Αγαπητό ημερολόγιο,

όταν είσαι 16, θέλεις να αλλάξεις τον κόσμο. Όταν είσαι 26, θέλεις να αλλάξεις μόνο το κομμάτι του κόσμου που αφορά εσένα – χέστηκες για τα παιδάκια στην Αφρική. Και όταν πια φτάσεις στα 36, δεν θες πια να αλλάξεις τίποτα, περιμένεις από τους άλλους να τα αλλάξουν για σένα. Και μέχρι το τέλος της ζωής σου, το μόνο που αλλάζεις μόνος σου είναι τα κανάλια και οι πάνες του μωρού σου (και της ακράτειας, αργότερα). Μάλλον γι’αυτό όλοι νοσταλγούμε, λίγο-πολύ, την εποχή που ήμασταν 16 χρονών: Επειδή τότε ήμασταν ακόμα ρομαντικοί.

Κι εγώ, που λες, στα 16 μου ήμουν εντελώς διαφορετικός απ’ό,τι είμαι τώρα. Ήμουν ρομαντικός. Ήμουν τόσο ρομαντικός, που οι συμμαθητές μου το έγραψαν στο λεύκωμα του σχολείου, σαν το κυρίαρχο χαρακτηριστικό μου (μάλλον επειδή τα υπόλοιπα «κυρίαρχα χαρακτηριστικά» μου ήταν αρνητικά και δεν ήθελαν να με προσβάλουν). Και όχι άδικα. Ακόμα θυμάμαι τους επικούς καβγάδες που είχαμε σχεδόν καθημερινά με την Ε., μια συμμαθήτριά μου, η οποία ήταν πιο πραγματίστρια απ’όσο θα είμαι εγώ στα 50 μου. Η βασική μας διαφωνία είχε να κάνει με το αν ο έρωτας μπορεί να κρατήσει για πάντα, και φυσικά εγώ υποστήριζα πως μπορεί, ενώ αυτή έλεγε ότι δεν μπορεί. Επίσης, είχαμε μια σφοδρή διαμάχη για το κατά πόσον η Κική Δημουλά είναι φοβερή ποιήτρια ή μια νοικοκυρά που δεν έπρεπε να πιάσει ποτέ στη ζωή της μολύβι στα χέρια της. Δε σου λέω ποια ήταν η δική μου γνώμη (και δεν έχει αλλάξει μέχρι σήμερα), το αφήνω στη φαντασία σου.

(Δύο παρατηρήσεις για τα παραπάνω: Πρώτον, ναι, αν πηγαίνεις σε ιδιωτικό σχολείο, οι καβγάδες δε γίνονται για το ποια έκλεψε τον γκόμενο ποιανής, αλλά για το αν η Μαρία Πολυδούρη ήταν καλή ποιήτρια ή έγινε γνωστή επειδή την προώθησε ο Καρυωτάκης. Και δεύτερον, συνήθως τέτοιες σφοδρές διαφωνίες καταλήγουν σε έναν μεγάλο έρωτα. Ευτυχώς, αυτό δε συνέβη στην συγκεκριμένη περίπτωση. Ευτυχώς.)

Μετά από τόσους καβγάδες, και ένα στοίχημα που απέχω λιγότερα από δύο χρόνια για να κερδίσω (αν ποτέ την ξαναδώ, that is), νιώθω πολύ βλάκας για αυτά που υποστήριζα τότε. Στα 26 μου (καλά, στα 27 παρά τέταρτο), έχω προσχωρήσει στο στρατόπεδό της. Αθεράπευτα ρομαντικός από τη φύση μου, θεραπευμένος τελικά με το ζόρι από τη ζωή. Τα μόνα στοιχεία που έχουν μείνει και αποδεικνύουν ότι κάποτε πέρασα κι εγώ τη ρομαντική μου φάση είναι εκείνη η πρόταση στο λεύκωμα του σχολείου και μερικά ποιήματα στις πίσω σελίδες των παλιών μου τετραδίων, που ποτέ δεν βρήκα το θάρρος (ή τον λόγο) να πετάξω στα σκουπίδια. Ναι, η Ε. νίκησε – κι ας μην το ξέρει.

