Προσπαθώντας να βάλω σε μία τάξη τις σκέψεις μου για τη σημερινή πορεία, νιώθω ότι συνοψίζονται όλες σε μία και μόνο λέξη: Απελπισία. Υπό κανονικές συνθήκες, θα έπρεπε κανείς να επιστρέφει στο σπίτι του μετά από μία πορεία διαμαρτυρίας νιώθοντας ικανοποιημένος, ότι διεκδίκησε τα δικαιώματά του, ένωσε τη φωνή του με τις φωνές χιλιάδων άλλων ανθρώπων και βροντοφώναξαν όλοι μαζί τα αιτήματά τους. Αν σήμερα όμως κάποιος γύρισε σπίτι του ικανοποιημένος, τότε κάτι πάει στραβά μ’αυτόν.

Νιώθω βλάκας. Πολύ βλάκας. Και όχι, δεν το γράφω αυτό για να μου απαντήσεις από κάτω «όχι ρε, τι λες, είσαι γαμώ τα παιδιά, εσύ κι ο Αϊνστάιν μόνο, ποιος το γαμάει το γατάκι τον Χόκινγκ». Το γράφω γιατί το πιστεύω. Γιατί έπρεπε να περάσουν 27 χρόνια για να καταλήξω σε ένα συμπέρασμα που άλλοι το γνωρίζουν ήδη από τα 17 τους: Αν οι πορείες διαμαρτυρίας μπορούσαν να αλλάξουν κάτι, θα ήταν παράνομες. Ή, για να το θέσω πιο σωστά: Αν οι πορείες διαμαρτυρίας μπορούσαν να διεξάγονται με τέτοιο τρόπο ώστε να είναι εφικτό να αλλάξει κάτι, θα ήταν παράνομες.

Νιώθω βλάκας, γιατί χθες προέτρεπα κάθε φίλο και γνωστό να κατέβει στην πορεία, μία πορεία που είχε μηδαμινή επίδραση σε οτιδήποτε. Ήταν ένα εύσχημο χάσιμο χρόνου, μία μάζωξη ανθρώπων που στην πλειοψηφία τους δεν θέλουν να αλλάξει κάτι ριζικά σε αυτόν τον τόπο, αλλά απλά να εξασφαλίσουν τα προνόμια που είχαν πριν από 2-3 χρόνια. Δεν τους ενδιαφέρει αν αυτό θα το κάνει το ΠΑΣΟΚ, η ΝΔ, το ΚΚΕ, το ΛΑΟΣ, η Μέρκελ, ο Τρισέ, ο Ομπάμα ή τα Νεφελίμ. Τους ενδιαφέρει μόνο να σώσουν το τομάρι τους. Και όταν αυτοί οι άνθρωποι κατεβαίνουν σε μία πορεία, τότε αυτή είναι ανάξια λόγου.

Είναι θλιβερό αυτό που συνέβη (και συμβαίνει πάντα): 30.000 άνθρωποι χωρίστηκαν σε δύο διαφορετικές ομάδες, διοργάνωσαν δύο διαφορετικές πορείες που ξεκινούσαν από δύο διαφορετικά σημεία αλλά κατέληγαν στο ίδιο σημείο, όπου όμως δε συναντήθηκαν ποτέ, καταλαμβάνοντας οι μεν το πάνω μέρος της πλατείας και οι δε το κάτω. Και όλα αυτά από ανθρώπους που υποτίθεται ότι έχουν τις ίδιες ανησυχίες, τα ίδια προβλήματα, τα ίδια αιτήματα. Κάποια στιγμή, όταν η πορεία των ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ είχε φτάσει στο Σύνταγμα, ακούστηκε το σύνθημα: «Είμαστε ενωμένοι και αποφασισμένοι». Κοίταξα προς την άλλη πλευρά της πλατείας, όπου είχε στρατοπεδεύσει η πορεία του ΠΑΜΕ. «Τι ειρωνεία», σκέφτηκα. «Δεν είμαστε ούτε ενωμένοι, ούτε αποφασισμένοι».

