Αγαπητό ημερολόγιο,

αν υπάρχει ένα πράγμα στο οποίο μπορείς να βασίζεσαι σε αυτόν τον κόσμο, κάτι που να μπορείς ανά πάσα στιγμή να είσαι απολύτως σίγουρος ότι δεν θα σε απογοητεύσει ποτέ, αυτό είναι ο Νόμος του Μέρφι. Αν κάτι μπορεί να πάει στραβά, θα πάει, τέλος. Και ακόμα και αν κάτι πάει καλά, θα είναι μόνο και μόνο για να σε οδηγήσει σε έναν ακόμα πιο στραβό δρόμο. Αναρωτιέμαι αν τα πράγματα στον κόσμο ήταν καλύτερα ή χειρότερα πριν ψηφιστεί ο Νόμος του Μέρφι. Και να μία από τις χιλιάδες εφαρμογές του Νόμου του Μέρφι: Τα καλά, ευτυχισμένα όνειρα δεν τα θυμάσαι ποτέ. Αντίθετα, τους εφιάλτες σου τους θυμάσαι για όλη σου τη ζωή. Έτσι δεν είναι;

Η αλήθεια είναι ότι στη ζωή μου δεν έχω δει πολλούς εφιάλτες (και αυτό είναι πολύ περίεργο, γιατί πριν κοιμηθώ συνήθως τρώω τον αγλέορα). Μετρημένοι στα δάχτυλα είναι: Ένας στα 15 μου, που είχα δει ότι πέθανε συγγενικό μου πρόσωπο από ηλεκτροπληξία (ευτυχώς, δε ήταν προφητικό), ένας άλλος στα 5 μου, ο πρώτος μου εφιάλτης, στον οποίο εισέβαλλαν οι εξωγήινοι στο σπίτι μου κι εγώ έτρεχα να κρυφτώ (αν ξανάβλεπα σήμερα αυτό το όνειρο, θα το θεωρούσα cult κωμωδία επιστημονικής φαντασίας – οι «εξωγήινοι» ήταν κάτι λούτρινα κουκλάκια με παρδαλά χρώματα. Αλλά τότε είχα τρομοκρατηθεί), και ένας ακόμα στα 17 μου, όπου με κυνηγούσαν κάτι μυστήριοι τύποι μπροστά από το φροντιστήριό μου και τελικά με έπιαναν και με στραγγάλιζαν (εκείνο το βράδυ είχα απίστευτο άγχος, επειδή νόμιζα ότι θα γινόμουν μπαμπάς – αλλά αυτή είναι μια άλλη, μεγάλη και χαζή ιστορία). Και ένας ακόμα χθες.

Χθες, λοιπόν, στον τέταρτο μόλις εφιάλτη της ζωής μου, είδα έναν γιγαντιαίο πίνακα σε έναν κατακόκκινο τοίχο, ο οποίος απεικόνιζε μια τρομακτική σκηνή, που δεν τη θυμάμαι, αλλά είμαι βέβαιος ότι ήταν βγαλμένη από κάποιον πίνακα του Ιερώνυμου Μπος. Κάποια στιγμή, λοιπόν, ο πίνακας ζωντάνεψε και άρχισαν να βγαίνουν από μέσα οι τρομακτικές μορφές του, οι οποίες μία-μία περνούσαν από πάνω μου και μου έφτυναν νερό κατάμουτρα. Το τελευταίο στιγμιότυπο που θυμάμαι πριν ξυπνήσω έντρομος, είναι ο Μάικλ Τζάκσον-ζόμπι, με τα ρούχα που φόραγε στο βιντεοκλίπ του Thriller, να φτύνει νερό πάνω μου. Δεν ξέρω τι σημαίνει αυτό το όνειρο, και δεν ξέρω και σε ποιο λήμμα να κοιτάξω στον ονειροκρίτη. Να δω στο «πίνακας ζωγραφικής»; Στο «νερό»; Στο «ροχάλα»; Στο «Μάικλ Τζάκσον»; Δεν ξέρω. Με την απορία θα μείνω.

Πέρα από τα όνειρα, βέβαια, υπάρχει και ο κόσμος της πραγματικότητας. Και αυτός είναι γεμάτος εφιάλτες. Στον πραγματικό κόσμο, πρέπει να κάνεις ακριβώς το αντίθετο από αυτό που συμβαίνει με τα όνειρα: Πρέπει να ξεχνάς τους εφιάλτες, και να θυμάσαι πάντα τα καλά σου όνειρα, αυτά που σου δίνουν κίνητρο και διάθεση να προχωρήσεις και να πετύχεις στη ζωή σου. Όσο δύσκολο κι αν είναι, πρέπει να το κάνεις. Ακόμα κι αν ο αντίπαλος που έχεις μπροστά σου είναι ο εφιάλτης της ανεργίας.

