Αγαπητό ημερολόγιο,

θυμάσαι που, όταν ήμουν άνεργος, σου έλεγα πόσο γρήγορα περνάνε οι μέρες, που δεν καταλάβαινα για πότε η Δευτέρα γινόταν Πέμπτη ή Παρασκευή κι όλα αυτά; Περίμενα ότι η δουλειά θα τα άλλαζε όλα αυτά. Αλλά τελικά τα πράγματα δεν άλλαξαν τόσο φοβερά όσο περίμενα: 9 μέρες πέρασαν από την τελευταία φορά που σου έγραψα, και θα’παιρνα όρκο ότι μόλις προχθές ήμουν πάλι εδώ στημένος και σου έγραφα. Φαίνεται πως ο χρόνος όταν εργάζεσαι λειτουργεί διχασμένα: Όταν είσαι στη δουλειά, οι ώρες περνούν αργά (και ενίοτε βασανιστικά), τόσο που να νομίζεις ότι το ρολόι του υπολογιστή έχει χαλάσει, κι ας είναι πρακτικά αδύνατον αυτό, όμως ο πραγματικός σου χρόνος, ο ελεύθερος, μειώνεται επικίνδυνα, σε σημείο που να μην προλαβαίνεις να κάνεις τίποτα ευχάριστο πριν πέσεις για ύπνο το βράδυ. Κι έτσι, όταν χτυπάει το ξυπνητήρι το πρωί δεν έχεις ιδέα τι μέρα είναι – αλλά ξέρεις ότι δεν είναι Σαββατοκύριακο, γιατί αλλιώς δεν θα χτυπούσε το ξυπνητήρι. Αναρωτιέσαι «τι έκανα χθες; Τι είδα στην τηλεόραση; Τι έπαιξα στον υπολογιστή; Τι βιβλίο διάβασα;», και δεν μπορείς να θυμηθείς, γιατί το πιο πιθανό ειναι ότι δεν πρόλαβες να κάνεις τίποτα από αυτά. Ή μπορεί να θυμηθείς τι έκανες, και μετά από λίγο να συνειδητοποιήσεις ότι δεν το έκανες χθες, αλλά πριν μία εβδομάδα, αλλά θα έβαζες το χέρι σου στη φωτιά ότι έγινε χθες. Και ευτυχώς που δεν το έβαλες, γιατί θα πάθαινες εγκαύματα τρίτου βαθμού.

Όμως, σήμερα θα σε εκπλήξω: Δε σκοπεύω να γκρινιάξω (άλλο). Αντίθετα, τις τελευταίες μέρες νιώθω πολύ καλύτερα, τόσο που δυσκολεύομαι να το πιστέψω. Πρέπει να πέρασε αυτό το διάστημα προσαρμογής που λένε, και δεν το πήρα χαμπάρι. Ενώ τις πρώτες δύο εβδομάδες ένιωθα φοβερά κουρασμένος πριν και μετά τη δουλειά, και έπαιρνα το λεωφορείο ακόμα και για τη διαδρομή 15 λεπτών με τα πόδια από το σπίτι μου μέχρι τον σταθμό του μετρό, τώρα κάνω αυτή τη διαδρομή με τα πόδια, δύο φορές τη μέρα, και νιώθω μια χαρά. Ακόμα και χθες, που πήγα στη δουλειά άγρια ξενυχτισμένος από την ολονυχτία των βραβείων Όσκαρ (κι όλα αυτά για να δω τον Φίντσερ να χάνει το Όσκαρ Σκηνοθεσίας – αλλά ας μην ανοίξουμε αυτήν την κουβέντα), ούτε καν χασμουρήθηκα. Απλά, το βράδυ έπεσα στο κρεβάτι σαν τούβλο που πέφτει από την κορυφή του Empire State Building. Με άλλα λόγια, έχω μέσα μου φοβερή ενέργεια, την οποία δυστυχώς σοαταλάω για άλλους λόγους από αυτούς που πραγματικά θα ήθελα, αλλά είπαμε ότι σήμερα δε θέλω να γκρινιάξω, οπότε θα σου πω ότι είναι ωραίο να έχεις τόση ενέργεια, νιώθεις πολύ ανθρώπινος.

