Αμφιβολία. Τι όμορφο πράγμα. «Σκέφτομαι, άρα υπάρχω», έλεγε ο Καρτέσιος, εννοώντας στην πραγματικότητα «Αμφιβάλλω, άρα υπάρχω». Γιατί η αμφιβολία είναι η κινητήριος δύναμη για να αναζητήσεις, να προχωρήσεις, να αλλάξεις. Τι κρίμα που, σύμφωνα με τον Καρτέσιο, τόσοι άνθρωποι στην εποχή μας δεν υπάρχουν, κι όμως υποστηρίζουν με πάθος το αντίθετο.

Η κατ’εξοχήν εποχή της αμφισβήτησης στον άνθρωπο είναι η εφηβεία. Γιατί ο έφηβος έχει πλέον συλλέξει αρκετές εμπειρικές πληροφορίες για να μπορέσει να αμφισβητήσει αυτά που του έμαθαν τα προηγούμενα χρόνια η οικογένειά του και το σχολείο. Αρχίζει και διαμορφώνει δικές του απόψεις, που συχνά αποκλίνουν από τις κοινά αποδεκτές. Αρχίζει να σκέφτεται «κι αν δεν είναι έτσι όπως τα λένε; Κι αν συμβαίνει κάτι άλλο;», σκέψεις που συχνά οδηγούν σε ηλίθια συμπεράσματα, όπως π.χ. ότι η υπέρτατη αλήθεια βρίσκεται κρυμμένη κάπου ανάμεσα στους στίχους των Ημισκουμπρίων, όμως ακόμα πιο συχνά καταλήγουν σε συμπεράσματα που θα άφηναν με το στόμα ανοιχτό έναν πενηντάρη, αν είχε ταυτόχρονα ανοιχτό και το μυαλό για να επεξεργαστεί αυτά τα συμπεράσματα, αντί να τα αντιμετωπίσει ενστικτωδώς ως «νεανικές μπούρδες».

Θα’λεγα ότι γεννιόμαστε σαν ένα λευκό χαρτί, που όσο μεγαλώνουμε μεγαλώνει κι αυτό και ένα στυλό το γεμίζει συνέχεια με πληροφορίες, όμως κάποια στιγμή τελειώνει το μελάνι του στυλό και το χαρτί μένει με τις πληροφορίες που έχουν γραφτεί μέχρι εκείνη τη στιγμή. Από εκεί κι έπειτα τίποτα νέο δεν μπορεί να γραφτεί, παρά μόνο να σβηστούν κάποια από τα παλιά γραφόμενα.

Για να χρησιμοποιήσω μία άλλη μεταφορά, είναι σαν να έχουμε έναν διακόπτη κάπου στο κεφάλι μας, ο οποίος κάποια στιγμή πέφτει από μόνος του στο Off και δεν μπορείς να τον ανεβάσεις με τίποτα. Και άπαξ και πέσει στο Off, δεν περνάει τίποτα καινούργιο μέσα στο μυαλό, ό,τι καινούργιο βλέπεις το επεξεργάζεσαι με τα ήδη υπάρχοντα δεδομένα.

Γενικά, διανύουμε την εποχή της βεβαιότητας. Οι άνθρωποι όλο και περισσότερο εμφανίζονται απόλυτα βέβαιοι για τις απόψεις τους και όλο και περισσότερο αυξάνουν τις αντιστάσεις τους απέναντι στις αμφιβολίες, θεωρώντας τις απειλητικές. Σε αυτό σίγουρα έχει συνεισφέρει και η επιστήμη. Φαντάσου κάποιος να έλεγε πριν από 100 χρόνια ότι είναι σίγουρος πως δεν υπάρχει Θεός. Θα τον έπαιρναν με τις ντομάτες (στην καλύτερη) ή με τις πέτρες. Σήμερα, στον δυτικό κόσμο όλο και περισσότεροι το πιστεύουν. Και δεν τους λέει κανείς τίποτα, γιατί μπορούν κι αυτοί να αναφέρουν το Big Bang, τις θεωρίες του Χόκινγκ και όλα τα άλλα επιστημονικά κείμενα που τεκμηριώνουν μία τέτοια άποψη, όταν η αντίθετη άποψη βασίζεται σε ένα βιβλίο που μπορεί να περιέχει στις σελίδες του λιγότερη επιστημονική αλήθεια και από τα Τρία Γουρουνάκια. Παλιά, χωρίς τη βοήθεια της επιστήμης μπορούσες να υποστηρίξεις ότι οι κεραυνοί είναι κάτι κίτρινα μακρυνάρια που πετάει ο Δίας όποτε έχει τις μαύρες του, και οι άλλοι να κουνάνε συγκαταβατικά το κεφάλι. Αν το πεις σήμερα, θα κουνάνε και πάλι συγκαταβατικά το κεφάλι τους, και μετά από πέντε λεπτά θα έπαιρναν τηλέφωνο στο Δαφνί να ρωτήσουν αν τους ξέφυγε κανένας ασθενής.

