Τα περισσότερα κείμενα αυτού του blog απευθύνονται κυρίως στους αναγνώστες μου. Είναι σκέψεις μου που θέλω να μοιραστώ με άλλους, να συζητήσουμε πάνω σε αυτές, να διαφωνήσουμε και τέλος πάντων να δω αν μόνο εγώ σκέφτομαι όλες αυτές τις μαλακίες που συνήθως σκέφτομαι. Αυτό το post όμως απευθύνεται περισσότερο σε μένα. Είναι και πάλι οι σκέψεις μου, αυτή τη φορά σχετικά με τις εκλογές που μας πέρασαν. Είναι ένα post στο οποίο θέλω να ανατρέχω στο μέλλον, όταν θα προσπαθώ να θυμηθώ τι συνέβη σε αυτές τις εκλογές, όταν πια θα έχω ξεχάσει τις περισσότερες λεπτομέρειες και στο μυαλό μου αυτή η εκλογική αναμέτρηση θα μοιάζει ίδια με όλες τις άλλες που έχω ζήσει. Τούτων δοθέντων, παίρνω βαθιά ανάσα και ξεκινάω:

– Πρώτα τα καλά νέα: Ο δικομματισμός πέθανε, ο Θεός να αναπαύσει την ψυχούλα του για να μην στριφογυρνάει σαν πόλτεργκαϊστ στοιχειώνοντας ευάλωτους κακομοίρηδες, η κηδεία έγινε ήδη και σε 40 μέρες έχουμε το μνημόσυνο. Ήμουν κι εγώ στην κηδεία, ήμουν από αυτούς που, την ώρα που το φέρετρο βυθιζόταν στο χώμα, δεν κατέβαλαν καμία απολύτως προσπάθεια να κρύψουν το πλατύ χαμόγελό τους. Εξάλλου, αυτός ήταν ο στόχος μου ως ψηφοφόρου σε αυτές τις εκλογές: Να μείνουν τα δύο μεγάλα (χο-χο-χο) κόμματα αρκετά χαμηλά, ώστε να μην μπορούν καν να συγκεντρώσουν 151 έδρες μαζί. Και τα καταφέραμε. ΠΑΣΟΚ και Νέα Δημοκρατία προσπάθησαν πολύ για να μας πείσουν να τους εμπιστευθούμε. Είτε με εκβιαστικά διλήμματα τύπου «αν δε μας ψηφίσετε θα εισβάλει στη χώρα ο Βόλντεμορτ και θα σκοτώσει όλους τους πρωτότοκους», είτε με ψεύτικες υποσχέσεις όπως «δε θα πληγούν άλλο οι μισθωτοι και οι συνταξιούχοι, γι’αυτό και τα επόμενα μέτρα θα πλήξουν αποκλειστικά και μόνο τους κατοίκους του πλανήτη Γκράμπαργκον», είτε με τρομακτικά σενάρια σαν το «αν δε με ψηφίσετε η χώρα θα βυθιστεί στην ακυβερνησία και αυτό θα έχει σαν άμεσο αποτέλεσμα να σταματήσουν οι εισαγωγές προϊόντων από το εξωτερικό και θα ξεμείνουμε από Louis Vuitton και Hermes». Δε μας έπεισαν. Αθροιστικά, τα δύο κόμματα που άλλοτε έπαιρναν για πλάκα 80%, σε αυτές τις εκλογές μετά βίας ξεπέρασαν το 32%. Και αυτό πρέπει να είναι καλό.

– Αν τη δούμε μεμονωμένα και ανεξάρτητα από όλα τα άλλα αποτελέσματα, αυτή η κατάρρευση του δικομματισμού είναι κάτι το υπέροχο. Δείχνει ότι ο κόσμος ξαφνικά απαγκιστρώθηκε από τα δύο κόμματα στα οποία φαινόταν προσκολλημένος εδώ και δεκαετίες και θέλησε να τα τιμωρήσει για τα λάθη τους, δίνοντας την ψήφο τους σε κάποιο άλλο κόμμα. Είναι η μοναδική φυσιολογική αντίδραση απέναντι στα δύο κόμματα που ευθύνονται για την κατάσταση της χώρας αυτή τη στιγμή. Βέβαια, θα μπορούσε κανείς να κατηγορήσει όλους αυτούς τους ψηφοφόρους για αχαριστία – στο κάτω-κάτω, ποιος ξέρει πόσοι από αυτούς διορίστηκαν στο δημόσιο χάρη σε ένα από αυτά τα δύο κόμματα και τώρα το πετάνε σαν στυμμένη λεμονόκουπα. Αλλά αυτό θα έπρεπε να το ξέρουν τα κόμματα: Όταν χτίζεις την κυριαρχία σου πάνω σε πελατειακές σχέσεις, τότε είναι βέβαιο πως θα χάσεις τον «πελάτη» σου όταν δε θα μπορείς πια να τον εξυπηρετήσεις.

