Αγαπητό ημερολόγιο,

ξέρω ότι σε έχω παρατήσει στην τύχη σου, να μαζεύεις αράχνες και σκόνη, αλλά πίστεψέ με, δε θα ήθελες να σε πρήζω κάθε μέρα με το τι έγινε στη δουλειά, πόσο μαλάκες ανθρώπους συναντά κανείς στο μετρό και πόσα υπαρξιακά ερωτήματα περνάνε από το κεφάλι μου το πρωί, όταν το μυαλό μου δεν έχει γίνει ακόμα ζελέ από την κούραση. Πάλι καλά να λες.

Και μπορεί να σε άφηνα στην ησυχία σου για περισσότερο χρονικό διάστημα, αν δεν έτρεχε η επικαιρότητα. Ξέρεις, «Αγανακτισμένοι στο Σύνταγμα», διαδηλώσεις, #greekrevolution και όλα αυτά. Όπως λέει μία σοφή παροιμία, «οι γνώμες είναι σαν τις κωλοτρυπίδες: Όλοι έχουν από μία». Έτσι κι εγώ, έχω μία γνώμη (και μία κωλοτρυπίδα, επίσης) και θα σκάσω αν δεν την πω.

Την περασμένη Τρίτη διάβασα για πρώτη φορά για τους «Αγανακτισμένους στο Σύνταγμα», όταν κάποιος φίλος μου στο Facebook με κάλεσε στην εκδήλωση που είχε ήδη στηθεί για την Τετάρτη στις 6 το απόγευμα. Είχαν ήδη δηλώσει ότι θα παραστούν περίπου 15.000 άλλοι, ενώ ήταν προσκεκλημένοι γύρω στους 100.000 που δεν είχαν απαντήσει. Ρίχνοντας μια ματιά στα posts όσων σκόπευαν να συμμετάσχουν, είδα αυτό που περίμενα: Μία οργή για τους πάντες και τα πάντα, μία αναμενόμενη αγανάκτηση για όλα τα στραβά που μας συμβαίνουν, και φυσικά καμία απολύτως πρόταση. Είδα, όμως, και κάτι που δεν περίμενα: Επανειλημμένες εκκλήσεις από τους περισσότερους για μία ειρηνική διαδήλωση, χωρίς κουκουλοφόρους, χωρίς συμπλοκές, χωρίς δακρυγόνα και – το κυριότερο – χωρίς κόμματα. Ήταν από την αρχή φανερό ότι αυτό που ξεκινούσε ήταν κάτι μεγάλο και φιλόδοξο.

Αρχικά δεν πάτησα το attend. Μέσα στον ορυμαγδό των posts που ερχόντουσαν κάθε 5 δευτερόλεπτα διέκρινες και ένα περίπου 10% το οποίο προερχόταν από ακροδεξιούς. Η εποχή ευνοεί τα ακροδεξιά κινήματα, κι έτσι φοβήθηκα ότι ακόμα κι αν πήγαινε να γίνει κάτι καλό, θα το καρπώνονταν οι ακροδεξιοί. Κι εξάλλου, ποιος θέλει να πάει και να διαδηλώσει στο ίδιο μέρος και για τον ίδιο σκοπό μαζί με έναν ακροδεξιό; Εγώ δεν το ήθελα. Όμως ήμουν πραγματικά περίεργος για να δω τι θα συνέβαινε εκεί – οι attending είχαν ξεπεράσει τους 40.000, και μάλιστα αφού το event «κατέβηκε» και ανέβηκε ξανά κάποια στιγμή το απόγευμα της Τρίτης. Ήταν ένας εντυπωσιακός αριθμός, και δεν ήθελα να είμαι έξω από κάτι τέτοιο.

Πηγαινοντας την Τετάρτη στο Σύνταγμα, αμέσως μετά τη δουλειά, φανταζόμουν επεισόδια και δακρυγόνα. Η εικόνα που αντίκρυσα με διέψευσε εντελώς. Ένα Σύνταγμα γεμάτο από κόσμο, κόσμο απλό, ειρηνικό, και όχι έναν αγριεμένο όχλο. Έβλεπες κόσμο εντελώς ετερόκλητο σε όλα τα επίπεδα: Έβλεπες κόσμο από όλες τις ηλικίες, από όλα τα κοινωνικά στρώματα, από όλα τα μορφωτικά επίπεδα, από όλες τις ιδεολογίες (πιθανότατα).

Αυτή η εντυπωσιακή συνύπαρξη διαφορετικών ανθρώπων στον ίδιο χώρο είναι ταυτόχρονα το μεγαλύτερο πλεονέκτημα και το μεγαλύτερο μειονέκτημα του κινήματος των Αγανακτισμένων. Όταν κατεβαίνεις στο Σύνταγμα νιώθεις ότι είσαι κομμάτι ενός ζωντανού λαού, μίας μερίδας ανθρώπων γεμάτων όνειρα και ενέργεια, ανθρώπων σαν εσένα. Και αυτό είναι πολύ όμορφο. Επίσης, είναι εντυπωσιακό πώς ένας λαός που βλέπεις κάθε μέρα να σκοτώνει για να κάτσει πρώτος στη θέση του μετρό και να παρκάρει όπου γουστάρει χωρίς να ενδιαφέρεται για τον συνάνθρωπό του, ξαφνικά «ενώνεται» για έναν κοινό σκοπό. Αλλά αλήθεια: Ποιος είναι αυτός ο σκοπός;

Αυτό είναι το πρόβλημα. Ο καθένας από τους Αγανακτισμένους έχει τον δικό του σκοπό. Έχει τη δική του ιστορία από πίσω, τα δικά του συμφέροντα να διαφυλάξει και τη δική του γνώμη για το πώς θα το πετύχει αυτό. Ένα μαζικό κίνημα, όσο κι αν είναι εντυπωσιακό σε όγκο, δεν μπορεί να πετύχει τίποτα αν δεν υπάρχει ένας κοινός σκοπός. Ποιος είναι αυτός; Δεν ξέρω. Η συγκρότηση Επιτροπής Λογιστικού Ελέγχου θα ήταν μια ιδέα. Η διενέργεια εκλογών, επίσης. Όμως, δεν μπορεί να υπάρξει συνεννόηση μεταξύ 50.000 ανθρώπων, οι οποίοι έχουν 50.000 διαφορετικές απόψεις για το ποιος πρέπει να είναι ο στόχος τους.

