Αν μπορούσε κανείς με κάποιον τρόπο να τοποθετήσει όλες τις λέξεις σε ένα καρτεσιανό σύστημα συντεταγμένων και να μετρήσει τις αποστάσεις μεταξύ τους, οι λέξεις που θα είχαν τη μεγαλύτερη απόστασή ανάμεσά τους θα ήταν η «θεωρία» και η «πράξη». Γιατί το «άσπρο» μπορεί κάλλιστα με ένα μαρκαδοράκι να γίνει «μαύρο» και το «αριστερό» μπορεί με μία απλή αλλαγή προοπτικής να γίνει «δεξί», αλλά η θεωρία θέλει κάτι πολύ παραπάνω για να γίνει πράξη. Γι’αυτό και συνήθως παραμένει θεωρία.

Η θεωρία λέει ότι στις δημοκρατικές χώρες ο λαός επιλέγει ποιος θα τον κυβερνά. Στην πράξη, είναι οι ίδιοι οι μελλοντικοί κυβερνήτες που υπαγορεύουν στο λαό ποιον θα ψηφίσει.

Η θεωρία λέει ότι τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης υπάρχουν για να ενημερώνουν τον κόσμο για όσα συμβαίνουν, αμερόληπτα, ανεξάρτητα και αντικειμενικά. Στην πράξη, τα ΜΜΕ εξυπηρετούν δικά τους συμφέροντα, εξαρτώνται από πολιτικές δυνάμεις και προβάλλουν μόνο τις ειδήσεις που ταιριάζουν με την ατζέντα του αφεντικού τους.

Η θεωρία, επίσης, λέει ότι η αστυνομία οφείλει να υπηρετεί τον ελληνικό λαό (έτσι λέει το Σύνταγμα, δηλαδή). Στην πράξη, η αστυνομία υπηρετεί την εκάστοτε κυβέρνηση και τίθεται αντιμέτωπη με τον ελληνικό λαό όποτε κρίνεται σκόπιμο. Όπως επίσης η θεωρία λέει ότι είναι αναφαίρετα δικαιώματα των πολιτών η διαδήλωση και η απεργία όταν νιώθουν πως θίγονται τα δικαιώματά τους, όμως στην πράξη κάθε φορά που αυτά συμβαίνουν, πάντα βρίσκεται κάποιος εισαγγελέας να κηρύξει την απεργία παράνομη και καταχρηστική και κάποιος Υπουργός Προ.Πο. να δώσει εντολή στα ΜΑΤ να διαλύσουν τη διαδήλωση.

Και φυσικά, για να μη λέμε μόνο αυτά που μας συμφέρουν, στη θεωρία η πλειοψηφία του ελληνικού λαού θέλει να φύγει από την εξουσία αυτή η αποτυχημένη κυβέρνηση, όμως στην πράξη λίγοι (σχετικά) είναι αυτοί που κατεβαίνουν στις πορείες και συμμετέχουν σε ομάδες και δράσεις που υπάρχουν γι’αυτόν τον σκοπό.

Ο φόβος είναι η κλειδαριά που μας κρατάει φυλακισμένους στα σπίτια μας, ανήμπορους να αντιδράσουμε. Ο φόβος ότι η χώρα θα χρεωκοπήσει και δεν θα έχουμε ούτε καν αυτόν τον πενιχρό μισθό που έχουμε τώρα. Ο φόβος ότι θα χάσουμε τη δουλειά μας. Ο φόβος ότι θα μας βρουν τα ξημερώματα σφαγμένους από κάποιον μαχαιροβγάλτη. Ο φόβος ότι αν κατέβουμε σε μία πορεία στο κέντρο θα μας σαπίσουν στο ξύλο. Ο φόβος ότι από τις δικές μας προσωπικές αποφάσεις εξαρτάται το μέλλον της χώρας.

Όμως ο φόβος είναι ένα συναίσθημα διόλου εποικοδομητικό. Κανείς ποτέ δεν πέτυχε τίποτα με τον φόβο, εκτός από το να περάσει μία ζωή μέσα στην ανασφάλεια και τη μιζέρια. Ο φοβισμένος άνθρωπος δεν διεκδικεί τίποτα, γιατί φοβάται τις συνέπειες – και άρα δεν κατακτά και τίποτα, γιατί αν δεν διεκδικήσεις, κανείς δε θα σου χαρίσει από την καλή του την καρδιά. Μία κυβέρνηση λατρεύει τους τρομοκρατημένους πολίτες, γιατί ξέρει ότι μπορεί να τους κάνει ό,τι θέλει χωρίς να ανησυχεί. Εντάξει, μπορεί οι τρομοκρατημένοι πολίτες να την καταψηφίσουν μετά από τέσσερα χρόνια – ε, και; Τέσσερα χρόνια είναι υπεραρκετά για να δημιουργηθούν αμύθητες περιουσίες στις πλάτες ενός τρομοκρατημένου λαού. Κι αν δε φτάσουν, σε 8 χρόνια θα είναι πάλι στην κυβέρνηση για να κάνουν ακόμα περισσότερα.

