Είχα εδώ και έναν μήνα περίπου στο κεφάλι μου ένα κείμενο για τους αστυνομικούς και την αστυνομία που ήθελα να γράψω, και το ταλαιπωρούσα άδικα τόσο καιρό χωρίς να βρίσκω το χρόνο ή/και τη διάθεση να το γράψω. Αλλά μετά τα χθεσινά απερίγραπτα γεγονότα νομίζω ότι είναι η πλέον κατάλληλη στιγμή να το κάνω. Κι ας χάσω μία ώρα ύπνου για να το κάνω – έτσι κι αλλιώς, ο ύπνος ποτέ δε μου είναι αρκετός. Αλλά για την τρομοκρατία του πρωινού ξυπνήματος και τη δράση μου στον Ε.Φ.Α.Π.Α.Ξ. (Ενιαίος Φορέας Αντίστασης στο Πρωινό Αναγκαστικό Ξύπνημα, για τους αμύητους) θα μιλήσω κάποια άλλα φορά. Τώρα έχουμε άλλα θέματα.

Να ξεκαθαρίσω από την αρχή κάτι: Ποτέ δεν αντιμετώπισα προσωπικά πρόβλημα με κανέναν αστυνομικό. Η μόνη μου επαφή με αστυνομικό ήταν όταν ήμουν τεσσάρων χρονών, σε ένα πάρκο στο Γαλάτσι, όπου είχαμε πάει με τη γιαγιά μου για να παίξω (ξέρεις, τα Εξάρχεια δεν είχαν και τόσα πάρκα, οπότε έπρεπε να ξενιτευόμαστε για να βλέπω λίγο πράσινο). Η μνήμη μου γενικά είναι για τα μπάζα, οπότε δε θυμάμαι και πολλά πράγματα, θυμάμαι χαρακτηριστικά όμως έναν χαμογελαστό αστυνομικό να χαριεντίζεται με τη γιαγιά μου και να μου φοράει τις χειροπέδες του, για πλάκα. Μια πλάκα που πολύ χαροποίησε και τους δύο, αλλά εμένα προσωπικά με έκανε να βάλω τα κλάματα. Κι ας ήξερα κι εγώ ότι ήταν μια πλάκα, ότι ήταν η γιαγιά μου εκεί και δε θα μπορούσε ο αστυνομικός να μου κάνει κακό. Θα μπορούσες να πεις ότι αυτή ήταν η πρώτη (και ουσιαστικά η τελευταία) εμπειρία που είχα με την αστυνομία. Και ήταν τραυματική.

Μπορεί αυτός να είναι ο λόγος που ποτέ δεν συμπάθησα ιδιαίτερα την αστυνομία και τους αστυνομικούς. Αλλά δεν το πιστεύω αυτό. Ο λόγος είναι μάλλον όλα αυτά που έχω ακούσει για τους αστυνομικούς και την αστυνομία, και τα οποία επιβεβαιώνονται καθημερινά (άρα δεν είναι απλώς φήμες που διαδίδουν οι αναρχικοί, οι αντικαθεστωτικοί και αυτός ο έρμος ο ΣΥΡΙΖΑ που μάλλον είναι ο Θεός ο ίδιος, γιατί είναι πανταχού παρών και τα πάντα λερών’). Και μπορεί εγώ να μην έχω κάποια σχετική αρνητική εμπειρία, αλλά όταν μιλάς με διαφορετικούς ανθρώπους που έχουν υποστεί την αστυνομική βία είναι σαν να την έχεις υποστεί κι εσύ. Έτσι, νομίζω ότι η αντιπάθειά μου προς τους αστυνομικούς δεν οφείλεται σε κάποια υπερφυσική, παράλογη αιτία, ούτε σε ένα χαζό παιδικό τραύμα. Οφείλεται στην πραγματικότητα.

(επίσης, ένας από τους λόγους που πάντα έβλεπα με κακό μάτι τους αστυνομικούς ίσως ήταν η επιμονή της μάνας μου να μου λέει από μικρό παιδί «φασίστας και μπάτσος μη γίνεις, κι ό,τι άλλο θες γίνε». Και την ευχαριστώ γι’αυτό.)