– Το θέμα είναι: Πού πήγαν όλες αυτές οι ψήφοι που έχασαν το ΠΑΣΟΚ και η ΝΔ; Εδώ αρχίζουν να συρρικνώνονται τα χαμόγελα, μέχρι που φτάνουν να γίνουν γκριμάτσες ανείπωτου τρόμου. Το πιο εντυπωσιακό ποσοστό τους το απέσπασε ο ΣΥΡΙΖΑ. Ένα κόμμα που υποσχέθηκε αυτό που οι περισσότεροι από εμάς θέλαμε να ακούσουμε: Ότι υπάρχει κι άλλος δρόμος, ότι μπορούμε να γλιτώσουμε από τα βάρη των μνημονίων, ότι υπάρχει ελπίδα για κάτι καλύτερο τέλος πάντων. Θα μπορούσε κανείς να πει ότι ο Αλέξης Τσίπρας είναι ένας σύγχρονος Ανδρέας Παπανδρέου: Τσαμπουκάς, επαναστατικό προφίλ, δέσμευση ότι θα κάνει φοβερά ριζοσπαστικά πράγματα. Τότε ήταν η έξοδος από το ΝΑΤΟ, σήμερα είναι η έξοδος από το μνημόνιο. Θα τα καταφέρει όμως όλα αυτά που ευαγγελίζεται; Ή θα περάσει στην ιστορία σαν ένας ακόμα «τζάμπα μάγκας»; Θα ήταν άδικο να τον κρίνουμε από τώρα, χωρίς να έχει προλάβει να μας δείξει τι μπορεί να κάνει. Το μόνο βέβαιο είναι ότι το 16,78% που απέσπασε τον βαραίνει με τεράστιες ευθύνες.

– Μεγάλο ποσοστό πήρε και ο «ΣΥΡΙΖΑ της Δεξιάς», οι Ανεξάρτητοι Έλληνες. Μεταξύ μας, δεν ήταν και τόσο δύσκολο. Κι εγώ αν κατέβαινα με ένα κόμμα που θα φιλοξενούσε όλους τους μέχρι πρότινος ψηφοφόρους της Νέας Δημοκρατίας που δεν ήθελαν μνημονιακή πολιτική, το ίδιο ποσοστό θα έπαιρνα. Οι Ανεξάρτητοι Έλληνες «έκλεψαν» από τη ΝΔ μία πολύ συγκεκριμένη (και αρκετά πολυπληθή) μερίδα ψηφοφόρων που διαφωνούσαν με τις αμέτρητες κωλοτούμπες του Σαμαρά. Έξυπνο. Και ακόμα πιο έξυπνο το γεγονός ότι εν μία νυκτί διαγράφηκε ως δια μαγείας το παρελθόν του Πάνου Καμμένου, που δεν ήταν και ιδιαίτερα λαμπρό εδώ που τα λέμε.

– Πάμε τώρα στο πιο θλιβερό κομμάτι αυτών των εκλογών: Την επιτυχία της Χρυσής Αυγής. Θα ήταν πραγματικά αστείο, αν δεν ήταν τόσο φρικτό: Ένας σατανιστής ροκ σταρ, ένας σωσίας του Αθανάσιου Διάκου, ένας (τουλάχιστον) οπαδός του αρχαίου θεού Πάνα – η λίστα των στελεχών της Χρυσής Αυγής προκαλεί γέλια. Προκαλεί όμως και τρόμο. Γιατί, για όσους δεν το ξέρατε, η Χρυσή Αυγή είναι ένα νεοναζιστικό κόμμα. Όχι απλά ένα γραφικό ακροδεξιό κόμμα, αλλά ένα ΝΑΖΙΣΤΙΚΟ κόμμα. Πολλοί μάλλον δεν το είχαν πάρει χαμπάρι. Ήδη, το περίφημο «ΕΓΕΡΘΗΤΟΥ» έκανε κάποιους από τους ψηφοφόρους της να φρίξουν. «Δεν ήξερα τι ψήφισα», δικαιολογούνται μερικοί. Όμως αυτό δεν είναι δικαιολογία. Γιατί η ψήφος είναι πολύ σοβαρό πράγμα για να το εμπιστευτείς σε κάποιον που δεν ξέρεις τι πρεσβεύει. Α, και επίσης μετά την απομάκρυνση εκ της κάλπης ουδέν λάθος αναγνωρίζεται. Θα’πρεπε να το γνωρίζεις αυτό.

