Μία από τις αγαπημένες μου σχολικές αναμνήσεις (και δεν είναι και πολλές οι ευχάριστες) είναι η εξής: Πρώτη Λυκείου. Η φιλόλογος δεν έχει όρεξη για μάθημα και έχουμε πιάσει κουβεντούλα. Κάποια στιγμή αρχίζουμε να λέμε ανέκδοτα. Παίρνω λοιπόν κι εγώ το λόγο και λέω το εξής ανέκδοτο:

– Τι κάνεις όταν ο Θανάσης σου πετάξει μία χειροβομβίδα;
– Δεν ξέρω, τι κάνεις;
– Βγάζεις την περόνη και του την πετάς πίσω.

(ναι, ξέρω, δεν το βρίσκεις και ΤΟΣΟ αστείο, αλλά ήμασταν 15 χρονών, εντάξει;)

Όλη η τάξη γελάει, και μένω με την ικανοποίηση ότι ο στόχος επετεύχθη. Μετά από τα γέλια, η κουβέντα συνεχίζεται, χωρίς ανέκδοτα αυτή τη φορά. Και ξαφνικά, από την άλλη άκρη της τάξης ακούγεται ένα τρανταχτό γέλιο. Είναι η επίτιμη μις Ξινίλα της τάξης. Η οποία μόλις κατάλαβε το ανέκδοτο, δύο λεπτά μετά απ’όλους τους άλλους. Ακολουθούν τρανταχτά γέλια απ’όλη την τάξη, αυτή τη φορά όχι για το ανέκδοτο, αλλά για τη χρονοκαθυστέρηση του γέλιου της. Έχουν περάσει 12 χρόνια από τότε, κι όμως όταν χρειάζομαι έναν ορισμό για τη λέξη «μπετόβλακας», μου έρχεται πάντα στο μυαλό το πρόσωπο αυτής της κοπέλας.

Πάμε τώρα στο ερώτημα της ημέρας: Ποιος αποφασίζει αν ένα αστείο είναι πετυχημένο ή όχι; Και με τι κριτήρια; Είναι πιο αστείο ένα ανέκδοτο με κλανιές του Λαζόπουλου από ένα που λέει κάποιος στην παρέα του, απλά και μόνο επειδή με αυτό του Λαζόπουλου γελάει ένα υπνωτισμένο κοινό 500 ατόμων ενώ με το άλλο 2-3 μπακούρια; Είναι λιγότερο αστεία μία ατάκα του Σεφερλή από ένα σκετς των Μόντι Πάιθον; Και τελικά είναι πάντα πιο αστεία μία κωμωδία από ένα δράμα;

Μην περιμένεις απαντήσεις. Το χιούμορ είναι κάτι το υποκειμενικό, σαν την ομορφιά. Αυτήν που εγώ θα πω «μπάζο», εσύ θα την δεις «θεά» και τούμπαλιν. Αυτό που εγώ θα πω «ηλίθιο αστείο», εσύ θα το πεις «LOL» και τούμπαλιν. Δεν υπάρχει λοιπόν «αντικειμενικά καλό» και «αντικειμενικά κακό» αστείο – για μένα ακόμα και ένας να γελάσει με ένα αστείο, το δικαιώνει. Δε χρειάζεται καμία άλλη απόδειξη της επιτυχίας του. Αλλά βέβαια αυτή είναι απλά η γνώμη μου, και είναι ιδιαίτερα βολική για μένα όταν λέω ένα ανέκδοτο και γελάει μόνο ένας, την ίδια στιγμή που οι άλλοι ξινίζουν τα μούτρα τους.

