Αγαπητό ημερολόγιο,

κάποια πράγματα δεν καταλαβαίνεις ότι συμβαίνουν. Συνεχίζεις τη ζωή σου κανονικά, χωρίς να αλλάξεις τίποτα, βέβαιος ότι δεν έχει αλλάξει τίποτα, ότι όλα είναι ακριβώς όπως τα άφησες πριν από 4-5 χρόνια. Και πρέπει να βρεθεί κάποιος άλλος να σου πει ότι κάτι πάει στραβά με σένα, σαν το παιδάκι που φωνάζει δυνατά «Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΕΙΝΑΙ ΓΥΜΝΟΣ», και κάνει τον βασιλιά να συνειδητοποιήσει αυτό που είναι προφανές σε όλους, εκτός από τον ίδιο: Ότι είναι γυμνός.

Χθες το απόγευμα χτύπησε το κινητό μου. Ήταν ένα σταθερό τηλέφωνο, που δεν το αναγνώριζα. Το ίδιο σκηνικό είχε συμβεί άλλες τρεις φορές μέσα στη βδομάδα, και όλες τις φορές καθάρισα το λαιμό μου, αποτίναξα από πάνω μου όλη την αρνητική ενέργεια, φόρεσα το πιο όμορφο χαμόγελό μου (λες και θα το έβλεπε κανείς) και είπα γλυκά «παρακαλώ;». Και τις τρεις φορές, τελικά ήταν κάποιος φίλος μου που με έπαιρνε από τη δουλειά, ή από το σταθερό του τηλέφωνο, που δεν το έχω αποθηκευμένο στη μνήμη του κινητού. Δεν ήταν από δουλειά. Έτσι, όταν χθες χτύπησε ξανά το κινητό μου, δεν μπήκα στον κόπο να τα κάνω όλα αυτά. Απάντησα στο τηλέφωνο με ένα ξερό, βαριεστημένο «ναι;», αυτό που συνήθως χρησιμοποιώ όταν ξέρω ότι στην άλλη άκρη της γραμμής βρίσκεται ένας κακοπληρωμένος υπάλληλος που θέλει να με ενημερώσει για κάτι που δε με ενδιαφέρει καθόλου. Και μάντεψε…Ήταν για δουλειά!

Συγκεκριμένα, ήταν από κάπου που είχα στείλει το βιογραφικό μου πριν από δυο-τρεις εβδομάδες, και ειλικρινά δεν περίμενα ότι θα έπαιρνα ποτέ απάντηση. Κι όμως, ο άνθρωπος στο τηλέφωνο δεν ήθελε να μου πουλήσει τίποτα, αλλά να με προσκαλέσει σε συνέντευξη! Και φυσικά, δεν θα μπορούσα (και δεν θα ήθελα) να πω όχι. Κι έτσι, σήμερα το μεσημέρι είχα συνέντευξη.

(φυσικά, θα με ρωτήσεις γιατί δε σου είπα τίποτα. Ε, είπα να το κρατήσω κρυφό, για γούρι. Είδα και τις προηγούμενες φορές που σου είπα για τα interview που είχα τι καλά που κατέληξαν. Μητσοτ*κη των ημερολογίων.)

Όπως συνήθως, έφτασα στον προορισμό μου περίπου 40 λεπτά νωρίτερα, και έτσι είχα μια καλή ευκαιρία να δω τι υπήρχε γύρω από την εταιρεία όπου είχα συνέντευξη. Δυστυχώς, ήταν η πρώτη φορά που δεν βρήκα τίποτα αξιόλογο να φωτογραφίσω. Πάλι καλά, τουλάχιστον, που βρήκα περίπτερο για να αγοράσω τσίχλες – η δροσερή αναπνοή (με γεύση μανταρίνι, παρακαλώ) μπορεί να μη σου δώσει τη δουλειά, αλλά τουλάχιστον κάνει καλή εντύπωση.

Τέλος πάντων, να μη σου τα πολυλογώ, έφτασα στο γραφείο του συνεντευξιάζοντος χωρίς απρόοπτα, και ξεκίνησε η συνέντευξη. Ήταν πολύ ευγενικός (μου πρόσφερε και νερό, που δε θυμάμαι να μου έχει ξανασυμβεί), σοβαρός (όχι σαν τον προτελευταίο, που συμπεριφερόταν σαν καραγκιόζης) και, κυρίως, αυτά που έλεγε τα εννοούσε. Δεν προσπαθούσε ούτε να ωραιοποιήσει την κατάσταση, ούτε να με «ψαρέψει». Και μου έμαθε και κάποια πράγματα.