Έχω περάσει από το στάδιο που ήθελα όλοι οι αστυνομικοί να πεθάνουν πνιγμένοι μέσα στα δακρυγόνα τους ή κακοποιημένοι μέχρι θανάτου με τα ίδια τους τα γκλομπς. Δεν ντρέπομαι να το πω. Έχω νιώσει αυτό το απύθμενο μίσος εναντίον τους, έχω κάνει τις χειρότερες σκέψεις γι’αυτούς και τελικά κατέληξα σε μία πιο μετριοπαθή στάση, μία απλή αντιπάθεια. Μία έντονη αντιπάθεια, για να είμαι ειλικρινής. Θέλω να τους αποφεύγω και να με αποφεύγουνε, να αλλάζουμε πεζοδρόμιο κάθε φορά που βλέπει ο ένας τον άλλο. Καμιά φορά νιώθω και την ανάγκη να τους φτύσω όταν τους βλέπω, όπως όταν βλέπεις τον πούστη που σου έφαγε τη γκόμενα και θες να πας να του κόψεις το λαρύγγι, αλλά τελικά απλά κλείνεσαι στις σκέψεις σου και του κόβεις το λαρύγγι σε ένα παράλληλο σύμπαν, το οποίο υπάρχει μόνο στο κεφάλι σου.

Κάθε πρωί και κάθε βράδυ, πηγαίνοντας και γυρίζοντας από τη δουλειά μου, βλέπω μία παρέα αστυνομικών στην ίδια γωνία. Μερικές φορές τους πετυχαίνω να κοπροσκυλιάζουν, άλλες να στέκονται αγέρωχοι και να κοιτάνε το υπερπέραν, και κάποιες φορές να ελέγχουν μελαμψούς τύπους που απλώς έτυχε να περνούν από εκεί. Σκέφτομαι πόσο λάθος είναι αυτό που κάνουν: Αυτό τους μάθανε στη σχολή άραγε; Τα απαρχαιωμένα φυσιογνωμικά κριτήρια του Λομπρόζο για το ποιος είναι εγκληματίας και ποιος όχι; Και πού ξέρουν ότι εγώ, ο κοστουμαρισμένος τύπος που περνάει κάθε μέρα από εκεί δεν θα κατέβω μια μέρα ζωσμένος με εκρηκτικά, αποφαασισμένος να σκοτώσω ό,τι κινείται; Και πώς μπορώ να νιώσω ασφαλής όταν νιώθω ότι η πόλη μου είναι γεμάτη από τέτοιους τύπους που ψάχνουν «ύποπτες» φάτσες; Και ποιος μου εξασφαλίζει ότι μια μέρα δε θα έχω κι εγώ «ύποπτη» φάτσα;

Ας ξεκινήσουμε από τα βασικά: Η αστυνομία, καλώς ή κακώς (κακώς για μένα) είναι απαραίτητη σε μία κοινωνία σαν τη δική μας. Είναι απαραίτητη επειδή ο άνθρωπος βάζει πάντα τον εγωισμό του πάνω απ’όλα, με αποτέλεσμα πολύ συχνά να ξεπερνά ακόμα και τους νόμους προκειμένου να πετύχει τον εγωιστικό του στόχο. Κάποιος πρέπει να σταματά αυτούς τους ανθρώπους που παραβαίνουν τον νόμο, και αυτή είναι η δουλειά της αστυνομίας. Αν ήμασταν μία κοινωνία αγγέλων, οι αστυνομικοί αναγκαστικά θα έκαναν άλλο επάγγελμα, γιατί το δικό τους δεν θα υπήρχε. Αλλά είμαστε μία κοινωνία εγωπαθών, αδίστακτων ανθρώπων, και άρα θεωρητικά χρειαζόμαστε την αστυνομία.

(όπως θα έχεις καταλάβει είμαι λίγο μισάνθρωπος. Μην εκπλήσσεσαι. Η φύση με έκανε ρομαντικό και η ζωή κυνικό. Κι εγώ τα ίδια σκατά με τους άλλους είμαι, την ουρά μου δεν τη βγάζω απ’έξω. Είμαι αδύναμος ως άνθρωπος.)

