήταν πιο πολύ απειλητικός, παρά φιλικός. «Κι εγώ, από την αρχή», απάντησε όσο πιο πειστικά μπορούσε, κατεβάζοντας το παράθυρο. Πίεσε τον εαυτό του να βγάλει και ένα σφιγμένο χαμόγελο για να ενισχύσει τη θέση του. Ο ταξιτζής ανταπέδωσε το χαμόγελο και δεν του ξαναμίλησε σε ολόκληρη τη διαδρομή.

Το ταξί τον άφησε ακριβώς μπροστά στο σπίτι του. Ψάχνοντας τα κλειδιά του, ψηλάφισε το μαχαίρι. Δεν το είχε χρησιμοποιήσει τελικά.

Άνοιξε την πόρτα του σπιτιού, και αυτή ήταν εκεί. Μύρισε το άρωμά της. Τη βρήκε στην κρεβατοκάμαρα, καθισμένη πάνω στο κρεβάτι, με ανοιχτά παράθυρα και παντζούρια. Αέρας έμπαινε από παντού στο δωμάτιο.

«Πώς είσαι;», τη ρώτησε με αγωνία.
«Τα ίδια, όπως πάντα», απάντησε αυτή αδιάφορα.
«Τα ίδια; Πώς γίνεται αυτό; Χθες άλλαξαν όλα!», της είπε έκπληκτος
«Ποια όλα μωρέ, τίποτα δεν αλλάζει σε αυτήν την κωλοπόλη», του απάντησε ανάβοντας ένα τσιγάρο.
«Μα δεν τους είδες;»
«Ποιους να δω;»
«Τους Άλλους, είναι παντού.»
«Και πριν παντού ήταν, εσύ τώρα τους ανακάλυψες;»
«Αγάπη μου, είμαστε πια μειοψηφία. Κινδυνεύουμε. Κλείσε τα παντζούρια και ετοίμασε βαλίτσες, πρέπει να φύγουμε.»
«Να φύγεις μόνος σου, εγώ θα μείνω.»
«Μα δε φοβάσαι καθόλου;»
«Από μικρό παιδί μου έμαθαν να φοβάμαι. Και σε μένα, και σε σένα, και σε όλους μας. Χάρη στο φόβο κέρδισαν οι Άλλοι. Όσο πιο πολύ φοβάσαι, τόσο κερδίζουν. Αυτό θες;
«Μα πώς θα τους νικήσουμε; Εμείς δεν έχουμε όπλα.»
«Ούτε κι αυτοί έχουν. Το μόνο τους όπλο είναι ο φόβος. Ο δικός σου φόβος.»

Σκέφτηκε τις φωνές που άκουγε, που μιλούσαν για δειλές αυτοκτονίες και στυγνά εγκλήματα. Φόβος. Σκέφτηκε τον άνθρωπο που έσερναν οι Άλλοι στο τρένο και δεν είπε κουβέντα. Φόβος. Σκέφτηκε τον ίδιο του τον εαυτό να κρατάει σφιχτά το μαχαίρι ή να χαμογελά με δυσκολία για να μην αποκαλυφθεί στον ταξιτζή. Φόβος.

«Κι εσύ μου λες ότι θες να φύγεις; Ε, φύγε λοιπόν. Φύγε και άφησε ό,τι αγαπάς στο έλεός τους, αν αυτό είναι που θες.»

Τότε θυμήθηκε γιατί την είχε ερωτευτεί. Δεν ήταν τόσο ελκυστική εμφανισιακά, ούτε είχε ιδιαίτερη αίσθηση του χιούμορ. Είχε όμως μία μοναδική ικανότητα να σκέφτεται λογικά εκεί που κάθε λογική φαινόταν ανεφάρμοστη. Μπορούσε να παραμένει ψύχραιμη όταν όλα γύρω της κατέρρεαν. Και μπορούσε να μεταδώσει και σε αυτόν την ηρεμία της όταν την είχε ανάγκη, όταν τον κατέκλυζε ο πανικός. Ήταν η φωνή της λογικής. Και την είχε ανάγκη όσο τίποτα άλλο.

«Λοιπόν;»
«Θα μείνω.»
«Δε φοβάσαι;»
«Όσο έχω εσένα δίπλα μου, δεν έχω τίποτα να φοβηθώ.»
«Ωραία. Έχουμε πολλά πράγματα να κάνουμε.»
«Τι εννοείς;»
«Τώρα θα δεις πόσα πολλά μπορεί να πετύχει μία μειοψηφία.»

Advertisements