Αγαπητό ημερολόγιο,

τις τελευταίες μέρες με βασανίζει ένα επίμονο ερώτημα, το οποίο είναι μάλλον ρητορικό, αλλά εγώ επιμένω (ως πτωχός πλην τίμιος μαζοχιστής) να προσπαθώ να του δώσω μια απάντηση, και μάλιστα την απάντηση που με συμφέρει. Το ερώτημα είναι: «Υπάρχει ιδανική δουλειά;».

Πάντα έτεινα να πιστεύω πως υπάρχει η τέλεια δουλειά, και είναι κάτι που συμβαίνει όταν κάποιος σε πληρώνει για να κάνεις κάτι που θα έκανες με ευχαρίστηση και δωρεάν – με άλλα λόγια, όταν κάνεις το χόμπι σου επάγγελμα. Για παράδειγμα, όταν ήμουν μικρός σκεφτόμουν ότι η ιδανική δουλειά για μένα θα ήταν «δοκιμαστής videogames», γιατί τα βιντεοπαιχνίδια τα λάτρευα και θα ήταν ονειρικό να με πληρώνει κάποιος για να παίζω παιχνίδια. Ωστόσο, φαίνεται πως υπάρχει ένα πρόβλημα σε αυτή τη συλλογιστική: Άπαξ και αρχίσεις να κάνεις κάτι επαγγελματικά, παύεις να το βλέπεις σαν χόμπι. Το αντιμετωπιζεις ως «δουλειά», σχεδόν ως αγγαρεία, και δεν το απολαμβάνεις όσο θα το απολάμβανες αν ήσουν ένας κοινός ερασιτέχνης.

Πάρε για παράδειγμα τους ποδοσφαιριστές: Προφανώς, για να διαλέγουν αυτό το επάγγελμα σημαίνει ότι αγαπάνε το ποδόσφαιρο σαν άθλημα, και ονειρεύονται να τους πληρώνει κάποιος ανοιχτοχέρης πρόεδρος ομάδας για να παίζουν το αγαπημένο τους άθλημα. Ναι, αλλά άμα δεις πόσοι επαγγελματίες ποδοσφαιριστές «σέρνονται» μέσα στο γήπεδο επειδή βλέπουν τα παιχνίδια ως αγγαρεία (άσε που τον μισθό τους τον έχουν εξασφαλισμένο, ακόμα κι αν βάλουν οκτώ αυτογκόλ στο ματς), θα καταλάβεις ότι ο επαγγελματισμός βλάπτει σοβαρά το χόμπι.

Και όλες αυτές οι σκέψεις δε μου γεννήθηκαν καθόλου τυχαία. Βλέπεις, τις τελευταίες μέρες ήμουν πολύ απασχολημένος με την νέα μου αποστολή: Να γράψω μια σειρά από κείμενα τουριστικού χαρακτήρα για έναν νομό της Ελλάδας, τον οποίο μάλιστα διάλεξα ο ίδιος με τα χεράκια μου, επειδή κατάγομαι από εκεί. Και μπορεί το «τουριστικό ρεπορτάζ» (αν υπάρχει κάτι τέτοιο) να μην είναι ακριβώς αυτό που ονειρευόμουν να κάνω στη ζωή μου όταν γραφόμουν για πρώτη φορά στη σχολή μου, πριν από 8 χρόνια, αλλά είναι μια μορφή δημοσιογραφίας. Και εγώ δημοσιογράφος θέλω να γίνω, έτσι δεν είναι;

Η δουλειά που είχα να κάνω δεν ήταν ιδιαίτερα απαιτητική. Κάποια τηλέφωνα σε νομαρχίες, δήμους, μουσεία και τοπικά μαγαζιά, μια ξεγυρισμένη έρευνα σε ολόκληρο το Internet για χρήσιμες πληροφορίες, και πολύ-πολύ γράψιμο. Όχι, δεν ήταν καθόλου δύσκολα όλα αυτά. Ήταν, όμως, αφόρητα βαρετά. Τόσο βαρετά, που κάποιες φορές σταματούσα να γράφω, ξάπλωνα στο κρεβάτι μου και κοίταζα για ώρα το ταβάνι, σαν να περίμενα καρτερικά να πέσει στο κεφάλι μου και να έχω μια καλή δικαιολογία για να σταματήσω να κάνω αυτό που έκανα. Βέβαια, το ταβάνι δε μου έκανε ποτέ το χατίρι, κι έτσι συνέχιζα μετά από λίγο να γράφω. Μετά από τρεις μέρες ακατάπαυστης πληκτρολόγησης (και ακατανίκητης βαρεμάρας), σήμερα έστειλα με e-mail στην αρχισυντάκτρια της ιστοσελίδας το πόνημά μου. Αύριο περιμένω την ανταπόκρισή της, που είτε θα είναι θετική (άρα θα αναλάβω κι άλλους νομούς, και θα πληρωθώ περισσότερα λεφτά, αλλά θα τα χαλάσω όλα στους ψυχολόγους που θα τρέχω για να με συνεφέρουν από αυτήν την τραυματική περίοδο της ζωής μου), είτε θα είναι αρνητική (άρα θα πρέπει να κάτσω να διορθώσω όσα λάθη έχω κάνει, που είναι ακόμα πιο βαρετό από το να γράφεις καινούργια κείμενα, αφού είναι καθαρά δημοσιοϋπαλληλική δουλειά και δεν απαιτεί δημιουργικότητα ή φαντασία, αλλά αποκλειστικά και μόνο χρόνο). Δεν είμαι σίγουρος τι από τα δύο προτιμώ να ακούσω.