Όσο κι αν είναι υπέροχο αυτό το συναίσθημα του έρωτα, όσο μυστήριο κι αν το καλύπτει, και όσο μυθικές διαστάσεις κι αν έχει πάρει στην τέχνη, τελικά είναι κάτι το πολύ απλό: Είναι αυτό το σύντομο μεταβατικό στάδιο που μεσολαβεί ανάμεσα στη γνωριμία μεταξύ δύο ανθρώπων και τη ρουτίνα. Και το χειρότερο; Εκτός από εξαιρετικές περιπτώσεις, ο έρωτας είναι μονόπλευρος. Πολύ σπάνια δύο άνθρωποι θα κοιταχτούν σε ένα μπαρ και θα ερωτευτούν κεραυνοβόλα ο ένας τον άλλο. Συνήθως είναι ο ένας από τους δύο που ερωτεύεται, και προσπαθεί να κατακτήσει τον άλλο, και αν ο άλλος δεχτεί να είναι μαζί του είναι περισσότερο από συμβιβασμό, παρά από έρωτα. Και βέβαια, αργά ή γρήγορα αυτό βγαίνει στην επιφάνεια και διαλύει τη σχέση.

Και ξέρεις κάτι; Η εποχή που διανύουμε δεν είναι δύσκολη μόνο οικονομικά, αλλά και συναισθηματικά. Γιατί ωραίος ο έρωτας, και μακάρι να ήμουν σε όλη τη ζωή μου ερωτευμένος – αλλά για δοκίμασε να διατηρήσεις αυτόν τον έρωτα με 600 ευρώ το μήνα ή (ακόμα χειρότερα) με μηδενικό εισόδημα. Για δοκίμασε να στεγάσεις τον έρωτά σου στο ίδιο σπίτι με τη μαμά και τον μπαμπά. Για δοκίμασε να σχεδιάσεις γάμους, παιδιά, ταξίδια χωρίς λεφτά. Δύσκολο, δεν είναι; Ναι, είναι δύσκολο. Και το μόνο που καταφέρνεις με όλα αυτά είναι να επιταχύνεις τη διαδικασία του εκφυλισμού του έρωτα σε ρουτίνα.

Και άντε και ερωτεύομαι εγώ κάποια αιθέρια ύπαρξη ένα βράδυ σε κάποιο παρακμιακό μπαρ στο κέντρο της Αθήνας. Πώς θα την κατακτήσω; Επισημαίνοντάς της πόσο ωραίο πράγμα είναι να έχεις όλη τη μέρα ελεύθερη για γούτσου-γούτσου επειδή είσαι άνεργος; Και άντε και την κατέκτησα και είμαστε ζευγάρι. Πώς θα διατηρήσω τη φλόγα στη σχέση μας; Πηγαίνοντάς την κάθε μέρα σε πάρκα, να τρώμε σάντουιτς χειροποίητα από το σπίτι; Ή περιμένοντας πότε θα φύγουν οι γονείς προκειμένου να έχουμε έναν δικό μας χώρο;

Ο έρωτας στα χρόνια της χολέρας ήταν εύκολη υπόθεση. Πήδαγες μια γκόμενα, μετά από 2-3 μήνες πάθαινε χολέρα, πέθαινε, πήγαινες στην επόμενη, και ούτω καθεξής, μέχρι που πάθαινες κι εσύ χολέρα και αποδημούσες εις Κύριον. Ο έρωτας στα χρόνια της ανεργίας είναι πολύ πιο δύσκολο πράγμα.

Τέλος πάντων, ας μη σε πρήζω εγώ με τις κυνικές φιλοσοφίες μου. Εξάλλου, είμαι τόσο αναποφάσιστος που μπορεί αύριο να αλλάξω πάλι γνώμη και να ξαναπιστέψω στον έρωτα. Δύσκολο, αλλά μπορεί. Αν κάποτε με χαρακτήριζε η λέξη «ρομαντικός», τώρα πια με χαρακτηρίζει η λέξη «αναποφάσιστος», και ακόμα περισσότερο η φράση «όπου φυσάει ο άνεμος». Το μόνο σταθερό πράγμα στη ζωή μου είναι η συνεχής εναλλαγή απόψεων και θέσεων επί παντός επιστητού. Και η ανεργία, φυσικά.

Και κάπου εδώ θα σε αφήσω στην ησυχία σου, να σκεφτείς πιο χαρούμενα και ρομαντικά πράγματα, όπως σου αρμόζει. Καληνύχτα και να θυμάσαι: Αυτός που είπε πως «ό,τι ανεβαίνει, κατεβαίνει», προφανώς δεν είχε κάνει ποτέ στη ζωή του δίαιτα.

Advertisements