Για τη λειτουργία της αστυνομίας, ωστόσο, υπάρχουν κάποια θέματα, το σημαντικότερο από τα οποία συνοψίζεται στο ερώτημα «ποιος φυλάει τους φύλακες;». Δηλαδή ποιος ελέγχει αν η αστυνομία κάνει καλά τη δουλειά της; Σε ποιον λογοδοτούν οι αστυνομικοί που ξεφεύγουν από τα όρια της δικαιοδοσίας τους; Και σε τελική ανάλυση: Ποια ακριβώς είναι η δικαιοδοσία τους;

Δυστυχώς, η ανθρώπινη φύση παρουσιάζει και εδώ το χειρότερο πρόσωπό της. Γιατί η στολή του αστυνομικού προσφέρει μία αίσθηση εξουσίας σε αυτόν που τη φοράει, και όπως ξέρουμε όλοι πολύ καλά, η εξουσία διαφθείρει τον άνθρωπο περισσότερο από οτιδήποτε άλλο. Έτσι, ο αστυνομικός που ορκίστηκε να προστατεύει τον πολίτη, συχνά γίνεται ο χειρότερος εχθρός του. Ο άνθρωπος που επιφορτίστηκε με το έργο της αντιμετώπισης των κακοποιών στοιχείων, γίνεται ο ίδιος κακοποιό στοιχείο. Και τίθεται αντιμέτωπος με τον απλό πολίτη, πετώντας στα σκουπίδια τους όρκους του και περνώντας από την προληπτική αστυνόμευση στην τυφλή καταστολή.

Δεν είχα ποτέ φίλο αστυνομικό. Ούτε καν γνωστό, ούτε συγγενή. Ποτέ. Πρόσφατα μία φίλη φίλης που έχει σχέση εδώ και λίγα χρόνια με αστυνομικό μας πρότεινε να τον γνωρίσουμε. Το αποφεύγω επιμελώς, ίσως άδικα. Γιατί κατά βάθος θα ήθελα κάποια στιγμή να μιλήσω με κάποιον από αυτούς και να τον ρωτήσω γιατί επέλεξε αυτό το επάγγελμα, τι ευχαρίστηση του προσφέρει, αν έχει ήσυχη τη συνείδησή του όταν κοιμάται το βράδυ, και τέτοια. Ξέρω ότι εγώ προσωπικά δε θα γινόμουν ποτέ αστυνομικός. Καλύτερα ζητιάνος στο Μοναστηράκι, καλύτερα άστεγος στην Κίνα, να τρώω ζωντανές ακρίδες για να ζήσω. Είναι θέμα αξιοπρέπειας. Πιστεύω ότι κανένας αξιοπρεπής άνθρωπος δεν θα δεχόταν να γίνει αστυνομικός. Προσωπική γνώμη εκφράζω. Είδα ένα σύνθημα γραμμένο στην Πανεπιστημίου χθες, καθώς έφευγα κλαμμένος από το Σύνταγμα: «Μπάτσε, η ντροπή δεν είναι δουλειά». Ε, αυτό ακριβώς.

Δεν ξέρω αν υπάρχουν «καλοί αστυνομικοί», αλλά ειλικρινά δεν μπορώ να εκτιμήσω σαν άνθρωπο κάποιον που κάνει αυτήν τη «δουλειά». Θυμάμαι στον Στρατό, όταν έλεγα στους άλλους φαντάρους ότι έχω σπουδάσει δημοσιογραφία, που με κοίταζαν με μισό μάτι και με έλεγαν αλήτη ρουφιάνο. Ίσως κάπως έτσι βγαίνει το κακό όνομα στους αστυνομικούς, αλλά ειλικρινά δυσκολεύομαι να το πιστέψω.

(εντάξει, δεν μπαίνουν όλοι στο ίδιο τσουβάλι. Άλλες ευθύνες καταλογίζω στα ΜΑΤ, άλλες στους ΔΙΑΣ, άλλες στον αστυνόμο της γειτονιάς μου, άλλες στην Τροχαία. Δεν μπορώ να εξισώσω έναν τροχονόμο με έναν χημικό δολοφόνο, όμως δεν έχω θετική γνώμη για κανένα αστυνομικό όργανο.)

