Αγαπητό ημερολόγιο,

άργησα λίγο να σου γράψω, το ξέρω. Ελπίζω να μην ανησύχησες μήπως αυτοκτόνησα από τη στενοχώρια μου, γιατί κάτι τέτοιο θα ήταν αστείο – ξέρεις αυτό που λένε, ότι το να χάνεις τη δουλειά σου είναι σαν να χάνεις κάποιον από την οικογένειά σου; Ε, στην περίπτωσή μου ήταν περισσότερο σαν να χάνεις το καπάκι της οδοντόκρεμας. Τόσο τραγικό. Και στοιχηματίζω ότι και ο/η άτυχος/η που κλήθηκε να πάρει τη θέση μου δεν θα αντέξει για πολύ. Αν, δηλαδή, δεν τα έχει ήδη παρατήσει.

(εδώ που τα λέμε, φτηνά τη γλίτωσα με αυτά που έγραψα στο blog μου, με μια ψωροαπόλυση. Την τελευταία φορά που συνέβη κάτι αντίστοιχο ήμουν φαντάρος, και λίγο έλειψε να καταλήξω στο Στρατοδικείο. Αλλά αυτή είναι μια άλλη, μεγάλη ιστορία, που κάποτε θα τη διηγούμαι και θα γελάω, αντί να τρέμω σαν το ψάρι.)

Ο λόγος που δε σου έγραφα τόσες μέρες δεν μπορώ να προσδιορίσω ακριβώς ποιος ήταν, αλλά πρέπει να έχει να κάνει με την προσπάθεια ανάνηψης των αδικοχαμένων μου εγκεφαλικών κυττάρων, στην οποία έχω αφοσιωθεί τον τελευταίο καιρό, προκειμένου να καθυστερήσω όσο γίνεται το Αντενάουερ. Όχι κάτσε…το Λιρντάμερ, εννοούσα…Όχι, περίμενε…ααααα, το θυμήθηκα: Το Αλτσχάιμερ.

Αυτό που συνειδητοποίησα, πάντως, αυτές τις μέρες, είναι το πόσο σημαντικό είναι το feedback που λαμβάνει κανείς από τους αναγνώστες του. Και ειδικά το feedback που προέρχεται από ανθρώπους που δε μασάνε τα λόγια τους, που δε σου χρωστάνε καλές κουβέντες και που δε διστάζουν να σου πουν αυτό που σκέφτονται κατάμουτρα. Από αυτούς που δε φοβούνται μήπως σε προσβάλουν και παρεξηγηθείς και μιλάνε αυθόρμητα και ειλικρινά. Ξέρεις, πάντα προτιμούσα τα αρνητικά σχόλια από τα θετικά. Τα θετικά σχόλια σίγουρα σου προκαλούν μία ικανοποίηση, όμως αυτή είναι προσωρινή. Αντίθετα, τα αρνητικά σχόλια, όταν δεν κρύβουν εμπάθεια, είναι πολύ πιο χρήσιμα, γιατί σου επισημαίνουν αυτά που κάνεις λάθος. Λαμβάνοντας υπ’όψιν τα αρνητικά σχόλια, σε βάθος χρόνου μπορείς να τα βελτιώσεις και να γίνεις καλύτερος. Και αυτό είναι πολύ πιο σημαντικό από μία πρόσκαιρη ικανοποίηση.

Ας αλλάξουμε, όμως, θέμα και κλίμα: Τις προάλλες συνέβη κάτι συγκλονιστικό. Είδα ένα καταπληκτικό όνειρο, από τα καλύτερα που έχω δει σε όλη μου τη ζωή – δε χρειάζεται να μπω σε ανατριχιαστικές λεπτομέρειες, αρκεί να σου πω ότι πρωταγωνιστούσα εγώ και δύο γυναίκες. Πέρα από το προφανώς εξωφρενικό του περιεχόμενο, το όνειρο ήταν απίστευτα ρεαλιστικό αφού εκτυλισσόταν στο δωμάτιο όπου κοιμόμουν, ενώ τη μία από τις γυναίκες την ξέρω, κι έτσι πίστεψα ότι όλα αυτά συνέβαιναν στ’αλήθεια. Κάποια στιγμή, ωστόσο, συνειδητοποίησα ότι όλο αυτό ήταν πολύ σουρεαλιστικό για να είναι πραγματικό, κι έτσι τσιμπήθηκα στο μπράτσο για να σιγουρευτώ ότι δεν κοιμόμουν. Πράγματι, δεν ξύπνησα με το τσίμπημα, κι έτσι συνέχισα κανονικά να κάνω ό,τι έκανα. Και, όπως καταλαβαίνεις, λίγο αργότερα ξύπνησα. Συμπέρασμα: Ένας ακόμα μύθος καταρρίπτεται. Επόμενος στόχος: Να αποδείξω ότι είναι εφικτό να φταρνιστώ χωρίς να κλείσω τα μάτια μου. Εδώ και 15 χρόνια το προσπαθώ, χωρίς επιτυχία, αλλά ποτέ δεν ξέρεις.