(ναι, το καταλαβαίνω ότι βαριέσαι όταν αρχίζω τις φιλοσοφίες, αλλά πρέπει κι εσύ, αγαπητό μου ημερολόγιο, να καταλάβεις ότι δεν ξεκίνησα ημερολόγιο για να γράφω τα ανέκδοτα που ακούω για να μην τα ξεχνάω, αλλά για να έχω κάπου να λέω τον πόνο μου. Πες ότι είσαι ο ώμος που χρειάζομαι για να κλάψω. Γι’αυτό σκάσε και γύρνα απ’την άλλη.)

Στο μεταξύ, τις τελευταίες μέρες έχουν τσακωθεί άσχημα οι δύο καλύτερές μου φίλες. Για ποιον λόγο; Για τον κλασικό λόγο που τσακώνονται μεταξύ τους οι γυναίκες: Για έναν γκόμενο. Το να μπαίνεις στη μέση και να παριστάνεις τον διαιτητή σε «μονομαχίες» μεταξύ γυναικών μπορεί να είναι πολύ επικίνδυνο σπορ. Θυμάμαι χαρακτηριστικά ένα videogame που έπαιζα παλιά, το οποίο είχε πιάσει το νόημα: Σε κάποια φάση, τσακωνόταν άσχημα η μάνα σου με τη γυναίκα σου, και εσύ είχες τρεις επιλογές. Μπορούσες να υποστηρίξεις τη μάνα σου, να υποστηρίξεις τη γυναίκα σου, ή να μην υποστηρίξεις καμία από τις δύο. Αν υποστήριζες τη μάνα σου, εξαγριωνόταν η γυναίκα σου. Αν υποστήριζες τη γυναίκα σου, εξαγριωνόταν η μάνα σου. Και αν δεν υποστήριζες καμία από τις δύο, εξαγριώνονταν και οι δύο μαζί σου. Παραδόξως, αν και ήξερα τι θα συνέβαινε στο τέλος, πάντα επέλεγα να μην υποστηρίξω καμία από τις δύο. Και αυτό ακριβώς έκανα και σε αυτήν την περίπτωση. Ας πούμε ότι το παίζω Ελβετία: Ουδέτερος και αδιάφορος, αν και πολύ πιο φτωχός.

Γενικά, τα στερεότυπα δε μου αρέσουν – ή μάλλον μου αρέσουν, γιατί πολλές φορές έχουν πλάκα, αλλά δεν τα ενστερνίζομαι. Ωστόσο, το στερεότυπο που λέει ότι δεν υπάρχει γυναικεία φιλία φαίνεται να κερδίζει έδαφος. Εντάξει, δε λέω ότι και οι άνδρες δεν τσακώνονται μεταξύ τους για μία γυναίκα (καμιά φορά σκοτώνονται κιόλας), αλλά έχω αυτήν την αίσθηση ότι στις γυναίκες συμβαίνει πιο συχνά. Γενετική προδιάθεση; Παράπλευρη απώλεια λόγω του προπατορικού αμαρτήματος; Σκέτη βλακεία; Κανείς δεν μπορεί να το πει με βεβαιότητα. Πάντως, εγώ για να τσακωθώ με άνθρωπο πρέπει να μου κάνει κάτι πολύ χοντρό, π.χ. να μου σπάσει το router, ή να μου σκίσει κανένα τεύχος του ΚΟΜΙΞ, ή να μου αποσπάσει την προσοχή και να φάω γκολ στο Pro, ή να μου δώσει να φάω κάτι που περιέχει κρυμμένη ντομάτα, ή κάτι τέτοιο, τέλος πάντων. Όχι για μια γκόμενα.

Και τώρα θα σε αφήσω, αγαπητό μου ημερολόγιο, γιατί είναι καιρός να απλώσω κι εγώ το κουρασμένο (από τι, άραγε;) κορμί μου στο κρεβάτι. Καληνύχτα, και να θυμάσαι: Τα μεγάλα πνεύματα συναντώνται. Βέβαια, και τα μικρά και ασήμαντα πνεύματα συναντώνται, και μάλιστα συσπειρώνονται σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από τα μεγάλα, αλλά δεν ακούμε και πολύ συχνά γι’αυτό.

Advertisements