Το σημαντικότερο, που μου έμαθε είναι ότι στα 26 μου χρόνια θεωρούμαι ήδη «μεγάλος». Θα έπρεπε ήδη το βιογραφικό μου να είναι γεμάτο με προϋπηρεσίες από δουλειές, κι όμως, το βιογραφικό μου είναι τόσο άδειο, που μόνο αυτό του Κώστα Καραμανλή μπορεί να το συναγωνιστεί. Δεν είμαι πια «νέος» εργαζόμενος, από αυτούς που θα τους πάρεις τζάμπα για 2-3 μήνες, θα τους μάθεις κάποια πράγματα, θα τους δοκιμάσεις και μετά είτε θα τους κρατήσεις με χαμηλό μισθό, είτε θα τους διώξεις, για να πάρεις στη θέση τους άλλους νέους. Είμαι πια «μεγάλος».

Όπως μου εξήγησε, το γεγονός ότι στα 26 μου δεν έχω ακόμα καταφέρει να εργαστώ πουθενά full time για ένα σεβαστό χρονικό διάστημα σημαίνει ότι κάτι πάει στραβά με μένα. Ότι κάτι κάνω λάθος. Στην αντίρρησή μου ότι ο κλάδος της δημοσιογραφίας πάει κατά διαόλου, και όλοι απολύουν κόσμο, ενώ κανείς δεν προσλαμβάνει, αντέτεινε ότι υπάρχει τόση προσφορά, όση και ζήτηση, και μάλιστα υπάρχει ζήτηση για ανθρώπους που ξέρουν να γράφουν δυο προτάσεις στη σειρά που να βγάζουν νόημα, κάτι που εγώ προφανώς και μπορώ να κάνω (γιατί αν δεν μπορώ να το κάνω, τότε καλύτερα να πάω να ανοίξω ένα περίπτερο, να ησυχάσουμε όλοι). Μου είπε ότι μπορεί να υπάρχουν πολλοί δημοσιογράφοι (και ακόμα περισσότεροι «δημοσιογράφοι»), αλλά είναι λίγοι αυτοί που γράφουν καλά. Και αυτούς τους λίγους όλοι τους ψάχνουν, και άρα αν όντως ήμουν ένας από αυτούς, κάποιος θα έπρεπε να με είχε ήδη ανακαλύψει και εντάξει στο δυναμικό του. Όταν του είπα ότι «απλώς θέλω κάποιος να μου δώσει μια ευκαιρία να δείξω τι αξίζω», το απέρριψε, με το επιχείρημα ότι είναι μοιρολατρικό. Είχε δίκιο – δεν είχα καταλάβει ποτέ πόσο μοιρολατρικό ακούγεται αυτό.

Όσο κι αν αμφιβάλλω γι’αυτά που μου είπε (και ίσως είναι ηλίθιο να αμφιβάλλω γι’αυτά που μου λέει κάποιος που έχει πολύ μεγαλύτερη εμπειρία από μένα στον χώρο), σίγουρα με βοήθησε. Με έβαλε σε σκέψεις για την προσέγγισή μου απέναντι στην εργασιακή μου αποκατάσταση, για τον τρόπο που «προωθώ» τον εαυτό μου (ακούγεται σαν να είμαι ένα προϊόν στο σούπερ μάρκετ, όμως τελικά όλοι χρειαζόμαστε αυτήν την προώθηση), για το τι κάνω λάθος, τέλος πάντων. Κάπου πρέπει να κάνω λάθος, όντως.

Τέλος πάντων, το συμπέρασμα απ’όλα αυτά ήταν ότι θα με δοκιμάσει για μια-δυο εβδομάδες, για να δει τι πάει στραβά με μένα (αν πηγαίνει κάτι στραβά, βέβαια), θα με δοκιμάσει σε διάφορα είδη γραφής και θα δούμε αν θα με κρατήσει. Δεν ξέρω περισσότερες λεπτομέρειες. Περιμένω τις επόμενες μέρες τηλέφωνο για να ξεκινήσω. Αλλά εσύ μη χαίρεσαι: ΔΕΝ έπιασα δουλειά. Ακόμα άνεργος είμαι. Οπότε, εσύ μένεις στη θέση σου.

Όπως καταλαβαίνεις, σύντομα θα έχω νέα. Θα σε κρατήσω ενήμερο, μην έχεις καμία αμφιβολία. Αλλά για την ώρα, θα μου επιτρέψεις να πάω να κοιμηθώ και να επεξεργαστώ όλες αυτές τις καινούργιες πληροφορίες, γιατί η CPU μου είναι παλιάς τεχνολογίας και θέλει κάποιον χρόνο για να αφομοιώσει το καινούργιο λογισμικό.

Διπλό Control-Alt-Delete, Shutdown και καληνύχτα.

Advertisements