Αγαπητό ημερολόγιο,

συνήθως, όταν έχω καιρό να σου γράψω, η αιτία είναι ότι βαριέμαι ή δεν έχω τι να γράψω – άσε τι δικαιολογίες σου προβάλλω κάθε φορά, αυτή είναι η αλήθεια. Όμως, αυτή τη φορά τα πράγματα είναι πολύ πιο σοβαρά. Τόσο σοβαρά, που έχω πάρει το σχεδόν σοβαρό μου ύφος τώρα που σου γράφω, αυτό που χρησιμοποιώ σε κηδείες και συνεντεύξεις για δουλειά (τι σύμπτωση, και στις δύο περιπτώσεις κάποιος ή κάτι πεθαίνει, είτε άνθρωπος, είτε ελπίδα). Θρηνώ, λοιπόν, για τον χαμό ενός καλού, πιστού φίλου, που όμως δεν άντεξε στις δυσκολίες της δουλειάς του και αυτοκτόνησε, αφήνοντας πίσω του έναν θλιμμένο, άδειο υπολογιστή, και έναν ακόμα πιο θλιμμένο και άδειο χρήστη. Ναι, αγαπητό μου ημερολόγιο, ο λατρεμένος μου σκληρός δίσκος μας άφησε χρόνους. Και αυτό ήταν ένα γερό πλήγμα στην ψυχολογία μου.

Ξέρεις, υπάρχουν δύο διαμετρικά αντίθετοι τύποι ανθρώπων που πλήττονται βαριά από την αυτοκτονία ενός σκληρού δίσκου. Οι μεν, οι πολυάσχολοι και σκληρά εργαζόμενοι άνθρωποι, μαζί με έναν σκληρό δίσκο χάνουν και το εργαλείο με το οποίο βγάζουν το μισθό τους, και μπορεί στον τάφο του ο σκληρός δίσκος να πάρει μαζί του και σημαντικά αρχεία, έγγραφα και εφαρμογές, που οι χρήστες του θα τα κλαίνε πολύ περισσότερο από τον ίδιο τον δίσκο, με την ίδια λογική που οι συγγενείς του νεκρού νοιάζονται περισσότερο για την κληρονομιά που θα τους αφήσει ο θείος, παρά για τον ίδιο τον θείο. Οι δε, οι αργόσχολοι και ουδόλως εργαζόμενοι άνθρωποι, μαζί με τον σκληρό τους δίσκο χάνουν έναν καλό φίλο – όχι απλά έναν συνεργάτη, αλλά έναν καλό φίλο, που τους έκανε συντροφιά στις ατέλειωτες ώρες τεμπελιάς τους. Χάνουν κι αυτοί τα αρχεία τους, και τις εφαρμογές τους, και τα έγγραφά τους – αλλά πάνω απ’όλα χάνουν τη συντροφιά τους. Τον φίλο τους. Καταλαβαίνεις, λοιπόν, πόσο με έχει επηρεάσει όλη αυτή η ιστορία. Σκεφτόμουν, μάλιστα, ότι αν ήμασταν λίγο πιο ανοιχτόμυαλοι (και ανοιχτοχέρηδες), ίσως θα έπρεπε με τον ίδιο τρόπο που κηδεύουμε έναν άνθρωπο, να κηδεύουμε και τις χαλασμένες ηλεκτρικές μας συσκευές. Και να γεμίζουμε τη γειτονιά με κηδειόχαρτα, που να γράφουν «το πολυαγαπημένο μας modem/router κηδεύομεν την Παρασκευή, 14 Ιανουαρίου, ώρα 10.00 π.μ. στο ηλεκτρονικό νεκροταφείο Μαλακάσας. Κατόπιν επιθυμίας του, θα ταφεί δίπλα στο πολυμίξερ της οικογένειας, που απεβίωσε τον περασμένο Σεπτέμβριο. Ο χρήστης, Χαράλαμπος, ο υπολογιστής, Sony Vaio, το σκουπάκι Black & Decker». Και να μαζευόμαστε στις κηδείες και να παρηγορούμε τους χαροκαμένους, λέγοντάς τους «κι εγώ έχασα πέρσι την τηλεόρασή μου, πόνεσα πολύ, αλλά όλα για τον άνθρωπο και τις ηλεκτρικές συσκευές είναι» και «έλα, μην κάνεις έτσι, είμαι σίγουρος ότι το laptop σου είναι τώρα στον ουρανό και παίζει ανέμελα με άλλα χαρωπά mp3 laptop…». Αλλά τι να κάνεις, εδώ ακόμα συζητάμε για την καύση των νεκρών, ποιος να μιλήσει για ταφή ηλεκτρονικών συσκευών.

