Αγαπητό ημερολόγιο,

όπως έλεγαν οι αρχαίοι ημών πρόγονοι (που βέβαια αν οι αρχαίοι Έλληνες έβλεπαν με πόσο χυδαίο τρόπο καπηλευόμαστε τα κατορθώματά τους και αράζουμε πάνω στις δάφνες που αυτοί έστρωσαν, θα μας εξόντωναν από μόνοι τους, αλλά αυτή είναι μια άλλη ιστορία), «το δις εξαμαρτείν, ουκ ανδρός σοφού». Κοινώς, άμα επαναλάβεις το ίδιο λάθος για δεύτερη φορά, είσαι ηλίθιος. Αλλά εξίσου ηλίθιος, προσθέτω εγώ, είσαι και αν κάνεις το σωστό μία φορά, και μετά δεν το επαναλάβεις ποτέ ξανά. Και πάνω σε αυτήν τη λογική, χθες βρέθηκα και πάλι σε δράση των atenistas.

Αυτή τη φορά δεν θα σε κουράσω με αυτό το θέμα, θα είμαι πιο περιληπτικός. Χθες, λοιπόν, αυτό που κάναμε ήταν να γεμίσουμε με ρεσώ τη μία πλευρά της πλατείας Ομονοίας (αυτήν που κοιτάζει προς την Αθηνάς), ενώ παράλληλα οι μουσικοί έπαιζαν γνωστά τραγούδια (με μία ιδιαίτερη επιμονή στον Μπομπ Μάρλεϊ) και οι εκατοντάδες παρευρισκόμενοι σιγοτραγουδούσαν. Κάποια στιγμή, από την Αθηνάς ξεπρόβαλαν δεκάδες ποδήλατα, προκαλώντας έναν πανικό από χειροκροτήματα, σφυρίγματα και οτιδήποτε άλλο μπορούσε να βρει κανείς που να κάνει θόρυβο. Κατόπιν, ξεκινήσαμε την πορεία μας.

Αυτή τη φορά, «οπλισμένοι» με κάθε είδους φασαριόζικα αντικείμενα (από σφυρίχτρες και καραμούζες μέχρι μαράκες και απροσδιόριστα κρουστά – εγώ προσωπικά είχα αγοράσει μία καραμούζα, από αυτές που φυσάμε στα παιδικά πάρτυ), ξεκινήσαμε από την Μαρίκας Κοτοπούλη, περάσαμε μπροστά από το αστυνομικό τμήμα της Ομόνοιας (οι αστυνομικοί μας κοίταζαν εμβρόντητοι), και συνεχίσαμε στη Βερανζέρου, τη Μενάνδρου, την Αγησιλάου και όλους αυτούς τους δρόμους που φοβάσαι να περάσεις μόνος σου ακόμα και το μεσημέρι. Από τα highlight της βραδιάς το πέρασμά μας από το Εθνικό Θέατρο, με τους ηθοποιούς να βγαίνουν στα παράθυρα και να μας χειροκροτούν, αλλά και η δεκάλεπτη περίπου στάση έξω από τα ιατρεία των «Γιατρών του Κόσμου», λίγο μετά την πλατεία Κουμουνδούρου – πραγματικό πανδαιμόνιο! Μετά ακολουθήσαμε την Ευριπίδου και βγήκαμε στη Σταδίου, όπου περάσαμε έξω από το πάρτυ που διοργάνωνε ο Καμίνης στην πλατεία Κλαυθμώνος, και τελικά καταλήξαμε στην πλατεία Συντάγματος, όπου και πάλι χαλάσαμε τον κόσμο με το που εμφανίστηκε στο οπτικό μας πεδίο το περίπτερο του Νικήτα Κακλαμάνη – τυχαίο; Μπα.

Από εκεί και μετά δεν ξέρω τι έγινε, γιατί πήρα τρέχοντας το μετρό για να προλάβω να γυρίσω σπίτι – ήταν ήδη περασμένες 12. Έμαθα ότι αρκετοί γύρισαν στην πλατεία Κλαυθμώνος και ενσωματώθηκαν στο πάρτυ του Καμίνη, ενώ σίγουρα πολλοί επέστρεψαν στην Ομόνοια για να μαζέψουν τα κεριά. Πάντως, δεν θα ξεχάσω ποτέ τα χαρούμενα πρόσωπα που βλέπαμε στα μπαλκόνια των δρόμων που περνούσαμε, καμιά φορά και 20 μαζεμένων ατόμων, που μας χαιρετούσαν και μας ευχαριστούσαν για την «ενόχληση». Όπως, βέβαια, δεν θα ξεχάσω και τους ανθρώπους που δίπλα σχεδόν στα κεριά που είχαμε στήσει στην Ομόνοια είχαν βάλει πρόχειρα στρώματα και κοιμόντουσαν εκεί, απροστάτευτοι από τη βροχή που έπεφτε πάνω τους – ελπίζω ότι κάποια μέρα οι atenistas θα μπορέσουν να κάνουν κάτι και γι’αυτούς.

