Αγαπητό ημερολόγιο,

έχουν περάσει 74 μέρες από τότε που ξεκίνησα να σου γράφω. 74 μέρες. Είναι ένα σεβαστό χρονικό διάστημα, στο οποίο πολλά μπορούν να συμβούν. Σε 74 μέρες, π.χ., μπορεί να αποφασίσουν οι εξωγήινοι να επιτεθούν στη Γη, από ζήλια επειδή ο δικός τους πλανήτης δεν έχει ούτε καυσαέρια, ούτε μόλυνση, ούτε τρύπα του όζοντος, ούτε καν λίγο φαινόμενο του θερμοκηπίου. Μπορεί να ξεκινήσει ένας πόλεμος, ή να τελειώσει ένας πόλεμος. Μπορεί να καταστραφεί μια ολόκληρη χώρα, ή/και να δημιουργηθεί μια καινούργια. Το μόνο που σίγουρα δεν μπορεί να γίνει, είναι να βελτιωθεί το επίπεδο της ελληνικής τηλεόρασης, αλλά αυτή είναι μια άλλη ιστορία.

Τι άλλαξε στη ζωή μου, λοιπόν, τις τελευταίες 74 μέρες; Τ ί π ο τ α. Τίποτα απολύτως. Αν ξύπναγα αύριο το πρωί και ήμουν ξανά στον περασμένο Ιούλιο, δε θα καταλάβαινα τη διαφορά. Ακόμα και την ίδια γαμημένη ζέστη κάνει. Λεφτά δεν έχω, δουλειά δεν έχω, νεύρα έχω, όλα είναι όπως τα άφησε ο Ιούνιος, που του τα άφησε ο Μάιος, που τα βρήκε από τον Απρίλιο, που τα κληρονόμησε από τον Μάρτιο, και ούτε που θυμάμαι μέχρι πού φτάνει αυτή η αλυσίδα. Και ούτε που ξέρω πόσους κρίκους αντέχει ακόμα.

Ειλικρινά, η ζωή μου είναι τόσο τέλεια μίζερη, που το μόνο που μπορώ να κάνω για να επιβιώσω, είναι να αυτοσαρκάζομαι. Ξέρεις, είναι αυτό το συναίσθημα που έχεις όταν ξυπνάς αξημέρωτα, έξω βρέχει, στο ραδιόφωνο παίζει μελαγχολικά τραγούδια, και όλα μαζί μοιάζουν σαν να συμπληρώνουν ένα τέλειο παζλ μαυρίλας, τόσο τέλειο, που δεν μπορείς να μη χαμογελάσεις, θαυμάζοντας τη μαεστρία με την οποία έχει σχηματιστεί γύρω σου το σκηνικό της απόλυτης μελαγχολίας, περιμένοντας εσένα να ανέβεις στη σκηνή και να παίξεις τον πρωταγωνιστικό ρόλο.

Σκεφτόμουν αυτά τα συντρίμμια που είναι η ζωή μου σε αυτή τη φάση. Τι μου ανήκει σε αυτή τη ζωή; Μου ανήκει ένα αυτοκίνητο, στραπατσαρισμένο από ένα τρακάρισμα πριν δύο χρόνια, στο οποίο οποιοσδήποτε αξιοπρεπής άνθρωπος θα ντρεπόταν να μπει, ακόμα και νεκρός. Μου ανήκει ένα λιλιπούτειο netbook, το πρώτο πράγμα που αγόρασα όταν πήρα στα χέρια μου τον πρώτο μου μισθό από το βιβλιοπωλείο, πέρσι. Μου ανήκει ένα δωμάτιο πανικού – έτσι λέω το δωμάτιό μου, γιατί πάντα εκεί μέσα γίνεται ένας πανικός από πεταμένα ρούχα, κόμικς, βιβλία, DVD, κουτάκια αναψυκτικών, καλώδια και οτιδήποτε άλλο βαριέμαι να τοποθετήσω στη θέση του αφού το χρησιμοποιήσω. Μου ανήκει ένα κινητό, χωρίς touch screen και άλλες πολυτέλειες, κι αυτό με κάρτα, σαν τα 12χρονα. Ναι, αυτά είναι όλα. Αν πούλαγα όλα μου τα υπάρχοντα αυτή τη στιγμή, με τα έσοδά μου δεν θα μπορούσα να αγοράσω ούτε το νέο Pro. Βέβαια, θα μπορούσα και να πουλήσω το ένα νεφρό μου (ο έχων τα δύο νεφρά του να δίνει το ένα δεν έλεγε ο Χριστός;), αλλά λέω να το κρατήσω για την ώρα. Μπορεί στο μέλλον να πιάσω καλύτερες τιμές.