– Το παράδοξο της υπόθεσης είναι ότι πολλοί προσπαθούν να ρίξουν το βάρος για την άνοδο της Χρυσής Αυγής εκεί που τους βολεύει: Στην Αριστερά («η παλαβή Αριστερά με τις μαλακίες της έστειλε τον κόσμο στη Χρυσή Αυγή» και στους Αγανακτισμένους («φωνάζατε για κρεμάλες και ενισχύσατε τη Χρυσή Αυγή». Είναι βέβαια εντελώς γελοίο να τα λέει κανείς αυτά χωρίς να αναφέρει τον υπ’αριθμόν 1 υπεύθυνο για την επέλαση της Χρυσής Αυγής: Το ίδιο το κράτος. Γιατί, φίλε μου, όταν προβάλλεις καθημερινά το πόσο κακοί είναι οι λαθρομετανάστες και πώς μας τρώνε τις δουλειές και μας σκοτώνουν μέρα μεσημέρι στο δρόμο (κι όμως, δεν κάνεις τίποτα για να επιλύσεις το πρόβλημα εδώ και μία δεκαετία τουλάχιστον), όταν σκορπάς τον τρόμο με αλλοδαπές ιερόδουλες που σπέρνουν το AIDS «στον Έλληνα οικογενειάρχη» (που τελικά είναι κατά κύριο λόγο Ελληνίδες, αλλά μην το κάνουμε θέμα και χαλάσουμε την ακροδεξιά φαντασίωση, ε;), τι ακριβώς περιμένεις; Να πάμε όλοι στην εξοχή και να μαδάμε μαργαρίτες; Προφανώς και θα πάει ο κόσμος στην ακροδεξιά. Σε περιόδους τέτοιας κρίσης, δε χρειάζεται τίποτα παραπάνω από ένα «κλικ» για να υποστηρίξει ένας άνθρωπος μία τόσο ακραία ιδεολογία. Και τα τελευταία χρόνια είχαμε αμέτρητα τέτοια «κλικ».

– Φυσικά και φταίει ΚΑΙ η Αριστερά. Φταίει γιατί δεν κατάφερε να προσελκύσει όλους τους απογοητευμένους ψηφοφόρους στους κόλπους της, αφήνοντας πολλούς να παρασυρθούν από την «αντιμνημονιακή» φορεσιά της Χρυσής Αυγής. Αλλά δεν είναι δυνατόν να της επιρρίπτεις το σύνολο της ευθύνης. Είναι γελοίο. Άλλωστε, εδώ μιλάμε πια για ένα δίλημμα ανάμεσα στον ανθρωπισμό και τον μισανθρωπισμό. Δεν είναι για όλους τους ανθρώπους ξεκάθαρη η επιλογή σε ένα τέτοιο δίλημμα. Πολλοί προτιμούν τον μισανθρωπισμό. Δε θα τους πείσεις ποτέ για το αντίθετο. Ακόμα κι αν τα κάνεις όλα σωστά.

– Ένας άλλος βολικός μύθος που ακούγεται πολύ, ειδικά από τα κανάλια: Το εντυπωσιακό ποσοστό της αποχής, που έφτασε το 35%. Πολλοί είπαν «να μωρέ, ό,τι κι αν πάθουμε μας αξίζει, αφού στις πιο κρίσιμες εκλογές της μεταπολίτευσης το 35% προτίμησε να κάτσει στο σπιτάκι του». Είναι έτσι όμως; Μπα, δε θα το’λεγα. Γιατί αν από αυτό το 35% αφαιρέσεις τους μετανάστες του εξωτερικού, στους οποίους δε δίνεται η δυνατότητα να ψηφίσουν αλλά συμπεριλαμβάνονται στους εκλογικούς καταλόγους, τους ψηφοφόρους που δεν μπόρεσαν να ταξιδέψουν εκεί που ψηφίζουν λόγω οικονομικών προβλημάτων (δεν είναι κι εύκολο να κάνεις ένα ταξίδι που κοστίζει πια 300 ευρώ μαζί με βενζίνη και διόδια) αλλά και τους… νεκρούς ψηφοφόρους, που λογικά θα ήταν αρκετοί, αφού για την κατάρτιση των εκλογικών καταλόγων χρησιμοποιήθηκε η απογραφή του 2001, τότε μάλλον θα μείνει ένα πραγματικά πολύ μικρό ποσοστό αποχής. Πολλά μπορεί κανείς να προσάψει στους ψηφοφόρους σε αυτές τις εκλογές, η αδιαφορία όμως δεν είναι ένα από αυτά. Ίσως πριν προχωρήσουμε σε βολικούς αφορισμούς θα έπρεπε να αναλύσουμε λίγο το φαινόμενο της αποχής. Αλλά γιατί να μπουν σε τέτοιο κόπο τα κανάλια, ε;