Στο μεταξύ, σήμερα είναι 26 Οκτωβρίου, του Αγίου Δημητρίου. Είναι μία από τις ελάχιστες ονομαστικές γιορτές που θυμάμαι κάθε χρόνο, κι αυτό γιατί στο σχολείο μου η γιορτή του Αγίου Δημητρίου ήταν αργία, επειδή ο συγκεκριμένος άγιος ήταν πολιούχος. Έτσι, σε συνδυασμό με τις αργίες της 27ης και 28ης Οκτωβρίου, είχαμε ένα υπέροχο τριήμερο, που ενίοτε γινόταν και τετραήμερο ή και πενθήμερο, όταν έπεφτε και το Σαββατοκύριακο κολλητά. Γι’αυτόν τον λόγο, ο Άγιος Δημήτριος βρίσκεται στο top-3 των αγαπημένων μου αγίων, μαζί με τον Άγιο Βασίλη και τον Άγιο Πο*τσο, μεγάλη η χάρη του.

Α, δε σου είπα και το άλλο: Χθες το βράδυ, κάθισα και είδα ολόκληρη την διακαρναβαλική συνέντευξη του πρωθυπουργού. Ναι, αλήθεια. Δε σου λέω ότι ήταν εύκολο, αλλά όταν έχεις δει για οκτώ ολόκληρες ώρες σερί Μελέτη, Μενεγάκη και Λαμπίρη, δύο ώρες με τον Γιωργάκη σου φαίνονται παιχνιδάκι. Περίμενα να πει κανένα φοβερό νέο, όπως π.χ. ότι αδυνάτισε ο Πάγκαλος ή ότι βρήκε στο δρόμο 500.000 θέσεις εργασίας και δεν έχει πού να τις δώσει, αλλά φευ. Όλο κάτι ακαταλαβίστικα έλεγε, για το πώς το ΠΑΣΟΚ έσωσε τη χώρα καταστρέφοντάς την. Αλλά το κορυφαίο που είπε, και πραγματικά με άγγιξε (και μάλιστα με άγγιξε τόσο πολύ, που στοιχειοθετεί άνετα και μήνυση για σεξουαλική παρενόχληση), ήταν η φράση «[χάρη στο δικό μας ασφαλιστικό] ξέρουν τα νέα παιδιά ότι θα πάρουν σύνταξη». Δεν ξέρω αν ήταν ακριβώς για γέλια ή για κλάματα. Δεν ξέρω τι να κάνω. Να γελάσω με την παιδική αφέλεια του ανθρώπου που κυβερνάει περιχαρής ένα καράβι που έχει ήδη αρχίσει να βουλιάζει; Ή να κλάψω με την προφανή ασχετοσύνη του ανθρώπου που διδάσκει εδώ και έναν χρόνο σε μία τάξη Δημοτικού και δεν έχει μάθει ακόμα τα μικρά ονόματα των μαθητών του; Δεν ξέρω, ειλικρινά. Το μόνο σίγουρο είναι ότι εγώ δεν θα πάρω ποτέ σύνταξη. Θα πεθάνω δουλεύοντας, με το κεφάλι μου να πέφτει με δύναμη πάνω στο πληκτρολόγιο του υπολογιστή, εστιάζοντας, όχι τυχαία, στο πλήκτρο «Escape».

Θα σε αφήσω στην ησυχία σου τώρα, καληνυχτίζοντάς σε με μία σοφή συμβουλή: Ό,τι δε σε σκοτώνει, θα επιστρέψει κάποια στιγμή για να ολοκληρώσει αυτό που άφησε στη μέση. Και θα επιστρέψει πιο δυνατό.

Advertisements