Αγαπητό ημερολόγιο,

πρώτα απ’όλα, καλή χρονιά. Εύχομαι ο Θεός να μου κόβει μέρες και να σου προσθέτει σελίδες. Τώρα που το σκέφτομαι, αυτή η ευχή δε με συμφέρει καθόλου, γιατί όσο περισσότερες είναι οι σελίδες σου, τόσο περισσότερες θα είναι και οι μέρες ανεργίας μου. Αλλά ούτως ή άλλως, αυτές οι γιορτινές ευχές έχουν εντελώς τυπικό χαρακτήρα και ουσιαστικά όλες σημαίνουν «σε θυμήθηκα και σ’αυτήν τη γιορτή, και απλά σου πετάω μία κλισέ ευχή για να μην παρεξηγηθούμε». Οπότε θα εμμείνω σε αυτήν την ανέξοδη ευχή.

Σπάνια σου γράφω αισιόδοξες σκέψεις εδώ, και γι’αυτό ίσως θα πρέπει να σημειώσεις την ώρα και τη στιγμή που σου γράφω αυτό: Πιστεύω ότι το 2011 θα είναι καλύτερο από το 2010, και ίσως κι από το 2009. Και έχω σοβαρούς λόγους να το πιστεύω αυτό. Βλέπεις, τα τελευταία χρόνια έχει γίνει παράδοση στην παρέα μου να παίζουμε χαρτιά στις γιορτές, τουλάχιστον μία φορά. Και κάθε χρόνο, εγώ έφευγα πάντα με κέρδος, έστω και μικρό, και ποτέ με χασούρα. Δεν ξέρω για την επίδρασή αυτής της επιτυχίας στην αγάπη, πάντως στα επαγγελματικά μου δε μου έφερε πολλή τύχη. Φέτος, όμως, έχασα. Μπορεί να μην τα έχασα όλα, αλλά έχασα πολλά. Και αυτός, παραδόξως, πρέπει να είναι ένας καλός οιωνός για το 2011.

Αλλά υπάρχει και ένας ακόμα οιωνός: Φέτος δεν μου έπεσε το φλουρί. Πέρσι μου είχε πέσει, και το 2010 ήταν μία από τις χειρότερες χρονιές της ζωής μου. Επομένως, το γεγονός ότι φέτος το φλουρί έπεσε στη γάτα μου μπορεί να με κάνει να ανησυχώ για το τι θα συμβεί σε αυτήν, αλλά με κάνει και να αισιοδοξώ ότι το 2011 θα είναι, αν όχι καλό, τουλάχιστον λιγότερο σκατένιο από το 2010.

Στο μεταξύ, εκεί που παίζαμε χαρτιά συνειδητοποίησα κάτι που με έβαλε σε σκέψεις: Οι υπόλοιποι της παρέας, όλοι συμφοιτητές μου από τη δημοσιογραφία, δουλεύουν. Μόνο εγώ είμαι άνεργος. Μήπως τελικά είμαι εγώ ο προβληματικός της παρέας, και όλα αυτά που λέω για την κρίση, την ανεργία και την πουτάνα τη ζωή που μου φορτώσανε, είναι απλά μπούρδες; Ναι, μπορεί. Μπορεί να φταίει που είμαι άτολμος, ή που είμαι αντικοινωνικός και δεν έχω αρκετούς γνωστούς που να με «χώσουν» κάπου (γιατί, κακά τα ψέματα, ειδικά στη δημοσιογραφία είναι πάντα χρήσιμο να έχεις διασυνδέσεις), ή απλά το ότι δε συμβιβάζομαι με έναν μισθό-κοροϊδία, όπως προστάζει η παρούσα κατάσταση στον κλάδο. Γιατί μη νομίζεις ότι οι φίλοι μου βγάζουν καλά λεφτά εκεί που δουλεύουν – αν δεν είχαν τους γονείς τους, πιθανότατα ούτε κι αυτοί θα τα έβγαζαν πέρα. Όμως, τουλάχιστον έχουν κάτι να κάνουν όλη μέρα, στις εφημερίδες και τα sites που δουλεύουν. Από την άλλη, δε με ελκύει ιδιαίτερα η ιδέα να γίνω οικειοθελώς σκλάβος κάποιου, ο οποίος θα βάζει λεφτά στην τσέπη του κι εμένα θα μου δίνει μόνο τις κλωστές που προεξέχουν από τη φόδρα. Αλλά αυτό είναι μάλλον δικό μου πρόβλημα, και μόνο δικό μου.