– Δεν ξέρω τι κυβέρνηση μπορεί να βγει από αυτές τις εκλογές. Και ακόμα κι αν ξαναγίνουν εκλογές, πάλι δε θα αλλάξει τίποτα δραματικά. Οπότε; Να τρομάξουμε μπροστά στο φάντασμα της ακυβερνησίας που μας κυνηγά; Φυσικά και όχι. Ο σχηματισμός κυβέρνησης είναι δουλειά των πολιτικών, και όχι των πολιτών. Όταν ο κόσμος δε δίνει σαφές προβάδισμα σε κανένα κόμμα, δεν τους λέει απαραίτητα «να πάτε να γαμηθείτε όλοι», αλλά ίσως «συνεργαστείτε γαμώ την πουτάνα μου». Οι συνεργασίες, βέβαια, θέλουν πολιτική ωριμότητα, που είναι πολύ σπάνια στην Ελλάδα. Ωστόσο, το ίδιο ακριβώς θα έλεγε κανείς και για την ωριμότητα των ψηφοφόρων πριν από λίγα χρόνια. Σήμερα αυτό δείχνει να έχει αλλάξει. Ε, καιρός να γίνει το ίδιο και με τους πολιτικούς. Ας το πάρουν χαμπάρι ότι βαρεθήκαμε τις μονοκομματικές κυβερνήσεις και θέλουμε να δούμε κάτι διαφορετικό. Κάτι πραγματικά εποικοδομητικό και αποτελεσματικό.

– Για το τέλος κράτησα το πιο σημαντικό: Αυτόν τον ελεεινό εκλογικό νόμο σύμφωνα με τον οποίο το πρώτο κόμμα παίρνει σαν «μπόνους» 50 έδρες στη Βουλή, με το πρόσχημα της «πολιτικής σταθερότητας». Παράξενο, δε θυμάμαι πού γράφει στο Σύνταγμα ότι επιτρέπεται η αλλοίωση της λαϊκής βούλησης με αυτό το πρόσχημα. Πρόκειται για έναν νόμο που βόλευε παραδοσιακά τα δύο πρώην μεγάλα κόμματα, με τη λογική ότι ένα από αυτά θα ήταν πάντα στην εξουσία και το άλλο απλά θα περίμενε τέσσερα χρόνια για να έρθει η σειρά του, και ούτω καθεξής. Κανείς δεν είχε προβλέψει ότι κάποτε θα φτάναμε σε τέτοιο σημείο ώστε το πρώτο κόμμα να συγκεντρώνει το 19% των ψήφων, όσο περίπου και όλα τα πιθανά και απίθανα κόμματα που δεν κατάφεραν να μπουν στη Βουλή. Και όταν συνέβη αυτό, ο νόμος Παυλόπουλου έγινε ρόμπα, για να το θέσω επιστημονικά. Για παράδειγμα, στην Α’ Αθηνών ο ΣΥΡΙΖΑ απέσπασε ποσοστό 19,11%, ενώ η ΝΔ 15,78%. Κι όμως, ο ΣΥΡΙΖΑ κέρδισε 3 έδρες στη Βουλή, ενώ η ΝΔ 8! Ακόμα πιο εντυπωσιακή η διαφορά στη Β’ Αθηνών, όπου ο ΣΥΡΙΖΑ έχει 21,81% και 9 έδρες, ενώ η ΝΔ 12,39% και 14 έδρες! Αλλά ίσως το πιο παρανοϊκό παράδειγμα εφαρμογής αυτού του απίθανου νόμου το βρίσκουμε στον νομό Χανίων: Εκεί ο ΣΥΡΙΖΑ είναι και πάλι πρώτο κόμμα με 17,19% και παίρνει τη μία από τις τέσσερις έδρες του νομού. Ποιος παίρνει τις άλλες τρεις; Μα φυσικά η ΝΔ, που κατατάσσεται στην πέμπτη θέση με 8,43%! Αν αυτό δεν είναι ικανό επιχείρημα για την εφαρμογή της απλής αναλογικής το συντομότερο δυνατό, δεν ξέρω τι άλλο μπορεί να είναι. Και με αυτό κλείνω.

Advertisements