«Καλημέρα σας, κυρίες και κύριοι, καλή σας μέρα! Καλημέρα πέρα ως πέρα! Μία υπέροχη μέρα ξημερώνει! Ξυπνήστε, υπναράδες, να δείτε τον ήλιο να ανατέλλει πάνω από την όμορφη πόλη μας! Ξυπνήστε, να μπει το φως στην ψυχή σας! Ξυπνήστε, να…»

*ΚΛΙΚ*

Είχα μετανιώσει την ώρα και τη στιγμή που όρισα σαν ήχο για το ξυπνητήρι μου αυτό το λογύδριο ενός δημοφιλούς παρουσιαστή πρωινής εκπομπής, που ο ίδιος διαφήμιζε σαν «εμψυχωτική ομιλία για να πάει καλά η μέρα». Παραδόξως, καμία μέρα ποτέ δε μου πήγαινε καλά, παρά τις φιλότιμές προσπάθειές του. Πώς μπορεί να πάει κάτι καλά σ’αυτήν την πόλη, αλήθεια;

Άνοιξα τα παντζούρια. Έξω ο ήλιος πάλευε μάταια να απελευθερωθεί από τη φυλακή όπου τον κρατούσε όμηρο μία άγρια συμμορία από κατάμαυρα σύννεφα, και όλα έδειχναν ότι πάλι θα έβρεχε. Για άλλη μια φορά, το ξυπνητήρι με είχε ξεγελάσει. Πόσο τον μισούσα αυτόν τον τύπο…

Αν ήταν στο χέρι μου, δε θα σηκωνόμουν καν από το κρεβάτι. Θα καθόμουν όλη μέρα ανάσκελα, να μετράω τις ρωγμές στο ταβάνι και να ακούω τη βροχή να πέφτει στο κάγκελο του μπαλκονιού. Αλλά δεν μπορούσα. Έπρεπε να πάω στη δουλειά, όπως όπως και κάθε μέρα τα τελευταία είκοσι χρόνια. Η ζωή μου ήταν τόσο βαρετή όλα αυτά τα χρόνια, που θα μπορούσα να κρατάω ημερολόγιο απλώς αντιγράφοντας με καρμπόν τι έκανα μία οποιαδήποτε μέρα: «Ξύπνησα το πρωί, άνοιξα τα στόρια, έβρεχε, πλύθηκα, ντύθηκα, ήπια καφέ, περπάτησα μέχρι τον σταθμό του τρένου, πήρα το τρένο, πήγα στη δουλειά, δούλεψα, έφυγα από τη δουλειά, πήρα το τρένο, περπάτησα μέχρι το σπίτι, έφαγα, είδα τηλεόραση πριν κοιμηθώ, κοιμήθηκα». Αυτή ήταν η ζωή μου. Και τη μισούσα.

Έτσι κι εκείνη τη μέρα, λοιπόν, πλύθηκα, ντύθηκα, έφτιαξα έναν άγευστο καφέ (θα περίμενε κανείς ότι μετά από είκοσι χρόνια θα είχα μάθει να φτιάχνω έναν καφέ της προκοπής, αλλά φευ) και περπάτησα μέσα στη βροχή μέχρι τον σταθμό του τρένου. Έφτασα στις 8:02 ακριβώς, όπως πάντα. Οι καθημερινές μου κινήσεις ήταν τόσο ακριβείς, που θα’λεγε κανείς ότι κάποιος με είχε κουρδίσει. Τα έκανα όλα πια μηχανικά, από συνήθεια, χωρίς καν να σκέφτομαι τι κάνω.

Έβγαλα λοιπόν μηχανικά το εισιτήριό μου, το ακύρωσα μηχανικά και ήμουν έτοιμος να κατέβω μηχανικά τις σκάλες για την αποβάθρα, όταν ξαφνικά όλα θόλωσαν γύρω μου. Λες και ο μηχανισμός που με όριζε είχε μείνει από μπαταρίες, έμεινα να κοιτάζω τις δύο σκάλες, τη μία που κατέβαινα κάθε μέρα για να πάω στη δουλειά μου και την άλλη που οδηγούσε προς την αντίθετη μεριά. Εντελώς απροσδόκητα, βρισκόμουν μπροστά σε ένα δίλημμα. Ένα δίλημμα που θα είχε λυθεί σε κλάσματα δευτερολέπτου μηχανικά, όμως τώρα έπρεπε να το λύσω χωρίς τη βοήθεια κάποιου μηχανισμού. Αφού κοντοστάθηκα για λίγο, κοιτάζοντας δεξιά κι αριστερά, ξαφνικά άρχισα να τρέχω προς την αντίθετη αποβάθρα. Είχα πάρει την απόφασή μου. Έτρεχα λες και με κυνηγούσαν, λες και φοβόμουν μήπως επανέλθει ο μηχανισμός και με επαναφέρει στην τάξη, λες και με κυνηγούσε η αστυνομία ρουτίνας για να με συλλάβει και να με οδηγήσει σιδηροδέσμιο στη δουλειά μου.