Το βασικό πρόβλημα που έχω με τους αστυνομικούς είναι η τυφλή υποταγή στα αφεντικά τους. Με εξοργίζει αυτό και τους το καταλογίζω. Όταν ένας ολόκληρος λαός ξεσηκώνεται εναντίον μίας διεφθαρμένης και αποτυχημένης εξουσίας που παλεύει να διατηρηθεί στον θρόνο της με νύχια και με δόντια εις βάρος του λαού (αλλά και της αστυνομίας, σε τελική ανάλυση!), θεωρώ ότι οι αστυνομικοί θα έπρεπε να πάρουν το μέρος του λαού. «Κι εσείς 500 ευρώ θα παίρνετε ρε», έλεγε κάποιος χθες στους ΜΑΤατζήδες, προσπαθώντας ΜΑΤαια να τους πείσει ότι βρισκόμαστε στην ίδια μοίρα. Όμως αυτοί, αντί να ενωθούν με τον κόσμο και να κατεβάσουν τις ασπίδες πετούσαν όλο και περισσότερα δακρυγόνα, προστατεύοντας τα αφεντικά τους με εντυπωσιακή αυταπάρνηση. Ξέρεις κάτι; Κακώς τους λένε «γουρούνια». Οι αστυνομικοί είναι καθαρά ντόπερμαν: Ένα ενστικτωδώς επιθετικό σκυλί που εξαπολύει φουλ επίθεση όταν νιώσει την παραμικρή απειλή, μόνο και μόνο για να κερδίσει ένα κόκαλο και ένα χάδι στο κεφάλι από το αφεντικό του. Προτείνω από εδώ και στο εξής οι αστυνομικοί να φέρουν ταμπελίτσα κρεμασμένη στον λαιμό, που να γράφει με μεγάλα γράμματα «ΠΡΟΣΟΧΗ ΣΚΥΛΟΣ», να ξέρουμε τι να περιμένουμε.

Βέβαια, ας μην τα ρίχνουμε όλα σε αυτούς: Τα όσα συνέβησαν χθες στο κέντρο της Αθήνας δεν τα σκέφτηκαν μόνοι τους οι ΜΑΤατζήδες – εξάλλου, σε αυτή τη «δουλειά» που κάνουν δεν υπάρχει χώρος για σκέψη. Σαν καλά σκυλιά, κάνουν ό,τι τους πει το αφεντικό τους. Είναι ξεκάθαρο ότι για όσα συνέβησαν χθες την μεγαλύτερη ευθύνη φέρει ο ανεκδιήγητος Υπουργός Προστασίας του Πολίτη (σας παρακαλώ, ας αλλάξει επιτέλους ο τίτλος αυτού του υπουργείου, δεν ξέρω αν πρέπει να κλάψω ή να γελάσω), που σε μία ιδανική κοινωνία σήμερα το πρωί θα είχε κάνει χαρακίρι με σπαθί σαμουράι για να γλιτώσει την ατίμωση, αντί να βγαίνει και να πραγματοποιεί ηρωική εμφάνιση. Αλλά βέβαια το κακό σε αυτή τη χώρα είναι ότι αυτοκτονούν οι μεροκαματιάρηδες που δεν έχουν να πληρώσουν 500 ευρώ στην τράπεζα και όχι οι αληθινοί εγκληματίες. Είπαμε, δεν είμαστε κοινωνία αγγέλων.