Πάμε, όμως, σε κάτι πιο ευχάριστο, μέρες που είναι. Θέλω να σου δείξω τι δώρα μου έφερε ο προσωπικός μου Άη-Βασίλης την Πρωτοχρονιά:

Αυτό είναι το Roasted, ένα κόμικ στριπ που δημοσιευόταν από το 2002 μέχρι το 2010 στο εβδομαδιαίο περιοδικό Observer, και στο συγκεκριμένο βιβλίο περιλαμβάνονται τα στριπ που δημοσιεύτηκαν τα πρώτα πέντε χρόνια. Ίσως να μην έριχνα καν το βλέμμα μου σε αυτό το βιβλίο, αν δεν έβλεπα στο εξώφυλλο το όνομα του Andy Riley, του εμπνευστή του πιο διεστραμμένα αστείου βιβλίου όλων των εποχών, του «Bunny Suicides». Το χιούμορ του Riley είναι ακριβώς αυτό που χρειάζεται κανείς για να γελάσει – ο Καρλ του Roasted, κυνικός και κατσούφης, μου θυμίζει ήρωα του Αρκά. Το βιβλίο το «ρούφηξα» μέσα σε μία ώρα. Υπέροχο.

Αυτό είναι το graphic novel «Fahrenheit 451», του Ρέι Μπράντμπερι, σε σχέδιο του Τιμ Χάμιλτον. Η ιστορία γνωστή: Σε μία φανταστική κοινωνία, όπου τα βιβλία καίγονται στην πυρά, ένας «πυροσβέστης» (όπως ονομάζονται οι άνθρωποι που είναι επιφορτισμένοι με το να βάζουν τις φωτιές) αρχίζει να διαβάζει βιβλία και αλλάζει «στρατόπεδο». Εξαιρετική η ιστορία, φοβερή η εισαγωγή του Μπράντμπερι, όπου αναφέρει το γεγονός που τον ενέπνευσε να την γράψει, επιβλητικό το σχέδιο του Χάμιλτον, που δίνει ζωή στο κείμενο. Για να είμαι ειλικρινής, εγώ το graphic novel για τη ζωή του Τσε Γκεβάρα ήθελα, το Fahrenheit ήταν αναπληρωματικό – αλλά δε μου έκατσε καθόλου άσχημα.

Και αυτό εδώ ήταν η μεγάλη έκπληξη της Πρωτοχρονιάς. Παντελώς άγνωστο (σε μένα, τουλάχιστον), το «Θανατάδικο» (εκδόσεις Γράμματα, «Fun Home» ο πρωτότυπος τίτλος) το ξεφύλλισα απλά, και μου φάνηκε ενδιαφέρον. Τελικά, ήταν κάτι πολύ παραπάνω από ενδιαφέρον – ήταν συγκλονιστικό. Το βιβλίο είναι ουσιαστικά μία αυτοβιογραφία της Άλισον Μπέχντελ σε μορφή graphic novel, όπου διηγείται τα παιδικά της χρόνια, την προβληματική της σχέση με τον πατέρα της, την ανακάλυψη της σεξουαλικής της ταυτότητας και όλα τα γεγονότα που τη σημάδεψαν. Ξέρεις, συνήθως όταν διαβάζεις μία αυτοβιογραφία, θες να είναι γραμμένη από κάποιον διάσημο – τι νόημα έχει να διαβάσεις την αυτοβιογραφία κάποιου που δεν ξέρεις; Κι όμως, έχει. Γιατί όλοι μας έχουμε μια ενδιαφέρουσα ιστορία να διηγηθούμε, και ορισμένοι έχουν πολλές, πάρα πολλές ενδιαφέρουσες ιστορίες στο μυαλό τους. Και γι’αυτό αξίζουν κάτι τέτοια βιβλία.

Όπως βλέπεις, ο Άη Βασίλης ξηγήθηκε σπαθί φέτος. Κρίμα που όλη μου η ενασχόληση με τα τρία αυτά βιβλία κράτησε λιγότερο από μία μέρα – αν και είναι σίγουρο ότι θα επιστρέψω κάποια στιγμή και θα τα ξαναδιαβάσω, ενώ θα αποκτήσουν περίοπτη θέση στην βιβλιοθήκη μου. Μου θυμίζει τα παιχνίδια που έπαιρνα δώρο όταν ήμουν μικρός: Ενθουσιαζόμουν όταν τα έπιανα στα χέρια μου, έπαιζα μαζί τους για μία ολόκληρη μέρα ασταμάτητα, και μετά δεν ασχολιόμουν ξανά μαζί τους ποτέ, εκτός κι αν με έπιανε τέτοια βαρεμάρα που δεν είχα τίποτα καλύτερο να κάνω. Ναι, μεγάλωσα – αλλά να ωριμάσω; Ποτέ.

Κάπου εδώ θα σε αφήσω, αγαπητό μου ημερολόγιο – πρέπει να ετοιμαστώ. Θα βγω για καφέ με δύο φίλους μου. Ο ένας δουλεύει στην Αγγλία και ο άλλος σπουδάζει στην Σκωτία. Κάτι μου λέει ότι θα νιώθω σαν τον πτωχό συγγενή μετά από αυτήν τη συνάντηση.

Καλό βράδυ, και να θυμάσαι: Υπάρχουν ψέματα και ψέματα, αλλά το πιο απροκάλυπτο, προκλητικό και ψευδές είναι το «δεν έφαγα τίποτα τα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά, έκανα δίαιτα».

Advertisements