Επίσης, τις τελευταίες μέρες νιώθω καλύτερα με τον εαυτό μου και για έναν άλλο λόγο: Πλέον, το εισιτήριο που χτυπάω στο μετρό δεν το κρατάω στην τσέπη μου (που ήταν και ο βασικός λόγος που έχουν μαζευτεί καμιά 50αριά χτυπημένα εισιτήρια στο κομοδίνο μου), αλλά το αφήνω για να το χρησιμοποιήσει κάποιος άλλος. Το δικό μου «ταξίδι» διαρκεί λιγότερη από μισή ώρα, οπότε γιατί να πάει χαμένη η υπόλοιπη μία ώρα που διαρκεί το εισιτήριο; Όλα ξεκίνησαν την προηγούμενη Τρίτη, όταν για πρώτη φορά αποφάσισα να γυρίσω με τα πόδια, και όχι με λεωφορείο, και άρα δε χρειαζόμουν πια το εισιτήριό μου. Κι έτσι το άφησα σε εμφανές σημείο. Το επόμενο πρωί, καθώς περίμενα στην ουρά για να βγάλω εισιτήριο από το μηχάνημα, ένας από αυτούς που είχε μόλις βγει από το μετρό με ακούμπησε συνωμοτικά στην πλάτη και μου έδωσε το εισιτήριό του. Ένιωσα σαν κάποιος να μου επέστρεφε το καλό. Και από τότε το κάνω συνέχεια (κι ας μη μου το έχει επιστρέψει κανένας άλλος).

Βέβαια, δε συμφωνούν όλοι με την παραχώρηση του εισιτηρίου. Σε μία κουβέντα που είχα πρόσφατα, προσπάθησαν να με πείσουν ότι το εισιτήριο είναι προσωποπαγές, το αγοράζω αποκλειστικά και μόνο για τις δικές μου μετακινήσεις και απαγορεύεται να το μεταβιβάσω στον οποιονδήποτε, ακόμα κι αν είναι η μάνα μου ή ο αδερφός μου – πόσο μάλλον ένας ξένος. Ότι με αυτήν την πρακτική χάνει λεφτά η εταιρεία, και άρα αν το κάνω αυτό αργά ή γρήγορα θα οδηγήσει σε νέα αύξηση του εισιτηρίου ή/και σε μείωση των δρομολογίων, επειδή δε θα βγαίνουν τα έξοδα της εταιρείας. Και ότι, αν είμαι τόσο αλτρουιστής, τότε θα έπρεπε να δίνω στον άλλο το εισιτήριο πριν το ακυρώσω, και να παίρνω άλλο εισιτήριο για τον εαυτό μου. Εγώ, όμως, αυτό το θέμα δεν μπορώ να το δω επιχειρηματικά. Χέστηκα για την εταιρεία. Εγώ δεν κάνω αυτό που κάνω επειδή θέλω να καταστρέψω το κράτος, ούτε για να πάω κόντρα σε κανέναν. Το κάνω επειδή πιστεύω ότι είναι ανθρώπινο. Ότι είναι ωραίο πράγμα να βοηθάς έστω κι έτσι έναν συνάνθρωπό σου. Ναι, είναι μία εντελώς ανέξοδη βοήθεια, και δεν το λες και φιλανθρωπία. Αλλά για την ώρα είμαι τόσο άφραγκος, που δεν μπορώ να κάνω και τίποτα άλλο. Είναι ο δικός μου, χαζός τρόπος να κάνω τον κόσμο καλύτερο. Και ας με πιάσουν μια μέρα να το κάνω, κι ας μου ρίξουν πρόστιμο ή οτιδήποτε – έχω συνηθίσει πια την αντίδραση της καθεστηκυίας τάξης απέναντι σε καθετί ανθρώπινο, προστατεύοντας καθετί απρόσωπο.

Δεν έχω κάτι άλλο να σου πω για την εβδομάδα που μας πέρασε. Είναι εμφανής, νομίζω, η βελτίωση της διάθεσής μου. Ελπίζω την επόμενη εβδομάδα, που έχω και την πρώτη μου αργία (Καθαρά Δευτέρα!!!), να συνεχιστεί η ανοδική πορεία της διάθεσής μου, κόντρα σε αυτήν του μέσου όρου που πέφτει πιο γρήγορα κι από τούβλο από την κορυφή του Empire State Building (τι; Το είπα ήδη αυτό; Θα’παιρνα όρκο ότι το είπα την προηγούμενη εβδομάδα).

Καληνύχτα, και να θυμάσαι:

O σουρεαλισμός μας ενώνει!

Advertisements