Ασφαλώς, ξέρω ότι είναι πολύ εύκολο να χτυπήσεις το «πιόνι» που προστατεύει τον «βασιλιά», ενώ ο τελικός σου στόχος είναι να κερδίσεις μία δύσκολη παρτίδα, όμως σκέφτομαι το εξής: Σε ποιο βαθμό ένας άνθρωπος μπορεί να ακολουθεί τυφλά εντολές; Αν έκαναν σε ένα γκάλοπ την ερώτηση «θα χτυπούσατε διαδηλωτές στο κεφάλι αν ξέρατε ότι στο τέλος του μήνα θα μπουν 700 ευρώ στον λογαριασμό σας ό,τι κι αν κάνετε;», πόσοι θα απαντούσαν καταφατικά; Και τελικά γιατί είμαι υποχρεωμένος να σέβομαι κάποιον που το παίζει μάγκας και πουλάει τσαμπουκά όντας οπλισμένος σαν αστακός, κόντρα σε κάθε λογική και κάθε θεσμικό ρόλο; Μήπως αυτά τα «πιόνια» δεν είναι και τόσο αθώα τελικά;

Και μια και μιλάμε για σεβασμό: Τον σεβασμό δεν τον απαιτείς δια της βίας. Τον αποκτάς με τις πράξεις σου. Δια της βίας προκαλείς μόνο φόβο, στην καλύτερη περίπτωση. Και ο φόβος είναι χαρακτηριστικό άλλων πολιτευμάτων, και σίγουρα όχι της δημοκρατίας. Αν έχουμε μπασταρδοκρατία, ή χουλιγκανιζομένη δημοκρατία, τουλάχιστον ας το παραδεχτούν οι πολιτικοί μας δημοσίως, να μην παλεύουμε κι εμείς άδικα για μια εικαζόμενη «δημοκρατία».

Για να κλείσω επιτέλους αυτό το κολοσσιαίων διαστάσεων (αλλά μάλλον ελαχίστης σημασίας) κείμενο, θέλω να πω ένα πράγμα: Η βία της αστυνομίας δεν είναι δικαιολογημένη. Είδα ΜΑΤατζή χθες να πετάει στον κόσμο πέτρα – επιτρέπεται αυτό; Είδα «κουκουλοφόρους» να πηγαίνουν αγκαλίτσα με αστυνομικούς στη Βουλή – προβλέπεται αυτό; Είδα απλούς ανθρώπους (απλούς, χωρίς μάσκες, χωρίς κουκούλες, με τα πρόσωπά τους σε κοινή θέα) να δέχονται απρόκλητη επίθεση από αστυνομικούς – πού το γράφει ο νόμος ότι επιτρέπεται αυτό; Είδα μία πλατεία στην οποία για εβδομάδες ολόκληρες ο κόσμος διαδήλωνε ειρηνικά να γίνεται πουτάνα από αστυνομικούς που μου απαγόρευαν να την προσεγγίσω – πότε καταργήθηκε το δικαίωμά μου να διαδηλώσω σε μία πλατεία; Είδα δεκάδες μηχανές της ΔΙΑΣ να διασχίζουν γεμάτους δρόμους, αδιαφορώντας για τον πανικόβλητο κόσμο που έτρεχε γύρω τους – ποιος τους έδωσε το δικαίωμα αυτό;

Χούντα εγώ δεν έζησα. Και θεωρούσα υπερβολικούς αυτούς που μιλούσαν για την «χούντα που δεν τελείωσε το ’73». Πείσε με εσύ τώρα ότι έχουμε δημοκρατία. Δεν έχουμε δημοκρατία. Πόλεμο έχουμε. Και θα πολεμήσουμε ο καθένας με τα όπλα του: Αυτοί με τις μάσκες τους, εμείς με τα πρόσωπά μας. Αυτοί με τις προβοκάτσιες τους, εμείς με το πείσμα μας. Αυτοί με τα δακρυγόνα, εμείς με ό,τι βρούμε μπροστά μας.

Αυτοί με τα γκλομπς, εμείς με τα μπλογκς.

(Υ.Γ.: Δεν θα απαντήσω σε κανένα σχόλιο, αλλά τα αφήνω ανοιχτά για να πει ο καθένας την άποψή του. Δεν έχω όρεξη για διάλογο, βαριέμαι αυτές τις ατέρμονες συζητήσεις που ο ένας προσπαθεί να πείσει τον άλλο, ενώ κανένας από τους δύο δεν είναι διατεθειμένος να αλλάξε έστω και λίγο τη δική του γνώμη. Αν θέλετε κάτι παραπάνω, το mail μου το έχω δώσει, δεν το κρύβω.)

Advertisements