«Η κοινή γνώμη, μια κοινή, μια πόρνη», έχει πει ο σοφός Τζίμης Πανούσης. Πώς μπορεί κανείς να διαφωνήσει μαζί του, αλήθεια;

Αυτό που αποκαλούμε «κοινή γνώμη» είναι στην πραγματικότητα ένα συνονθύλευμα χιλιάδων διαφορετικών απόψεων, τοποθετημένων από τους «δημοσκόπους» σε ράφια και ομαδοποιημένων αυθαίρετα, με σκοπό να τις μετατρέψουν σε μετρήσιμα μεγέθη. Είναι πρακτικά αδύνατο να βάλεις σε καλούπια την ανθρώπινη σκέψη και να μετρήσεις πόσοι πιστεύουν τι. Η «κοινή γνώμη» που επικαλούνται συχνά οι δημοσιογράφοι, οι δημοσκόποι και οι πολιτικοί δεν είναι τίποτα άλλο, παρά ένα λογικό κατασκεύασμα αμφιβόλου αξίας και αξιοπιστίας.

Φυσικά, μπορεί να πει κανείς ότι προφανώς δεν υπάρχει μία ενιαία, ομοούσια και αδιαίρετος Κοινή Γνώμη, αλλά πολλές γνώμες, οι οποίες όμως συγχωνεύονται σε μία αποκαλούμενη «κοινή γνώμη», προκειμένου να βγουν χρήσιμα συμπεράσματα. Πόσο χρήσιμα, όμως είναι στ’αλήθεια αυτά τα συμπεράσματα; Και κυρίως, πόσο αξιόπιστα;

Λένε ότι οι αριθμοί λένε πάντα την αλήθεια. Ακόμα κι αν ισχύει αυτό, το πρόβλημα είναι ότι ο καθένας διαβάζει μια διαφορετική αλήθεια, αυτή που πιστεύει ή/και του ταιριάζει. Δε φταίνε οι κακόμοιροι οι αριθμοί, αυτοί τη δουλειά τους προσπαθούν να κάνουν. Αλλά, ως υπάλληλοι που είναι, υπόκεινται στα γούστα των αφεντικών τους.

Μήπως, λοιπόν, οι αριθμοί δε λένε πάντα την αλήθεια; Μήπως λένε απλά ιστορίες που τους διηγούνται αυτοί που τους «μαγειρεύουν»; Γιατί ας μην ξεχνάμε ότι τις δημοσκοπήσεις δεν τις διεξάγουν ανεξάρτητες αρχές ή απόλυτα διαφανείς μη κυβερνητικές οργανώσεις, αλλά εταιρείες που πληρώνονται από κάπου. Και όταν αυτό το «κάπου» βρίσκεται συχνά σε γραφεία πολιτικών κομμάτων, αποτελεί λόγο ανησυχίας.

Το πιο ανησυχητικό είναι ότι τα πολιτικά κόμματα χαράζουν τη στρατηγική τους στηριζόμενα εν μέρει στις δημοσκοπήσεις. Έχουμε δει κόμματα να αποφασίζουν πότε θα κάνουν εκλογές με βάση τις δημοσκοπήσεις, ελπίζοντας ότι οι αριθμοί θα τα δικαιώσουν. Έχουμε δει βουλευτές να χρησιμοποιούν σαν επιχείρημα στη Βουλή μία δημοσκόπηση για το Χ θέμα, λες και η δημοσκόπηση ήρθε σε πέτρινη πλάκα από τον ουρανό. Οι δημοσκοπήσεις είναι πια ένα αναπόσπαστο κομμάτι της ελληνικής (και όχι μόνο) πολιτικής σκηνής. Αφού οι πολιτικοί σπάνια κατεβαίνουν στο επίπεδο του απλού κόσμου, να μιλήσουν μαζί του, να απαντήσουν στις ερωτήσεις του, να ακούσουν τα προβλήματά του, προτιμούν να χρησιμοποιούν τις δημοσκοπήσεις σαν «εφημερίδες», στις οποίες κάθε τόσο παρακολουθούν τις νέες τάσεις στο εκλογικό σώμα. Εξαρτώνται, έτσι, από μία «κοινή γνώμη» φιλτραρισμένη, ενδεχομένως αλλοιωμένη και σίγουρα αγορασμένη από δεύτερο χέρι, ενώ θα ήταν πολύ πιο αποτελεσματικό να έχουν μία άμεση επαφή με τους ψηφοφόρους, να ακούσουν τη φωνή τους από κοντά, και όχι να περιμένουν από τα γκάλοπ να τους μεταφέρουν τα όσα λένε οι πολίτες, παίζοντας το «χαλασμένο τηλέφωνο».