Δύσκολα θα ακούσεις άνθρωπο άνω των 50 να πει «δεν ξέρω» – εκτός αν η ερώτηση είναι «ποιο καθίκι έφαγε το τελευταίο κομμάτι πίτσα», οπότε το «δεν ξέρω» είναι η μοναδική απάντηση που θα λάβεις. Αλλά σε θέματα πολιτικής, οικονομίας, φιλοσοφίας, το «δεν ξέρω» στους πενηντάρηδες είναι είδος υπό εξαφάνιση. Γιατί έχουν διαμορφώσει τόσο ισχυρές απόψεις, που καμία αμφιβολία δε δείχνει ικανή να τις κλονήσει. Και γι’αυτό και καμία αμφιβολία δεν τολμάει να εισχωρήσει στο μυαλό τους, γιατί ξέρει ότι θα φάει τα μούτρα της.

Φυσικά, δεν υποστηρίζω ότι όλοι οι πενηντάρηδες είναι στενόμυαλοι, ούτε ότι όλοι οι έφηβοι είναι ανοιχτόμυαλοι. Θυμάμαι έναν συμμαθητή μου στο σχολείο που ήταν φανατικός κομμουνιστής, διάβαζε Μαρξ και Μπακούνιν από τα 15 του και κάθε φορά που συζητούσαμε και του λέγαμε για τα εγκλήματα του Στάλιν, αυτός επέμενε πως επρόκειτο για προπαγάνδα των δυτικών. Το δικό του το μυαλό είχε κλείσει πολύ νωρίτερα – ή μάλλον δεν είχε κλείσει, απλά άνοιγε επιλεκτικά για πολύ συγκεκριμένες πληροφορίες, σαν πριβέ κλαμπ με πολύ γερή «πόρτα» που αφήνει μόνο τους σελέμπριτις να μπουν μέσα.

Εξάλλου, θα ήταν χαζό να υποστηρίξω ότι «όλοι οι πενηντάρηδες είναι στενόμυαλοι και όλοι οι έφηβοι ανοιχτόμυαλοι», γιατί ουσιαστικά θα αναιρούσα όλα αυτά που έλεγα πριν για την αμφιβολία: Οι γενικεύσεις είναι η εμπροσθοφυλακή του ανθρώπου που είναι απολύτως βέβαιος για κάτι. Όταν προσπαθήσεις να αντικρούσεις το επιχείρημα για το οποίο είναι απολύτως βέβαιος, η πιο πιθανή απάντηση που θα λάβεις είναι «ε βέβαια, όλοι εσείς οι κομμουνιστές/ακροδεξιοί/νέοι/Φινλανδοί/Facebookάδες/δικηγόροι/φιλόζωοι/____________ (εισάγετε εδώ τη δική σας κατηγορία ανθρώπων που μπορούν να μπουν άκριτα σε ένα τσουβάλι) τα ίδια λέτε».

Μπορείς να το δεις στους πολιτικούς αυτό πολύ έντονα. Οι περισσότεροι μιλούν γενικά και αόριστα, υποστηρίζοντας ιδεολογίες και απόψεις που είναι πρακτικά αδύνατον κανείς να καταρρίψει στο μυαλό τους. Και μπορεί στην τηλεόραση να είναι πολύ αποτελεσματικά τα κούφια λόγια και οι γενικόλογες μπαρούφες, ακριβώς επειδή η τηλεόραση είναι μέσο μονόδρομο και βολεύει στη μονόπλευρη ενημέρωση (και κατ’επέκταση στην προπαγάνδα), όμως ένας εκπαιδευμένος άνθρωπος μπορεί εύκολα να εντοπίσει τον δογματισμό και την κτηνώδη άγνοια σε έναν πολιτικό λόγο. Το πρόβλημα είναι ότι μας λείπει αυτό το είδος εκπαίδευσης.

Φοβάμαι. Φοβάμαι ότι κάποτε θα γίνω κι εγώ τέτοιος άνθρωπος, ένας άνθρωπος που δεν έχει πια περιθώρια αμφιβολίας, που είναι μακάριος στην βεβαιότητά του πως κατέχει την πλήρη αλήθεια και είναι αποφασισμένος να την μεταδώσει και στους γύρω του, λες και είναι ο Μεσσίας και αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ήρθε στην Γη. Φοβάμαι ότι κάποια στιγμή θα πέσουν οι ασφάλειες του μυαλού μου και θα κλειδώσουν μέσα ό,τι υπάρχει ήδη, απαγορεύοντας αυστηρά την είσοδο στις παντός είδους αμφιβολίες, σαν ένα είδος άμυνας ζώνης που μόνο με μακρινά τρίποντα μπορεί να νικηθεί.

Στην εποχή της βεβαιότητας, μόνο οι αμφιβολίες μπορούν να αλλάξουν τον κόσμο. Τι κρίμα που οι άνθρωποι που εξακολουθούν να αμφιβάλλουν δεν ξέρουν ότι είναι οι μόνοι που υπάρχουν…

Advertisements