Αγαπητό ημερολόγιο,

υπάρχουν κάποιες παροιμίες και λαϊκές εκφράσεις οι οποίες είναι πραγματικά σοφές, βγαλμένες από τη ζωή και αληθινές πέρα ως πέρα. Ωστόσο, αυτές οι σοφές εκφράσεις είναι ελάχιστες συγκριτικά με εκείνες που μοιάζουν να κατασκευάστηκαν περίτεχνα, μόνο και μόνο για να περάσουν υποσυνείδητα σε όλους μας κάποια σατανική ατζέντα. Και στην κορυφή αυτών των εκφράσεων βρίσκεται, με σχετική άνεση, η φράση «εσύ θα’πρεπε να πιάνεις την πέτρα και να την στύβεις».

Να σου εξηγήσω, αγαπητό μου ημερολόγιο, τι σημαίνει αυτή η έκφραση με απλά λόγια; Σημαίνει «ό,τι κι αν σου συμβαίνει, όσο στραβά κι αν σου πηγαίνουν τα πράγματα, όσα εμπόδια κι αν σου βάζει ο κόσμος, είσαι νέος άνθρωπος και δεν πρέπει να σε επηρεάζει τίποτα από όλα αυτά. Εμείς είμαστε πια μεγάλοι άνθρωποι και δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα για το χάος που σου κληροδοτήσαμε, αλλά εσύ έχεις νιάτα, έχεις αντοχή και έχεις όλη την απαιτούμενη ψυχική δύναμη για να τα φέρεις όλα τούμπα! So long, sucker!».

Όμως, δεν είναι τόσο απλά τα πράγματα. Και, αν κάτι πρέπει να κάνουμε με τις πέτρες, είναι να τις πετάξουμε σε αυτούς που λένε τέτοιες παπαριές – ακέραιες, όχι στυμμένες. Γιατί ναι, μπορεί ως νέοι να διαθέτουμε μεγαλύτερες αντοχές, καλύτερα μυαλά και γενικά να είμαστε μια βελτιωμένη βερσιόν των μπαμπάδων και των μαμάδων μας, όμως τι να την κάνεις την αντοχή και το μυαλό αν σου λείπει η ελπίδα; Και ναι, θα παλέψω για ένα καλύτερο μέλλον, κι εγώ και η γενιά μου, ακριβώς επειδή δεν έχουμε καμία άλλη επιλογή – αλλά είναι θράσος, ρε φίλε, να με κατηγορείς ότι θα έπρεπε να κάνω περισσότερα πράγματα για να διορθώσω τα χάλια που εσύ και η δική σου γενιά μου κληροδοτήσατε. Θράσος. Πάρε εσύ την πέτρα και βάλ’την εκεί που ξέρεις.

Από την άλλη, υπάρχουν κι αυτές οι ιστορίες που σε εμψυχώνουν και σε κάνουν να σκέφτεσαι ότι όλα γίνονται σε αυτήν τη ζωή, αρκεί να υπάρχει θέληση. Φυσικά, τις περισσότερες από αυτές τις έχουν γράψει ο Αίσωπος και ο Χανς Κρίστιαν Άντερσεν και δύσκολα τις παίρνεις στα σοβαρά, όμως τουλάχιστον μία από αυτές τις ιστορίες την έζησα ο ίδιος, και θα ήθελα να τη μοιραστώ μαζί σου.

Ήταν πριν από πέντε χρόνια, αν θυμάμαι καλά. Χειμώνας, και μάλιστα σχετικά βαρύς, όχι σαν τον φετινό που σε εμπνέει ακόμα να τρως κάθε μέρα παγωτά. Στην πιλοτή της πολυκατοικίας είχε εγκατασταθεί, άγνωστο πώς, μία συμπαθέστατη (αν και ασχημούλα) αδέσποτη γάτα. Τριβόταν στα πόδια όλων των ενοίκων (εκτός από αυτούς που την κλωτσούσαν – παντού υπάρχει ένα στραβόξυλο) και πάντα κάποιος βρισκόταν να την ταΐσει. Κάποια στιγμή, λοιπόν, αυτή η γάτα («Κόφι» την είχαμε βγάλει, γιατί το τρίχωμά της είχε διάφορες καφετί αποχρώσεις), έμεινε έγκυος. Για τους επόμενους μήνες, την προσέχαμε και την ταΐζαμε περισσότερο. Ωστόσο, ήταν φανερό πως δυσκολευόταν να τα βγάλει πέρα με το όλο και πιο τσουχτερό κρύο. Όποτε έβρισκε ευκαιρία τρύπωνε μέσα στην πολυκατοικία και καθόταν κάτω από το καλοριφέρ του ισογείου, όπου είχε ζέστη.