Και κάπως έτσι φτάνουμε σε τσιτάτα όπως «ο λαός μίλησε» (και απάντησε σε προκάτ ερωτήσεις, δίνοντας προκάτ απαντήσεις), «η κοινή γνώμη συμφωνεί μαζί μας» (αρκεί να είσαι διατεθειμένος να δεις τα πράγματα μονόπλευρα), και φυσικά το all-time classic «ο λαός μας έστειλε ένα μήνυμα, κι εμείς το λάβαμε» (μόνο που πήγε κατευθείας στον spam folder και δεν το διαβάσαμε ποτέ). Αποτέλεσμα; Οι κυβερνώντες να νομίζουν ότι κυβερνούν μία φανταστική χώρα, εντελώς διαφορετική από αυτήν που κυβερνούν στην πραγματικότητα, και να επιμένουν ότι είναι «κοντά στον πολίτη» (αυτής της φανταστικής χώρας που ουδεμία σχέση έχει με τη δική μας). Βέβαια, αν ήταν όντως κοντά στον πολίτη, θα ζητούσαν τη γνώμη του πιο συχνά από μία φορά στα τέσσερα χρόνια, και δε θα το έκαναν μέσω δημοσκοπήσεων, αλλά άμεσα.

Βέβαια, με τη σημερινή κυβέρνηση τα πράγματα είναι μάλλον απλά: Δεν χρειάζεσαι καμία δημοσκόπηση για να καταλάβεις ότι οι περισσότεροι έχουν σιχαθεί αυτήν την κυβέρνηση, και όσοι δεν την έχουν σιχαθεί έχουν απογοητευτεί, και όσοι δεν έχουν απογοητευτεί είναι είτε ψυχασθενείς είτε πρασινοφρουροί (αν και το ένα δεν αποκλείει το άλλο), οπότε η γνώμη τους είναι ούτως ή άλλως περιττή. Και αν μπροστά στις κάμερες τους βλέπεις να υποστηρίζουν ότι προσπαθούν να σώσουν τη χώρα, μπορείς να τους φανταστείς πίσω από τις κάμερες πανικόβλητους να προσπαθούν να πιάσουν καλή θέση στις σωσίβιες λέμβους, γιατί ξέρουν ότι το παγόβουνο πλησιάζει και σε λίγο θα τρέχουν όλοι να σωθούν. Ξέρουν ότι οι καριέρες τους (όχι όλων, αλλά πολλών από αυτών) στην πολιτική είναι ήδη τελειωμένες, και πρέπει (πολλοί απ’αυτούς) να δουλέψουν για πρώτη φορά στη ζωή τους. Δε χρειάζεσαι καμία δημοσκόπηση για να το καταλάβεις αυτό. Αλλά σε φυσιολογικές κοινωνικές συνθήκες, τα γκάλοπ χρησιμεύουν όχι τόσο για την «σφυγμομέτρηση» του λαού, αλλά για τη χειραγώγησή του. Γιατί όταν εσύ, ως τηλεθεατής, βλέπεις ότι το 60% των συμπολιτών σου (ή έστω των συμπολιτών σου που έτυχε ή πέτυχε να απαντήσουν σε μία δημοσκόπηση) απαντάει με έναν συγκεκριμένο τρόπο σε μία ερώτηση, αρχίζεις και αναρωτιέσαι μήπως έχουν δίκιο, ακόμα κι αν έχεις διαφορετική άποψη. Η δύναμη της μάζας είναι φοβερή: Είναι η ίδια δύναμη που σε ωθεί να πας στο εστιατόριο που είναι γεμάτο και πρέπει να περιμένεις μία ώρα για να βρεις τραπέζι, αντί για το διπλανό που δεν έχει κόσμο και μπορείς να κάτσεις αμέσως – «τόσοι άνθρωποι δεν μπορεί να κάνουν λάθος». Ναι, καλά.

«Κοινή γνώμη» είμαστε όλοι εμείς. Και τις απαντήσεις μας δεν τις δίνουμε στις δημοσκοπήσεις, αλλά σε μαζικες εκδηλώσεις – στις εκλογές, δηλαδή. Και ως μάζα, κάνουμε και λάθη. Οι κυβερνήσεις που επιλέγουμε αποδεικνύονται η μία χειρότερη από την άλλη. η τυφλή υπακοή στη μάζα δε μας έχει αποφέρει και πολλά, ε;

 

Advertisements