Ήθελα από καιρό να γράψω αυτό το post. Στην πραγματικότητα, αν κάτσω και γράψω σε ένα χαρτί όλα τα θέματα για τα οποία θέλω να γράψω αλλά δεν έχω χρόνο/διάθεση/έμπνευση/________ (εδώ προσθέστε την δικαιολογία που σας βολεύει) θα γεμίσω πολλές σελίδες. Ας πούμε ότι αυτό το post στάθηκε τυχερό και το επέλεξα ανάμεσα σε χιλιάδες άλλα που δε θα δουν ποτέ το φως της δημοσιότητας. Ευτυχώς για όλους μας.

Αυτό το post αφηγείται την σύντομη ιστορία της ενασχόλησής μου με τα social media. Δεν νομίζω ότι είναι διδακτική ή χρήσιμη για τον οποιονδήποτε, αλλά από πότε ένα κείμενο πρέπει να είναι κοινωνικά χρήσιμο για να γραφτεί; Αν ήταν έτσι, οι εφημερίδες θα κυκλοφορούσαν σε φέιγ βολάν.

Που λες, όλα ξεκίνησαν τον Φεβρουάριο του 2008. Μέχρι τότε ήμουν ένας αθώος νεαρός του οποίου η ενασχόληση με το Internet περιοριζόταν στην καθημερινή ανανέωση ενός blog που δε διάβαζε σχεδόν κανένας. Αυτή ήταν η «επανάστασή» μου, να γράφω αυτά που σκεφτόμουν σε ένα λευκό χαρτί που έχωνα μέσα σε ένα μπουκάλι και το πετούσα στον ωκεανό του Internet.

Είχα ακούσει για το Facebook, αλλά δε με ενδιέφερε ιδιαίτερα. Είμαι ένας από αυτούς τους μονόχνωτους τύπους που ποτέ δεν κυνήγησαν τους φίλους και απλά βολεύτηκαν με αυτούς που βρέθηκαν τυχαία στον δρόμο τους. Τι νόημα είχε, λοιπόν, για μένα να μπω σε ένα κοινωνικό δίκτυο που θα με έφερνε σε επαφή με τους, ούτως ή άλλως, λίγους και εκλεκτούς φίλους μου;

Το τυράκι που με ξεγέλασε και με οδήγησε πονηρά στο Facebook ήταν το κουτσομπολιό, αυτή η μάστιγα της ανθρωπότητας. Ούτε καν σκεφτόμουν να μπω στη διαδικασία του Facebook, μέχρι που μία φίλη μου από το σχολείο, με την οποία κάναμε τότε παρέα, με ενημέρωσε ότι πολλά παιδιά από το σχολείο μου είχαν ήδη Facebook. Φυσικά δε με ενδιέφερε και τόσο αν ήταν καλά στην υγεία τους – δεν ξέρω αν έχω αναφέρει στο παρελθόν ότι ποτέ δεν είχα καλή σχέση με τους περισσότερους συμμαθητές μου. Αυτό που με ενδιέφερε ήταν το κουτσομπολιό: Τα’χει ακόμα αυτός με αυτήν; Παράτησε τις σπουδές του ο τάδε; Πού έπιασε δουλειά ο δείνα; Πώς να είναι μετά από 10 χρόνια η Κ. που γούσταρα στο γυμνάσιο; Και κάπως έτσι ξεκινάει η πορεία μου στα social media: Από την ανάγκη για κουτσομπολιό.

Βέβαια, τελικά απογοητεύτηκα: Όντως, οι περισσότεροι συμμαθητές μου είχαν ήδη λογαριασμό στο Facebook, αλλά το ενδιαφέρον μου χάθηκε μόλις αποδέχθηκαν το friend request μου (όσοι το αποδέχθηκαν, δηλαδή). Σχεδόν κανένας από αυτούς δεν είχε να μου πει κάτι ενδιαφέρον. Όπως και στο σχολείο, άλλωστε. Και κάπου εκεί συνειδητοποίησα ότι το να ξαναβρίσκεις τους παλιούς σου συμμαθητές στο Facebook είναι τόσο ευχάριστο όσο το να ξαναβρίσκεις τις ξεραμένες μύξες σου κάτω από τον καναπέ. Κι αν ελπίζεις ότι στο μεταξύ οι μύξες έχουν μεταμορφωθεί σε κάτι καλύτερο, γελιέσαι.