Όσα συμβαίνουν τα τελευταία χρόνια, συμβαίνουν επειδή εμείς επιτρέψαμε να συμβούν. Αρχικά τα επιτρέψαμε με την συγκατάβασή μας, περιμένοντας κι εμείς να επωφεληθούμε από αυτά. Μετά επιδείξαμε ανοχή, δεχόμενοι μία σειρά από δύσκολα μέτρα που υποτίθεται ότι μακροπρόθεσμα θα έκαναν τη ζωή μας καλύτερη. Τώρα πια το μόνο που μας έμεινε είναι ο φόβος ότι αυτό το σάπιο οικοδόμημα θα καταρρεύσει και θα θαφτούμε κάτω από τα ερείπιά του. Έχουμε παραλύσει από τον φόβο και θα κάνουμε ό,τι μας πουν προκειμένου να «σωθεί» αυτή η χώρα. Το πρόβλημα είναι ότι και να σωθεί η χώρα, θα έχει στο μεταξύ καταστραφεί ο λαός της. Ο λαός είναι που πρέπει να σωθεί, όχι η χώρα. Η χώρα ας πάει στα τσακίδια. Χωρίς λαό, είναι απλά χώμα και νερό.

Κι εγώ φοβάμαι. Όλοι φοβόμαστε, δεν είναι ντροπή. Φοβάμαι γι’αυτό που θα ζήσω αύριο στην πορεία. Φοβάμαι, γιατί έχω δει (και εν μέρει έχω ζήσει) τα κυνηγητά στα στενά της Μητροπόλεως, τα δακρυγόνα στους σταθμούς του μετρό, το ξύλο σε απλούς, ακίνδυνους διαδηλωτές, τα γεμάτα σακίδια που φορτώνονται σε αθώους, ξυλοφορτωμένους διαδηλωτές, την ασφυξία, το κάψιμο στα μάτια, τους προβοκάτορες με τις κουκούλες. Ξέρω ότι πιθανόν να κινδυνεύσω να λιποθυμήσω, να ποδοπατηθώ, να πάθω ασφυξία, να χτυπηθώ με γκλομπ στο κεφάλι, δεν ξέρω κι εγώ τι άλλο. Αλλά νιώθω πως πρέπει να το κάνω. Χρέος προς τον εαυτό μου. Γιατί είναι και κάτι άλλο που φοβάμαι: Φοβάμαι ότι κάποτε το παιδί μου θα γυρίσει και θα με ρωτήσει τι έκανα εγώ όσο συνέβαιναν όλα αυτά στη χώρα μου. Και δεν θα ήθελα η απάντησή μου να είναι «καθόμουν στο κρεβάτι μου και έπαιζα Championship Manager», ούτε και «α, εγώ δεν έχω ιδέα απ’όλα αυτά, ήμουν στο εξωτερικό» (ψέμα, αλλά πιστευτό). Θέλω η απάντησή μου να είναι «πάλεψα, διαμαρτυρήθηκα, αντιστάθηκα». Κι αν η συνέχεια είναι «…αλλά δεν τα κατάφερα», ελπίζω πως θα με κοιτάξει συγκαταβατικά, θα με χτυπήσει στον ώμο και θα μου πει «τουλάχιστον προσπάθησες…».

Ας κατεβούμε όσοι μπορούμε στις πορείες. Ξέρω πως δεν είναι εύκολο για τον καθένα, ειδικά για τους ιδιωτικούς υπαλλήλους – ούτε κι εγώ θα μπορούσα να συμμετέχω αν δεν είχε συμβεί αυτό που συνέβη χθες. Όμως οι υπόλοιποι πρέπει να είμαστε εκεί. Άνεργοι, συνταξιούχοι, δημόσιοι υπάλληλοι, φοιτητές, όλοι. Ας αφήσουμε τον φόβο μας στο σπίτι, αντί να καθόμαστε να του κάνουμε παρέα. Ας τους δείξουμε πως δεν μπορούν να μας κάνουν ό,τι θέλουν, στηριζόμενοι στον φόβο μας. Ξέρω ότι είναι δύσκολο και ίσως μάταιο να ζητάω κάτι τέτοιο από έναν άνθρωπο που τον πνίγουν τα χρέη και βλέπει την οικογένειά του να μαραζώνει, και είναι εξίσου μάταιο να το ζητάω από έναν άνθρωπο που αποτέλεσε μέρος αυτού του συστήματος για χρόνια, βοηθώντας στην εδραίωσή του και βοηθούμενος και ο ίδιος από αυτό, και τώρα δεν ξέρει τι να κάνει ή τι να νιώσει. Και σίγουρα είναι δύσκολο να το ζητάω από κάποιον που του έχουν μάθει πως πρέπει να μισεί τον συμπολίτη του για να αποκομίζει ο ίδιος μεγαλύτερο κέρδος. Όμως πρέπει. Για όλους μας.

Θυμάσαι το «V for Vendetta»; «Δεν πρέπει να φοβούνται οι πολίτες την κυβέρνησή τους, αλλά η κυβέρνηση τους πολίτες». Μήπως είναι καιρός έστω να το προσπαθήσουμε;

Advertisements