Ξέρεις, καμιά φορά αναρωτιέμαι αν με αυτά που τραβάω πληρώνω κάποιες αμαρτίες από το παρελθόν μου. Και ναι, η αλήθεια είναι πως ήμουν κωλόπαιδο μικρός, αλλά τόσο πολύ; Εντάξει, μου άρεσε να βασανίζω τα μυρμήγκια στον κήπο, κλείνοντάς τα αεροστεγώς μέσα σε διάφανα πλαστικά ποτήρια, για να τα παρακολουθώ να αργοπεθαίνουν από ασφυξία. Το έχω μετανιώσει, ήμουν μικρός και (όχι ιδιαίτερα) αθώος, όλοι λίγο-πολύ έχουμε κάνει κάτι παρόμοιο, δε δικαιολογεί τέτοια εκδίκηση. Και ναι, εκείνη τη φορά που ένα ζευγάρι περιστέρια είχε φτιάξει τη φωλιά του σε μια γλάστρα στο μπαλκόνι μας, και το θηλυκό είχε κάνει δύο αυγά, παραδέχομαι ότι εγώ ήμουν αυτός που έσπασε τα αυγά – αλλά δεν το έκανα από κακία. Απλά πίστευα ότι μέσα από το αυγό θα έβγαινε ένα τοσοδούλικο περιστεράκι (και όχι ένας κρόκος), και δεν μπορούσα να περιμένω μέχρι να εκκολαφθεί από το αυγό για να δω πώς θα έμοιαζε. Ήμουν αφελής, ήμουν φονιάς, αλλά ούτε αυτό δικαιολογεί τέτοια εκδίκηση (αν και οπωσδήποτε εξηγεί γιατί τα περιστέρια με κουτσουλάνε κάθε τόσο – προφανώς, αυτή η ιστορία μεταδίδεται από γενιά σε γενιά και είμαι κάτι σαν Λεξ Λούθορ των περιστεριών). Τότε τι αμαρτίες πληρώνω;

Άσε που αρχίζω να ανησυχώ και για την ψυχική μου υγεία. Φοβάμαι ότι θα καταλήξω μισότρελος, να τριγυρίζω άσκοπα στους δρόμους σαν κάτι περίεργους που κυκλοφορούν εδώ και χρόνια στην περιοχή που μένω. Για παράδειγμα, είναι ένας παππούς που κάθε απόγευμα περπατάει την ίδια διαδρομή, καπνίζοντας ασταμάτητα, περπατώντας με ταχύτητα ανάπηρου σαλιγκαριού, κοιτώντας μονίμως κάτω και φωνάζοντας πού και πού ακατάληπτες βρισιές. Και είναι και η άλλη, μια μεγάλη γυναίκα που περπατάει όλη μέρα στους δρόμους, τρώγοντας φυστίκια, χαμογελώντας συνέχεια και βγάζοντας κάθε τόσο ακατάληπτες κραυγές. (μάλιστα, τις προάλλες που την πέτυχα σε ένα ψιλικατζίδικο, με άγγιξε σφιχτά στον ώμο, σαν να με ήξερε. Της χαμογέλασα, μην ξέροντας πώς αλλιώς να αντιδράσω σε μια τέτοια περίπτωση, πλήρωσα και έφυγα. Μου φάνηκε ανορθόδοξα υπέροχο.) Και προχθές μου έλεγε ο φίλος μου ο Δ. ότι εδώ γύρω υπάρχει και ένας άλλος περίεργος τύπος, ο οποίος τα καλοκαίρια πηγαίνει στο συντριβάνι της πλατείας, βγάζει τα ρούχα του, μένει με το μαγιό και κολυμπάει κανονικά μέσα στο συντριβάνι. Όπως καταλαβαίνεις, η τρέλα δεν είναι είδος υπό εξαφάνιση στη γειτονιά μου, και φοβάμαι ότι το κλίμα την ευνοεί. Να δεις που κάποια στιγμή, όπως λέει το τραγούδι, θα σιχαθώ αυτόν τον κόσμο και θα φτιάξω τον δικό μου. Όχι πως αυτό ακούγεται και τόσο άσχημο σαν ιδέα, δηλαδή.

Και τώρα θα σε αφήσω και θα πέσω να ξαπλώσω, μπας και θυμηθώ κανένα άλλο έγκλημα που έκανα μικρός και το πληρώνω τώρα. Καληνύχτα, και να θυμάσαι: Στη χώρα των τυφλών βασιλεύει ο μονόφθαλμος, και στη χώρα των τυφλοποντίκων βασιλεύει το χάμστερ.

Advertisements