(και επειδή ξέρω ότι κάποιοι εξ αυτών θα το διαβάσουν αυτό, δε σας παίρνει όλους η μπάλα. Ξέρετε ποιοι να την αποφύγετε.)

Προσπερνώντας λοιπόν το κομμάτι των παλιών συμμαθητών, ξεκίνησα να ασχολούμαι με τις εφαρμογές του Facebook. Παιχνίδια της σειράς που απαιτούσαν να ενοχλείς συνέχεια τους φίλους σου για να σε «βοηθήσουν», ηλίθια κουιζ χάρη στα οποία μάθαινες πόσο καλός φίλος είσαι, πόσο μαλάκας είσαι, τι ράτσα σκύλου είσαι, τι μάρκα απορρυπαντικό είσαι και άλλα τέτοια χρήσιμα (να πω την αμαρτία μου, έφτιαξα κι εγώ ένα τέτοιο κουιζ και το έκανε πολύς κόσμος, αλλά δε θα αποκαλύψω ποτέ ποιο), διάφορες εφαρμογές σχετικές με μουσική και κινηματογράφο, μία άλλη στην οποία βαθμολογούσες φωτογραφίες από γκόμενες (ΟΚ, θα το παραδεχτώ, την είχα λιώσει τη συγκεκριμένη), γενικά θα μπορούσα να χαρακτηρίσω την όλη διαδικασία «αμφιβόλως εποικοδομητική επένδυση χρόνου και ενέργειας».

Για να λέμε όμως και τα καλά, το Facebook ήταν καλή παρέα κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής μου θητείας. Με το που έβγαινα από το στρατόπεδο με έξοδο, το πρώτο πράγμα που έκανα ήταν να τρέξω στο πλησιέστερο Internet Cafe και να μπω κατά σειρά: 1. Στο mail μου, 2. Στο Facebook και 3. Στο blog μου. Το Facebook με κράτησε σε (υποτυπώδη έστω) επαφή με τον έξω κόσμο, τον δικό μου κόσμο, και ειλικρινά δεν το μετάνιωσα καθόλου που ένα ολόκληρο καλοκαίρι στη Χίο πήγα μία φορά σε παραλία και τριάντα φορές σε Internet Cafe.

Με το που τελείωσα από τον Στρατό, όμως, τον Φεβρουάριο του 2009, ξεθώριασε και το Facebook. Ειδικά η μανία με το FarmVille ήταν τόσο ενοχλητική, που μπορεί να περνούσαν μέρες ολόκληρες μέχρι να μου έρθει η διάθεση να μπω στο Facebook, και τότε έβλεπα τα δεκάδες requests του FarmVille και έβγαινα αμέσως. Ουσιαστικά, από τότε το Facebook το κρατάω για έναν και μόνο λόγο: Επειδή δε μου κάνει καρδιά να το κλείσω. Στην πραγματικότητα δε μου χρησιμεύει σε τίποτα – με όσους «φίλους» μου πραγματικά θέλω να κάνω παρέα, έχω τρόπο να το κάνω εκτός του Facebook. Έτσι, στο facebook μου τώρα θα δεις λιγότερη δράση απ’ό,τι σε έναν μαραθώνιο αγώνα σαλιγκαροδρομιών.

Στο μεταξύ, άκουγα σε πολλά ΜΜΕ να λένε για το Twitter. Ωστόσο, το απέρριψα αμέσως – ουσιαστικά, το Twitter είναι ένα mini Facebook με περιορισμό στους χαρακτήρες που μπορείς να χρησιμοποιήσεις. Τι να το κάνω εγώ που χρειάζομαι 2.000 λέξεις για να περιγράψω κάτι που θα μπορούσε κάποιος άλλος να πει με μία πρόταση; Έτσι, επέστρεψα στο blog μου, το οποίο εξακολουθούσε να μη διαβάζει κανένας, αλλά τουλάχιστον μου έδινε την ευχαρίστηση ότι έκανα κάτι δημιουργικό.