Μια μέρα δεν την είδαμε καθόλου. Την χάσαμε. Σκεφτήκαμε ότι μάλλον θα είχε πάει κάπου να γεννήσει, όπως συνηθίζουν οι γάτες. Έτσι, δεν ανησυχήσαμε καθόλου, ενώ δε δώσαμε καμία σημασία στη γάτα του σπιτιού, η οποία έδειχνε αδικαιολόγητα νευρική και ταραγμένη. Και το βράδυ, όπως κάθε Δευτέρα, στηθήκαμε με την Δ. στον καναπέ του σαλονιού για να δούμε το «Παρά Πέντε». Κάπου προς το τέλος του επεισοδίου, ακούστηκαν δυνατά νιαουρίσματα. Φανταστήκαμε ότι κάπου γεννούσε η Κόφι. Ωστόσο, δεν μπορούσαμε με τίποτα να φανταστούμε ΠΟΥ γεννούσε: Κάτω από τον καναπέ, τον ίδιο καναπέ στον οποίο καθόμασταν για ώρες εκείνη τη μέρα και δεν είχαμε καταλάβει τίποτα! Έτσι, από το πουθενά βρεθήκαμε με τρία νεογέννητα γατάκια και μία εξαντλημένη μαμά κάτω από τον καναπέ!

Φαίνεται πως η Κόφι είχε από το μεσημέρι σκαρφαλώσει από τον τοίχο, είχε τρυπώσει στο διαμέρισμα του πρώτου ορόφου και είχε κρυφτεί κάτω από τον καναπέ, αναζητώντας ένα ασφαλές μέρος για να γεννήσει. Και η μόνη που το είχε καταλάβει ήταν η γάτα μας, η οποία όμως δεν της επιτέθηκε, όπως είχε κάνει παλιότερα σε παρόμοιες περιπτώσεις.

Αυτή, λοιπόν, είναι μία πραγματική ιστορία για το πώς όταν έχεις απόλυτη ανάγκη από κάτι, θα κάνεις τα πάντα για να το πετύχεις. Μήπως, λοιπόν, τελικά η ζωή δεν είναι και τόσο δύσκολη όσο νομίζουμε, αλλά απλά δεν παλεύουμε όσο θα’πρεπε για να πετύχουμε αυτά που αναζητάμε; Μπορεί. Μπορεί να είμαι ένας κοινός γκρινιάρης, ανεπρόκοπος, τεμπέλης, χαραμοφάης νεαρός άνεργος. Αλλά, ακόμα κι έτσι να είναι, τον επόμενο που θα μου πει ότι «θα’πρεπε να πιάνω την πέτρα και να την στύβω», θα τον πάρω με τις πέτρες. Γιατί κανένας δεν μπορεί να σε κρίνει εκ του ασφαλούς, όταν δεν έχει βρεθεί ποτέ στη θέση σου. Πόσο μάλλον όταν, εν μέρει, ευθύνεται κι αυτός για την κατάσταση που έχει διαμορφωθεί.

Και σε αυτό το σημείο θέλω να δώσω έναν ιερό όρκο: Αν ποτέ στη ζωή μου ξεστομίσω τη φράση «εσύ θα’πρεπε να πιάνεις την πέτρα και να την στύβεις», θέλω να με συλλάβουν, να με σαπίσουν στο ξύλο, να με αλυσοδέσουν γυμνό στο σιντριβάνι της πλατείας Συντάγματος και να με λιθοβολήσουν μέχρι θανάτου. Και μετά να αφήσουν το πτώμα μου να το φάνε τα αδέσποτα σκυλιά της πλατείας – ας κάνει και κάτι χρήσιμο αυτό το σώμα, επιτέλους.

Και μετά από αυτόν τον μακάβριο ιερό όρκο, θα σε αποχαιρετήσω θέτοντάς σου μία εύλογη απορία: Άραγε, στους χώρους «μη καπνιστών» στις καφετέριες, επιτρέπεται να παραγγείλει κανείς σάντουιτς με καπνιστή γαλοπούλα ή θα τον μπουζουριάσουν;

Advertisements