Όμως ήταν πια αργά. Μόλις ένα λεπτό αργότερα βρισκόμουν ήδη στο τρένο που οδηγούσε στην αντίθετη πλευρά της πόλης. Δεν ήξερα καν πώς ήταν εκεί, δεν είχα πάει ποτέ. Επί είκοσι χρόνια έκανα κάθε μέρα την ίδια διαδρομή και ποτέ δεν αναρωτήθηκα τι υπήρχε από την άλλη πλευρά. Αλλά ήταν καιρός να το μάθω.

Προσπαθώντας να συνέλθω από το λαχάνιασμα – πόσο καιρό είχα να τρέξω, άραγε; – κοίταξα γύρω μου. Η εικόνα ήταν εντελώς διαφορετική από αυτήν που είχα συνηθίσει: Όλοι στο βαγόνι ήταν χαμογελαστοί, μιλούσαν μεταξύ τους και δεν υπήρχε κανένας κατσούφης. Μάλιστα, κάποιος που με είδε έτσι λαχανιασμένο και ιδρωμένο μου προσέφερε ευγενικά τη θέση του. Αρχικά σάστισα, αλλά τελικά τον ευχαρίστησα και κάθισα να ηρεμήσω. Οι άλλοι επιβάτες που κάθονταν ήδη με καλημέρισαν, κι εγώ τους ανταπέδωσα την καλημέρα. Μετά μου έπιασαν την κουβέντα. Ήταν πολύ ενδιαφέροντες άνθρωποι, πρόσχαροι και ευγενικοί, δεν είχαν καμία σχέση με τους συναδέλφους μου που για να σου πουν «καλημέρα» έπρεπε να τους τάξει το αφεντικό ειδικό επίδομα καλημέρας. Και με την κουβέντα, ούτε που κατάλαβα πότε φτάσαμε στον τερματικό σταθμό.

Αποχαιρέτισα τους συνεπιβάτες μου, βγήκα από το βαγόνι και αυτό που αντίκρυσα δυσκολεύομαι να το περιγράψω: ήταν ένας μικρός παράδεισος. Έμοιαζε με ένα τεράστιο πάρκο, καλυμμένο από καταπράσινο χορτάρι – πουθενά δρόμοι. Όλοι κυκλοφορούσαν με ποδήλατα, και χτυπούσαν χαρούμενα τα κουδούνια τους όταν διασταυρώνονταν. Πιο κάτω, μια παιδική χαρά και ένα λούνα παρκ, όπου μικρά παιδιά έπαιζαν γελώντας. Και λίγο πιο πέρα – θεέ μου, θάλασσα! Είχα να δω τη θάλασσα από παιδί, είχα ξεχάσει και το χρώμα της ακόμα! Και το καλύτερο; Αυτόν τον μικρό παράδεισο τον έλουζε ένας ήλιος, τόσο λαμπερός όσο τίποτα απ’όσα έχω δει στη ζωή μου. Ένιωθα σαν να είχα έρθει όχι στην άλλη πλευρά της πόλης, αλλά σε έναν άλλο κόσμο. Ώστε αυτή ήταν η άλλη πλευρά;

Μπήκα αμέσως στο κλίμα. Έβγαλα το σακάκι μου, το πέταξα παραδίπλα και άρχισα να κυλιέμαι στο γρασίδι. Κυλώντας, έφτασα μέχρι την παιδική χαρά. Κάθισα σε μια κούνια και άρχισα να πηγαίνω πέρα-δώθε, σαν μικρό παιδί. Και μετά πήγα στο λούνα παρκ. Στην είσοδο με περίμεναν οι γονείς μου – δεν είχαν αλλάξει καθόλου! Με πήραν από το χέρι και ανεβήκαμε στη ρόδα. Κοίταξα από ψηλά αυτόν τον παράδεισο: Όπου έπιανε το μάτι, έβλεπα ή το πράσινο του χαρταριού, ή το γαλάζιο του ουρανού, ή το βαθύ μπλε της θάλασσας. Πουθενά μαύρο, πουθενά γκρι.