Χρειάστηκε πολύς καιρός για να πειστώ να φτιάξω Twitter, αυτό έγινε τον Σεπτέμβριο του 2009. Αυτή τη φορά δεν με επηρέασε κανένας, το αποφάσισα μόνος μου. Είχα μόλις πιάσει δουλειά σε ένα βιβλιοπωλείο, και σκέφτηκα ότι ίσως θα ήταν ένας καλός τρόπος να σκοτώνω την ώρα μου όταν δε θα είχε κόσμο στο μαγαζί. Δεν περίμενα ότι θα κρατούσε πολύ η σχέση του μαζί μου. Κι όμως, τελικά μου άρεσε και του άρεσα.

Το Twitter είναι διαφορετικό από το Facebook. Για να περιγράψω τη διαφορά τους, θα πω το κλισέ που κυκλοφορεί στους κύκλους του Twitter εδώ και πολύ καιρό: «Το Facebook είναι οι συμμαθητές που είχες. Το Twitter είναι οι συμμαθητές που θα ήθελες να είχες». Από την πρώτη στιγμή που ξεκίνησα να γράφω λιλιπούτεια μηνύματα στο Twitter ένιωσα ότι εκεί υπήρχαν άνθρωποι με τους οποίους μπορούσα να συνεννοηθώ καλύτερα κι από τους φίλους μου.

(ακόμα θυμάμαι το πρώτο μου tweet: «Για να δούμε τι λέει κι αυτό το Twitter…». Ήμουν εντελώς δύσπιστος και δεν πίστευα ότι θα μου άρεσε.)

Βέβαια, δεν είναι για όλους το Twitter: Ο φίλος μου ο Γ. μπήκε, αφού τον έπρηζα για μερικούς μήνες, και τελικά βαρέθηκε πριν καν συμπληρώσει έναν μήνα. Και ναι, η αλήθεια είναι ότι το Twitter μπορεί να γίνει πολύ βαρετό αν δεν έχεις τον χρόνο και τη διάθεση να κάτσεις να ψάξεις ποιους πραγματικά αξίζει να ακολουθήσεις.

Βέβαια, η δική μου τακτική είναι άλλη: Μπορώ να κάνω οποιονδήποτε follow, αρκεί να μην υποστηρίζει ακραίες απόψεις (κοινώς: να μην είναι φασίστας, γιατί μη νομίζεις, κι εκεί υπάρχουν τέτοιοι), να μην γράφει greeklish (με ελαχιστότατες εξαιρέσεις), και φυσικά να μην έχει κλειδωμένο προφίλ (που είναι μάλλον φεϊσμπουκικό κατάλοιπο και δεν το κατανοώ). Οι περισσότεροι κάνουν επιλεκτικά follow σε λίγους χρήστες που τους ενδιαφέρουν, γλιτώνοντας το αμήχανο χάος των 20 tweets άνά δέκα δευτερόλεπτα, όπου χάνει ο tweeter το RT και το RT τον tweeter. Αλλά εμένα το χάος είναι το φυσικό μου περιβάλλον, οπότε κανείς δεν μπορεί να κατηγορήσει τους άλλους.

Πρόσφατα μπήκα και στο Google+ – κάποτε με παρακαλούσαν να μπω σε ένα social network, και τώρα παρακαλούσα εγώ για μία πρόσκληση. Οι εποχές άλλαξαν. Και το Google+ είναι κάτι καινούργιο, ένα υβρίδιο που μπορεί να εξελιχθεί σε κάτι πολύ ενδιαφέρον ή σε κάτι πολύ αδιάφορο. Θα δείξει.

Γιατί τα γράφω όλα αυτά σήμερα; Γιατί με αυτό το post (με το link που θα στείλει στο Twitter, δηλαδή) συμπληρώνω 20.000 tweets. Είναι ένας τρομακτικός αριθμός, ειδικά αν κάτσω και σκεφτώ πόσο χρόνο από τη ζωή μου έχω σπαταλήσει επινοώντας, γράφοντας και απαντώντας σε tweets.  Ναι, είμαι καμένος και είμαι ο πρώτος που θα το παραδεχτεί. Αλλά κι εσύ θα πρέπει να παραδεχτείς ότι χάρη στο Twitter έχω δουλειά σήμερα, με τη βοήθεια μίας follower μου (και πάλι ευχαριστώ, ποτέ δε θα είναι αρκετά τα «ευχαριστώ»), και άρα το Twitter μου τον έχει ξεπληρώσει και με το παραπάνω αυτόν τον χρόνο.

Άντε, το επόμενo post στα 100.000.

Advertisements