Μου φαίνεται απίστευτο, κι όμως είναι αληθινό: Έχουμε καταφέρει να μετατρέψουμε ακόμα και τις πορείες διαμαρτυρίας σε τυπικές, ανούσιες διαδικασίες. Μαζευόμαστε στο κέντρο της Αθήνας, κλείνουμε δυο-τρεις δρόμους, φωνάζουμε συνθήματα που έχουν πια ακουστεί τόσες πολλές φορές που έχει στραγγίξει το νόημά τους και κυκλοφορούν κενά νοήματος από στόμα σε στόμα, και μετά πάμε για καφέ και νιώθουμε ικανοποιημένοι με τους εαυτούς μας. Μπα; Σοβαρά; Έτσι σας είπαν;

(χωρίς πλάκα, πρέπει να είναι πολύ ενδιαφέρον case study: Πώς έχουμε καταφέρει στην Ελλάδα να κάνουμε ΤΑ ΠΑΝΤΑ αναποτελεσματικά: Τον δημόσιο τομέα, τη βιομηχανία, την αγροτική παραγωγή, την οικονομική διαχείριση, ακόμα και τις πορείες διαμαρτυρίας!)

Αυτό που μου έκανε εντύπωση στην αρχή της πορείας ήταν η πλήρης απουσία των ΜΑΤ. Ούτε στη Σταδίου, ούτε στην Πανεπιστημίου έβλεπες αστυνομικό, παρά το γεγονός ότι υπήρχε αρκετός κόσμος και στις δύο πορείες. Προφανώς, δεν είναι τυχαίο. Η αστυνομία ξέρει ότι οι συνδικαλιστές είναι «καλά παιδιά» και οι πορείες τους είναι πριβέ, με αυστηρό face control και κώδικα συμπεριφοράς. Ο κλασικός συνδικαλιστής θα πάει μπροστά-μπροστά στο μπλοκ του, να τον παίρνουν και οι κάμερες, θα φωνάξει 5-6 κούφια συνθήματα να δώσει παλμό στους υπόλοιπους και θα οδηγήσει χωρίς παρατράγουδα τους ομοίους του στον τελικό προορισμό της πορείας για καπουτσίνους. Και ούτε γάτα, ούτε ζημιά, ούτε ΜΑΤ σε κάθε γωνία.

Δεν το πήρα καν χαμπάρι για πότε εμφανίστηκαν τα ΜΑΤ στην Σταδίου. Και εμφανίστηκαν στο «επικίνδυνο» μπλοκ: Αυτό των φοιτητών. Γιατί οι μπαρουτοκαπνισμένοι, καλοθρεμμένοι και ενδοσυστημικοί συνδικαλιστές είναι φυσικά ακίνδυνοι για το καθεστώς, αλλά δεν ισχύει το ίδιο και για τους φοιτητές, που βλέπουν το μέλλον τους να διαλύεται μπροστά στα μάτια τους και έχουν πολύ λιγότερες αναστολές και πολύ περισσότερο πάθος για ανατροπή. Οι αστυνομικοί το ξέρουν αυτό. Και βαράνε στο ψαχνό της κοινωνίας, επιχειρώντας να «σπάσουν» και τις δικές τους αντιστάσεις.

(αλήθεια, τι ωραία «σύμπτωση» να εμφανιστούν τα ΜΑΤ ταυτόχρονα με τους κουκουλοφόρους. Φοβερή «σύμπτωση».)

Μετά την εμφάνιση των ΜΑΤ, όλα πήραν τον συνηθισμένο δρόμο τους. Μοιάζει σαν κινηματογραφικό έργο του ίδιου σκηνοθέτη: Η ταινία ξεκινά με ήρεμα πλάνα χαρούμενων διαδηλωτών που τραγουδούν ευτυχισμένοι. Ξαφνικά, ο ουρανός σκοτεινιάζει και από το πουθενά εμφανίζονται κουκουλοφόροι από τη μία και ΜΑΤ από την άλλη. Στην κορύφωση του δράματος, οι κουκουλοφόροι επιτίθενται με μπουκάλια στα ΜΑΤ, και αυτά απαντούν με δακρυγόνα. Στην τελευταία σκηνή βλέπουμε μία έρημη από ζωή πλατεία Συντάγματος τυλιγμένη στους καπνούς και με μασκοφόρους ΜΑΤατζήδες να την προστατεύουν. THE END.