Ύστερα αποφάσισα να μπω στη θάλασσα. Έτσι όπως ήμουν, με το πουκάμισο και το παντελόνι της δουλειάς. Βράχηκα μέχρι το κόκκαλο, αλλά δε με πείραζε καθόλου. Βγαίνοντας είδα μία παρέα να κάθεται στην άμμο, γύρω από μια σβησμένη φωτιά, και να μιλάνε δυνατά γελώντας. Τους αναγνώρισα αμέσως: Ήταν οι φίλοι μου, η παρέα μου από τη σχολή, οι άνθρωποι που με συντρόφευσαν για χρόνια ολόκληρα πριν αποφοιτήσουμε, πιάσουμε δουλειές και χαθούμε. Και ανάμεσά τους, ο άνθρωπος με τον οποίο περάσαμε τόσα χρόνια μαζί, που λέγαμε πως θα παντρευτούμε, όμως τελικά ο χρόνος και οι δουλειές μας χώρισαν. Τους πλησίασα, και με θυμήθηκαν αμέσως, κι ας είχαν περάσει τόσα χρόνια. Κάθισα μαζί τους και μιλούσαμε για ώρες, είχαμε τόσα πολλά να πούμε, εξάλλου…

Όλα όμως έχουν ένα τέλος, έτσι  δε λένε; Ε, σε εκείνη την περίπτωση το τέλος ήρθε πολύ απότομα: Με ένα κουδούνισμα του κινητού μου, που δυστυχώς δεν είχε επηρεαστεί καθόλου από το θαλασσινό νερό που το είχε καταβρέξει νωρίτερα. Με το που ακούστηκε το κουδούνισμα, όλα ξαφνικά έγιναν ασπρόμαυρα, η παρέα μου εξαφανίστηκε και βρέθηκα ξανά στον σταθμό του τρένου, ανάμεσα στις δύο σκάλες που οδηγούσαν στις δύο αποβάθρες. Μηχανικά, απάντησα στο τηλέφωνο. Ήταν το αφεντικό μου, που ωρυόταν επειδή δεν είχα πάει ακόμα στη δουλειά. Πόση ώρα στεκόμουν εδώ; Κοίταξα το ρολόι του σταθμού: 9:26. Ζήτησα μηχανικά συγνώμη από τον προϊστάμενό μου και τον διαβεβαίωσα ότι θα ήμουν εκεί το συντομότερο δυνατό. Εντελώς μηχανικά, κατέβηκα τις σκάλες και βγήκα στην αποβάθρα που οδηγούσε προς τη δουλειά μου.

Στο τρένο έβλεπα πάλι τα γνωστά, μελαγχολικά πρόσωπα. Έμοιαζαν όλοι με πρόβατα που κάθε μέρα τα πήγαιναν για σφαγή, τους έδιναν χάρη την τελευταία στιγμή, και την επόμενη μέρα ξαναπήγαιναν στο σφαγείο. Μηχανικά, φόρεσα κι εγώ ένα μελαγχολικό προσωπείο, όπως πάντα.

Όταν τελικά έφτασα στη δουλειά, με υποδέχθηκε με άγριες διαθέσεις το αφεντικό μου. «Άργησες», γρύλισε. «Πράγματι, άργησα», του απάντησα. «Άργησα είκοσι ολόκληρα χρόνια. Αλλά προλαβαίνω ακόμα. Παραιτούμαι.»

Έφυγα γελώντας από το γραφείο, με τους (πρώην, πλέον) συναδέλφους μου και τον πρώην προϊστάμενό μου να με κοιτάζουν εμβρόντητοι. Πήγα ξανά στον σταθμό του τρένου. Ήταν πια καιρός να πάω στ’αλήθεια από την άλλη πλευρά. Ο ήλιος επιτέλους έλαμπε, και το φως έμπαινε μέσα στην ψυχή μου.

Advertisements