Οι επιτροπές και οι συζητήσεις στο Σύνταγμα είναι κάτι το πολύ ενδιαφέρον. Ακούγονται πολλές απόψεις, βγαίνουν χρήσιμα συμπεράσματα και γίνεται φανερό και σε όσους δεν το είχαν κατανοήσει από την αρχή ότι δε μιλάμε για ένα απολιτίκ κίνημα, που κατεβαίνει στο Σύνταγμα για χαβαλέ, αλλά για ένα κίνημα ανθρώπων που ενδιαφέρονται για την πολιτική και γνωρίζουν πολύ περισσότερα γι’αυτήν απ’όσα μπορεί να νομίζουν οι βαθιά νυχτωμένοι πολιτικοί μας. Είναι ελπιδοφόρο το γεγονός ότι υπάρχουν τέτοιες επιτροπές χωρίς κανέναν απολύτως συσχετισμό με κόμματα – στην Ελλάδα έχουμε συνηθίσει να θεωρούμε τα κόμματα ως αποκλειστικούς φορείς ιδεολογίας που οργανώνουν και προσδιορίζουν καθετί που αφορά την πολιτική, αλλά να που αποδεικνύεται ότι και οι «κοινοί θνητοί» μπορούν να κάνουν το ίδιο. Και ίσως να το κάνουν και πολύ καλύτερα.

Είναι πολύ νωρίς ακόμα για συμπεράσματα, μόνο εικασίες μπορούμε να κάνουμε. Μπορεί όλο αυτό το κίνημα να είναι μία «φούσκα», που μετά από μια-δυο βδομάδες θα ξεθυμάνει και δε θα τη θυμάται κανείς, όπως συμβαίνει συνήθως με οτιδήποτε αντίστοιχο στην Ελλάδα. Αλλά υπάρχει η ελπίδα αυτό το κίνημα να μετασχηματιστεί σε ένα νέο Πολυτεχνείο. Και πρόσεξε: Ο συσχετισμός με το Πολυτεχνείο παρεξηγείται πολύ εύκολα, αρπάζονται οι άλλοι και λένε «τότε είχε Χούντα, τώρα δεν είναι Χούντα». Ναι, φυσικά και αυτοί που μας κυβερνούν είναι εκλεγμένοι, και μάλιστα σε μεγάλο βαθμό εκλεγμένοι από τους ίδιους που σήμερα εξεγείρονται εναντίον τους – μόνο που σήμερα δεν έχουν το λαϊκό έρεισμα. Και φυσικά η λύση δεν είναι ένα πραξικόπημα, αλλά αλήθεια: Ποια είναι η «μαγική» λύση που είναι και νόμιμη, και αποτελεσματική, και επιθυμητή από όλους; Και μέχρι ποιο σημείο μπορεί στο όνομα της «νομιμότητας» να καταπιέζεται η λαϊκή βούληση; Τα ερωτήματα είναι ρητορικά, δε νομίζω ότι επιδέχονται απάντησης.

Ίσως το πιο ελπιδοφόρο μήνυμα που έρχεται από αυτό το κίνημα είναι το πόσο στον κόσμο τους βρίσκονται οι πολιτικοί μας. Όχι πως δεν το ξέραμε, δηλαδή, αλλά όταν βλέπεις τον Πάγκαλο να κατακεραυνώνει ένα αυθόρμητο μαζικό κίνημα οργανωμένο μέσω του Διαδικτύου, υποστηρίζοντας χαρακτηριστικά ότι «η διαμόρφωση ενός πολιτικού κινήματος […] δεν εξαρτάται από τα like και τα unlike του Facebook, δεν μπορείς παρά να σκεφτείς ότι αυτός ο άνθρωπος ζει ακόμα στην εποχή που οι εφημερίδες πουλούσαν 200.000 φύλλα και ήταν σχεδόν η μοναδική πηγή ενημέρωσης και συσπείρωσης των πολιτών. Και σίγουρα θα βρεθεί προ εκπλήξεως κάποια στιγμή (μπορεί όχι σύντομα αλλά θα γίνει), όταν δει πόση δύναμη μπορούν να αποκτήσουν ξαφνικά τα likes, τα retweets, τα shares και οι λοιπές δημοκρατικές δυνάμεις των social media.

Από την Τετάρτη δεν ξαναπήγα στο Σύνταγμα. Την Πέμπτη με σταμάτησε η βροχή, την Παρασκευή είχα το σεμινάριο, για το Σαββατοκύριακο και σήμερα δεν έχω καμία δικαιολογία. Θα κατέβω ξανά, ίσως αύριο. Θα πάω και στη συνέλευση, ίσως μιλήσω κι εγώ. Δεν ξέρω τι έχω να πω που δεν το έχει ήδη πει κάποιος άλλος, αλλά σίγουρα θέλω να συμμετέχω κι εγώ σε αυτό που γίνεται, όπως κι αν καταλήξει στο τέλος.

Αγανακτισμένοι στο Σύνταγμα, λοιπόν. Και συντεταγμένοι στην Αγανάκτηση.

Advertisements