Όπως καταλαβαίνεις, αυτές τις μέρες είμαι ένας κυβερνοπρόσφυγας. Προσπαθώ να μπω στο Internet από σπίτια φίλων, από Internet Cafe, και κυρίως από το κινητό μου – αν μου έχει αφήσει ένα καλό αυτή η ιστορία, είναι ότι έχουν γυμναστεί αφάνταστα τα δάχτυλα των χεριών μου, καθώς τα χρησιμοποιώ συνέχεια για να γράφω στο Twitter. Και αν υπολογίσεις ότι κάθε tweet είναι, κατά μέσο όρο πες, 100 χαρακτήρες, για να το γράψω χρειάζεται να πατήσω τα κουμπιά του κινητού μου γύρω στις 200 φορές – ξέρεις, εκείνα τα κουμπάκια που έχουν το abc στο 2, το def στο 3 και πάει λέγοντας. Τεχνολογία, ρε πούστη μου.

Ο χρόνος, που λες, περνάει πολύ αργά όταν δεν έχεις υπολογιστή. Ξέρεις, σκεφτόμουν ότι για μένα η φράση «βαριέμαι να κάτσω στον υπολογιστή» ισοδυναμεί με τη φράση «βαριέμαι να κάνω οτιδήποτε». Get a life, θα μου πεις και θα’χεις και δίκιο. Αλλά καλώς ή κακώς, ο υπολογιστής είναι ο καλύτερος φίλος ενός ανέργου (μετά το ημερολόγιό του, φυσικά, μην γκρινιάζεις), η καλύτερη συντροφιά. Τα κάνει όλα και δε σου ζητάει τίποτα σε αντάλλαγμα – μόνο λίγο φαγάκι (ηλεκτρικό ρεύμα) και νεράκι (σύνδεση Internet). Είναι καλύτερο και από κατοικίδιο, γιατί δεν μαδάει, δεν χρειάζεται να το βγάζεις βόλτα, δεν γαβγίζει, δεν νιαουρίζει, δεν δαγκώνει, δεν θέλει κάθε τόσο να ζευγαρώσει, δε σου καβαλάει το πόδι, δε χρειάζεται να του αλλάζεις το νερό, δε χρειάζεται να του καθαρίζεις το κλουβί – συμφέρει, γενικά. Και είναι ο ιδανικός τρόπος να γεμίσεις τα κενά της μέρας, όταν δεν έχεις τίποτα να κάνεις. Τώρα, η μέρα μου έχει μόνο κενά, χρόνο που περνάει άσκοπα. Αν γράψω ποτέ αυτοβιογραφία για το χρονικό διάστημα που έμεινα και θα μείνω άνεργος, έχω σκεφτεί ένα γαμάτο όνομα, αλλά με πρόλαβε ένας τύπος, κάποιος Προυστ: «Αναζητώντας τον Χαμένο Χρόνο». Κρίμα, θα ταίριαζε γάντι.

Σε έναν ιδανικό κόσμο, θα υπήρχε κάποιος εκεί πάνω που θα κατέγραφε αναλυτικά τον χαμένο χρόνο του καθενός, και θα προσέθετε αυτόν τον χαμένο χρόνο στα χρόνια του καθενός, σαν καθυστερήσεις σε ποδοσφαιρικό αγώνα, και θα του έδινε την ευκαιρία να τον αξιοποιήσει καλύτερα αυτή τη φορά. Αλλά κάτι τέτοιο δεν προβλέπεται στον κόσμο μας (ίσως να προβλέπεται για την επόμενη έκδοση του κόσμου, που θα καταργήσει τον τρέχοντα και αναμένεται να βγει στην αγορά το 2012), κι έτσι ο χρόνος που περνάει, περνάει για πάντα, και μοιάζει να μην έχει συμβεί ποτέ. Γι’αυτό και σημασία τελικά δεν έχει πόσα χρόνια θα ζήσεις, αλλά πόσα από αυτά τα χρόνια τα έζησες πραγματικά, χωρίς να υπολογίζεις τον χαμένο χρόνο.

Αλλά πολύ βαριά φιλοσοφία έπιασα βραδιάτικα, και δεν θα μπορώ να κοιμηθώ μετά. Όπως τις προάλλες, που είδα στον ύπνο μου ότι συμμετείχα σε μία πορεία διαμαρτυρίας στο κέντρο και μας περικύκλωσαν απρόκλητα τα ΜΑΤ, και ξύπνησα έντρομος τη στιγμή που θα άρχιζαν να μας σαπίζουν στο ξύλο. Και απαιτώ εξηγήσεις από τον Υπουργό Προστασίας του Πολίτη για την αδικαιολόγητη βία των ματατζήδων στον ύπνο μου. Από ποιον πήραν εντολές; Και τι δουλειά είχαν στο όνειρό μου, απρόσκλητοι και απρόκλητοι; Πού θα φτάσει πια η αστυνομική βία;

Λοιπόν, θα σε καληνυχτίσω τώρα, με μία γενική παρατήρηση που ρίχνει λάδι στη φωτιά της αιώνιας αντιπαράθεσης μεταξύ των δύο φύλων: Αν δεν υπήρχαν γυναίκες στον πλανήτη, η ανθρωπότητα θα εξαφανιζόταν λόγω αδυναμίας αναπαραγωγής. Αν δεν υπήρχαν άνδρες, θα εξαφανιζόταν λόγω ξεμαλλιάσματος μεχρι θανάτου.

Advertisements