Για άλλη μία φορά, περάσαμε τέλεια, αν και μάλλον όλοι γυρίσαμε στα σπίτια μας βρεγμένοι και με ένα απροσδιόριστο βουητό στα αυτιά μας. Ναι, κάναμε θόρυβο. Και ξέρεις κάτι; Μπορεί σε όλους αυτούς τους ανθρώπους να μη μοιράσαμε λεφτά, ουτε σουβλάκια, αλλά τους μοιράσαμε, έστω και για λίγο, χαρά. Και είναι, για την ώρα τουλάχιστον, το μόνο πράγμα που μπορούμε πραγματικά να τους προσφέρουμε, ένα κομμάτι από τον δικό μας ενθουσιασμό. Εξάλλου, λίγο χαμόγελο παραπάνω δεν κόστισε ποτέ τίποτα σε κανέναν.

(πάντως, μεταξύ μας, αν εγώ ήμουν ναρκομανής της περιοχής και έβλεπα να περνάνε μπροστά από τα μάτια μου εκατοντάδες άνθρωποι με σφυρίχτρες, καραμούζες και μαράκες, θα νόμιζα ότι με έχουν αποτρελάνει οι ουσίες και θα έτρεχα να γραφτώ σε πρόγραμμα απεξάρτησης)

Και ίσως λόγω κεκτημένης ταχύτητας από χθες, η σημερινή μέρα ήταν για μένα μία από τις πιο δραστήριες των τελευταίων μηνών. Περπάτησα για μιάμιση ώρα δίπλα στη θάλασσα, δεν είδα καθόλου τηλεόραση, διάβασα μισό βιβλίο (την «Φάρμα των Ζώων» του Όργουελ – τόσο μικρό βιβλίο, τόσο μεγάλοι συμβολισμοί) και είδα δύο ταινίες: Το «Scott Pilgrim vs. The World» (που δικαίως αυτοχαρακτηρίζεται ως «έπος επικής επικότητας» και το συνιστώ ανεπιφύλακτα σε οποιονδήποτε έχει παίξει έστω και μία φορά στη ζωή του videogame), και το «How to Train Your Dragon» (που είναι καλούτσικο, με πολύ εντυπωσιακά γραφικά, όμως δε φτάνει με τίποτα τις ανατριχίλες που σου προκαλούν τα έργα της Pixar – η Dreamworks είναι πολύ πίσω σε αυτόν τον τομέα). Μη με ρωτήσεις πώς κολλάνε ο Όργουελ και τα κινούμενα σχέδια – άνθρωπος που δεν είναι αντιφατικός, δεν είναι άνθρωπος.

Με άλλα λόγια, οι τελευταίες δύο μέρες ήταν μέρες διασκέδασης. Δεν είναι πραγματικά αστείο το ότι νιώθω την ανάγκη να παρατήσω αυτήν τη διασκέδαση μόνο και μόνο για να βρω μία δουλειά και να περάσω στην καταπίεση και τη ρουτίνα της καθημερινής εργασίας; Όχι, δεν είναι αστείο. Είναι τραγικό. Είναι τραγικά τραγικό. Ή, για να το θέσω όπως οι δημιουργοί του «Scott Pilgrim», είναι μία τραγωδία τραγικής τραγικότητας. Αλλά η αναζήτηση συνεχίζεται, και (τι στο διάολο) κάποτε θα αποφέρει καρπούς.

Και τώρα, αγαπητό μου ημερολόγιο, πέφτω για ύπνο. Όταν ξυπνήσω, θα είναι πια Κυριακή και θα διεξάγονται εκλογές. Κάνω μία ευχή, να μην εκλέξει ξανά ο κόσμος τον Κακλαμάνη, μπας και γλιτώσει η πόλη μου. Άμα περνάει κανένα αδέσποτο πεφταστέρι από ‘δω πάνω τέτοια ώρα, μακάρι να με ακούσει και να βάλει το χέρι του – γιατί όποτε χρειάστηκε να το βάλουν οι άνθρωποι το χέρι τους, το μόνο που κατάφεραν ήταν να βγάλουν τα μάτια τους.

Καληνύχτα και να θυμάσαι: Σε αυτές τις εκλογές δεν πρέπει να εκλέξουμε τα ίδια γουρούνια που μας έχουν απογοητεύσει τα τελευταία χρόνια. Δηλαδή, «το μη χοίρων βέλτιστον».

Advertisements