Και αναρωτιέμαι: Αν ήθελα εγώ μεθαύριο να κάνω μια εκδρομή στον συγκεκριμένο νομό, και έκανα όλα αυτά που έκανα αυτές τις μέρες για να βρω πληροφορίες για ξενοδοχεία και ταβέρνες, ακόμα κι αν χρειαζόταν να περάσω τρεις μέρες μπροστά από έναν υπολογιστή, θα το έβρισκα βαρετό; Μάλλον όχι, γιατί θα το έκανα καθαρά για τον εαυτό μου, από χόμπι. Θα το έκανα τζάμπα, αλλά θα το απολάμβανα. Αντίθετα, τώρα που κάποιος δέχεται να με πληρώσει για να το κάνω, νιώθω λες και είμαι καταδικασμένος σε καταναγκαστικά έργα. Άραγε αυτό συμβαίνει μόνο σε μένα, ή είναι κάποιο κατασκευαστικό λάθος της φύσης, που επηρεάζει όλους τους ανθρώπους;

Από την άλλη, βέβαια, την τελευταία εβδομάδα δημοσιεύτηκαν σε site ποικίλης ύλης και δύο άλλα κείμενά μου, με θέματα που έχουν να κάνουν με την τηλεόραση. Γι’αυτά τα κείμενα δε βαρέθηκα καθόλου να γράφω – αντίθετα, θα μπορούσα να γράψω βιβλίο ολόκληρο, αλλά δε θα το διάβαζε κανένας, οπότε θα ήταν κρίμα να πάει χαμένος τόσος κόπος. Μήπως, λοιπόν, τελικά με ενδιαφέρει να γράφω μόνο για θέματα που θέλω να γράφω; Και άραγε έχω την πολυτέλεια να περιμένω μέχρι να μου δοθεί η ευκαιρία να γράφω αυτά που θέλω να γράφω; Ή μήπως αν με πλήρωναν από το συγκεκριμένο site θα το έβλεπα και πάλι σαν αγγαρεία και θα βαριόμουν να γράφω; Πφφφφφφφ, δεν ξέρω. Υποθέτω ότι ο χρόνος θα τα δείξει όλα – αν προλάβει, πριν αρχίσω να τον σκοτώνω πάλι.

Επίσης, αυτές τις μέρες εκτός από την «δουλειά» μου μίσησα και τον έλεγχο ορθογραφίας του Word. Και εντάξει, να δεχτώ ότι δεν αναγνωρίζει τη λέξη «κρεατικά» και μου την κοκκινίζει. Και εντάξει, καταλαβαίνω ότι του είναι δύσκολο να κατανοήσει τι είναι το «ράφτινγκ» και μου το κοκκινίζει κι αυτό. Αλλά να μου διορθώνει το «αντικρύζω» σε «αντικρίζω»; Ε όχι, αυτό πάει πολύ. Και ναι, επειδή το έψαξα, ξέρω ότι ο Μπαμπινιώτης θεωρεί σωστό το «αντικρίζω», αλλά τόσα χρόνια στο Δημοτικό που μάθαινα ότι όλα τα ρηματα που τελειώνουν σε -ίζω γράφονται με «ι», ΕΚΤΟΣ από τα «αντικρύζω», «κελαρύζω», «αθροίζω» δεν τα πετάω στα σκουπίδια έτσι απλά. Εγώ «αντικρύζω» θα το γράφω, κι ας με βάλουνε και φυλακή.

Μ’αυτά και μ’αυτά, τόσες μέρες δεν έχω καταφέρει να κοιμηθώ κανονικά. Άσε που προχθές είδα στον ύπνο μου ότι οδηγούσα σε έναν επαρχιακό δρόμο (πιθανότατα του νομού για τον οποίο έγραφα), και ξαφνικά ο δρόμος πλημμύρισε, το αυτοκίνητο χάλασε και εγώ κολυμπούσα ανάμεσα στα πλινθόκτιστα σπίτια, και μετά δε θυμάμαι τι έγινε, γιατί τέλειωσε η κασέτα και η μνήμη μου δεν κατέγραψε το τέλος. Αλλά απόψε θα κοιμηθώ ήσυχος. Αύριο να δούμε.

Θα σε αποχαιρετίσω, αγαπητό μου ημερολόγιο, με μια φωτογραφία που τράβηξα τις προάλλες και είναι ήδη από τις αγαπημένες μου. Αποτελεί ένα σκληρό (αλλά ρεαλιστικό) σχόλιο για τον χουλιγκανισμό και τις συνεπειές του, και παράλληλα μια πραγματική «γροθιά στο στομάχι» για τον κάθε μικροαστό που δεν αναρωτιέται ποτέ ποιες είναι οι γενεσιουργές αιτίες του χουλιγκανισμού και κατά πόσον ευθύνεται ο ίδιος για την εμφάνισή και την εξάπλωσή του.

(έλα, πλάκα κάνω. Να η φωτογραφία:)

Advertisements