Αφορμή για αυτό το αμπελοφιλοσοφικό παραλήρημα στάθηκε ένα αστείο που κυκλοφόρησε στο Internet λίγες ώρες μετά από την αυτοκτονία του 77χρονου Δημήτρη Χριστούλα στο Σύνταγμα. Πρόκειται για το παρακάτω:

Για οποιονδήποτε έχει ένα IQ άνω του μετρίου (ή έστω γύρω στο μέτριο) είναι σαφές ότι πρόκειται περί χιούμορ – θες μαύρου χιούμορ; Κατάμαυρου. Δε θα ήταν δυνατό μέσα σε λίγες ώρες όλοι αυτοί που αναφέρονται να εξέφρασαν άποψη μέσα σε λίγες ώρες από το περιστατικό, ειδικά αφού η prime time των δηλώσεών τους είναι τα δελτία ειδήσεων και τα τηλεοπτικά talk shows. Και άλλωστε, ποιος είναι τόσο βλάκας που απλά διαβάζει κάτι και το αναπαράγει άκριτα, χωρίς να το διασταυρώσει πρώτα; Χωρίς να γκουγκλάρει στα γρήγορα αν όντως το είπε ρε παιδί μου αυτό ο Πρετεντέρης.

Προφανώς, πολλοί είναι τόσο βλάκες. Αλλά και κακόβουλοι. Γιατί στο post του Άγγελου Τσέκερη (που είναι και ο εγκέφαλος πίσω από την όλη υπόθεση) αναφέρεται ξεκάθαρα σαν λεζάντα το «τι θα διαβάσουμε αύριο». Είναι εμφανές ότι πρόκειται περί κατασκευάσματος – δεν προσπαθεί να το παρουσιάσει σαν πραγματικό γεγονός, ώστε να αναπαραχθεί με viral τρόπο και να βλάψει αυτούς στους οποίους αναφέρεται. Κι όμως, βρέθηκαν πολλοί που αναπαρήγαγαν απλώς την εικόνα του post, χωρίς τη λεζάντα, ή ακόμα χειρότερα βάζοντας σαν δική τους λεζάντα κάτι σαν «ΚΟΙΤΑΞΤΕ ΤΙ ΛΕΝΕ ΤΑ ΚΑΘΑΡΜΑΤΑ, ΣΑ ΔΕΝ ΝΤΡΕΠΟΝΤΑΙ». Ε, πες μου εσύ ποιος φταίει μετά.

Πες μου λοιπόν: Ήταν επιτυχημένο το χιούμορ του Τσέκερη; Για μένα ναι. Απόλυτα, ξεκάθαρα, αναμφίβολα. Γιατί έπιασε τόσο εύστοχα τον τρόπο σκέψης αυτών των πέντε προσώπων που αναφέρονται στο post, ώστε πολλοί μπερδεύτηκαν και πίστεψαν ότι όντως αυτές οι δηλώσεις είχαν γίνει στην πραγματικότητα. Και δεν το έκανε κακόβουλα, αλλά καθαρά με σατιρικό ύφος – όσοι έχουν διαβάσει έστω και μία φορά την «Τζιχάντ» στην Athens Voice, ξέρουν.

Φυσικά, πολλοί διαμαρτυρήθηκαν, φώναξαν, κατηγόρησαν για διάφορα τον Τσέκερη. Πολλοί «κλειδοκράτορες της ηθικής», από αυτούς που σε κάθε κείμενο, λόγο ή πράξη θα βρουν κάτι προσβλητικό. Οι περισσότεροι θύματα «εξαπάτησης», άνθρωποι που πίστεψαν ότι το αστείο ήταν σοβαρό, και τώρα συμπεριφέρονται σαν τον βλάκα που δεν κατάλαβε το αστείο και υποστηρίζει ότι απλά «ήταν ηλίθιο», για να μην παραδεχθεί τη δική του βλακεία. Και ίσως άνθρωποι που, μετά από δύο μέρες, θα ξαναδιαβάσουν πιο ψύχραιμα το ίδιο post και θα γελάσουν δυνατά. Σαν εκείνη την κοπέλα.

Προφανώς, αυτό το «γελάει καλύτερα όποιος γελάει τελευταίος» δεν έχει κυριολεκτική εφαρμογή. Γιατί όποιος γελάει τελευταίος συνήθως είναι αυτός που δεν κατάλαβε το αστείο με την πρώτη.

Advertisements