Για την αστυνομική βία δεν θέλω να μιλήσω. Ακόμα και τα ΜΜΕ αναφέρθηκαν σε αυτήν σήμερα, καταλαβαίνεις τι σημαίνει αυτό. Είδες και τα βίντεο: Ανελέητο ξύλο σε διαδηλωτή που ήταν ήδη πεσμένος κάτω. Επιθέσεις σε δημοσιογράφους και οπερατέρ (γιατί τα ΜΑΤ προφανώς έχουν συνηθίσει τέτοιες μέρες να έχουν απεργία τα ΜΜΕ και ξενέρωσαν). Ρίψη χημικών μέσα στο μετρό. Δυστυχώς, δεν υπάρχουν πια λόγια. Μόνο πράξεις.

Η απαξίωση του κόσμου απέναντι στην αστυνομία είναι πρωτοφανής. Κάποια στιγμή ανέβηκε στην πάνω μεριά της πλατείας Συντάγματος μία διμοιρία των ΜΑΤ, η οποία άκουσε τα μύρια όσα από απλούς ανθρώπους, χωρίς κουκούλες, χωρίς άγριες διαθέσεις. «Εγώ άμα απολυθώ θα πάω στο χωράφι να δουλέψω, εσείς τι θα κάνετε; Θα ψοφήσετε ρε», έλεγε κάποιος. Άλλοι προσπαθούσαν μάταια να τους πείσουν ότι στην πραγματικότητα θα έπρεπε να είναι με το μέρος μας και όχι να προστατεύουν τα αφεντικά τους – σαν να προσπαθείς να πείσεις το ροτβάιλερ του γείτονα να πάει και να τον δαγκώσει στο λαιμό την ώρα που κοιμάται. Χαμένος κόπος.

Να παρατηρήσω σε αυτό το σημείο ότι ο Λουκάνικος, ο σκύλος-ήρωας των απανταχού διαδηλωτών, ήταν και πάλι εκεί, γαβγίζοντας στα ΜΑΤ και αποσπώντας με την αξία του το χειροκρότημα του κόσμου. «Φα’τους Κανέλλο!», φώναζαν οι περισσότεροι – και αυτός συνέχιζε να τους γαβγίζει, κι ας μην τον λένε Κανέλλο. Μήπως στην επόμενη πορεία να φέρουμε εκπαιδευμένα ντόπερμαν; Χμμμμμμμ…

Μία ακόμα σημαντική παρατήρηση: Πάρα πολλοί από τους διαδηλωτές είχαν μαζί τους κάμερες – πέρα από τους οπερατέρ των καναλιών. Παντού θα έβλεπες κάποιον με μία ψηφιακή κάμερα στο χέρι να βγάζει βίντεο και φωτογραφίες από την πορεία. Όχι για να τα βλέπει στο σπίτι και να θυμάται τι ωραία που ήταν η πορεία, αλλά για να υπάρχουν αποδείξεις για τυχόν αυθαιρεσίες αστυνομικών. Πλέον, μετά από κάθε πορεία το Internet γεμίζει από δεκάδες φωτογραφίες και βίντεο, αποκαλύπτοντας και αποδεικνύοντας πράξεις που καμία τηλεοπτική κάμερα ποτέ δε θα έπιανε. Χάρη στην τεχνολογία, υπάρχουν πλέον πολύ λιγότερα «τυφλά σημεία» που δεν πιάνει η κάμερα. Ας χρησιμοποιήσουμε μια φορά τις κάμερες και προς όφελός μας, ε;

Κλείνοντας: Χρειαζόμαστε άλλου τύπου πορείες. Όχι φιλοφρονήσεις, όχι «πολιτική ορθότητα», όχι ανούσιοι διαχωρισμοί, όχι παλαιού τύπου συνδικαλιστές, όχι κούφια συνθήματα, όχι τίποτα από αυτά που είδαμε σήμερα. Χρειαζόμαστε πρακτικές σύγχρονες και ουσιαστικές, όχι παρωχημένες και αναποτελεσματικές. Χρειαζόμαστε νέο αίμα. Χρειαζόμαστε πάθος. Χρειαζόμαστε ενέργεια. Χρειαζόμαστε αποφασιστικότητα. Χρειαζόμαστε ομοψυχία. Χρειαζόμαστε συνεννόηση. Χρειαζόμαστε όλα αυτά που δε διαθέτουν οι εργατοπατέρες από τους οποίους εξαρτώμαστε για να κατεβούμε σε μία πορεία.

Πάνω απ’όλα, χρειαζόμαστε ψυχή.

Advertisements