Αγαπητό ημερολόγιο,

αυτή η χώρα δεν θα πάει ποτέ μπροστά. Αν η Ελλάδα ήταν ένα αυτοκίνητο, θα ήταν ένα Yugo (ή, ακόμα καλύτερα, ένα Simca) σε μια ανηφόρα. Όσο γκάζι κι αν προσπαθούσε να πατήσει ο οδηγός, το αμάξι δε θα πήγαινε ποτέ μπροστά. Στην καλύτερη περίπτωση, θα έμενε στο ίδιο σημείο της ανηφόρας. Στη χειρότερη, θα κατρακυλούσε προς τα πίσω. Και φυσικά, πίσω από το Yugo θα ακολουθούσαν δεκάδες εξαγριωμένοι οδηγοί, με πολυτελέστερα αυτοκίνητα, οι οποίοι θα κόρναραν δαιμονισμένα, σιχτιρίζοντας τον άσχετο που τους καθυστερεί από τον προορισμό τους. Η μόνη λύση, προφανώς, θα ήταν να αφήσει ο οδηγός το Yugo να τσουλήσει προς τα πίσω, στην αρχή της ανηφόρας, να πάρει λίγη φόρα και να ξεκινήσει από την αρχή την προσπάθεια. Ή, πιο απλά, να πάρει άλλο δρόμο, που να μην έχει ανηφόρες. Σε αυτήν τη διαδικασία είμαστε τώρα.

Και ξέρεις ποιο είναι το πιο απίστευτο; Ότι ένας από τους λόγους που αυτή η χώρα δεν θα πάει ποτέ μπροστά είναι ότι φαγωνόμαστε μονίμως μεταξύ μας και δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε σε τίποτα – και όταν βρούμε επιτέλους κάτι στο οποίο να συμφωνούμε όλοι και να θέλουμε να το κάνουμε για να πάμε μπροστά, έρχεται κάποιος από πάνω και μας απαγορεύει να το εφαρμόσουμε. Με το «έτσι θέλω».

Θα το κάνω πιο σαφές. Όταν αποφασίστηκε, πριν από μερικά χρόνια, η θέσπιση του ενιαίου εισιτηρίου στις αστικές συγκοινωνίες, αντί για τα ξεχωριστά εισιτήρια σε λεωφορεία και μετρό, κάποιοι τύποι σκέφτηκαν: «Ωραία. Αφού το εισιτήριό μου ισχύει για μιάμιση ώρα, κι εγώ το χτύπησα μόνο για να πάω από τα Σεπόλια στο Σύνταγμα, θα το δώσω σε κάποιον άλλο. Γιατί να πετάξω το εισιτήριό μου, όταν μπορεί να φανεί πολύ χρήσιμο σε έναν συνάνθρωπό μου, που έχει μια εξίσου μικρή διαδρομή να διανύσει;». Μία πολύ ευγενική σκέψη, αν θες τη γνώμη μου, και μία πολύ σπάνια (για τα ελληνικά δεδομένα) μορφή αλληλεγγύης. Σιγά-σιγά, αυτή η σκέψη έγινε ολόκληρο κίνημα, και έτσι το να αφήνεις το εισιτήριό σου πάνω στο ακυρωτικό μηχάνημα του μετρό έγινε «της μόδας».

Και τότε, κάποιος αποφάσισε ότι η μεταβίβαση του εισιτηρίου σε οποιονδήποτε άλλο είναι ποινικά κολάσιμη πράξη. Με το «έτσι θέλω». Και αυτό πλέον αναγράφεται στην πίσω πλευρά των εισιτηρίων, για να μην τολμήσει κανένας απείθαρχος επιβάτης να λοξοδρομήσει. Αυτό που δεν καταλαβαίνω είναι: Γιατί είναι παράνομο να δώσω το εισιτήριό ΜΟΥ σε κάποιον άλλο; Εγώ δεν το αγόρασα; Εγώ δεν έχω το δικαίωμα να το κάνω ό,τι θέλω; Να το κορνιζάρω και να το κρεμάσω στον τοίχο, να το κάνω κομφετί για μπαλ μασκέ, να το ταΐσω στον σκύλο μου, να το δώσω σε κάποιον άλλο; Ποιος μπορεί να μου το απαγορεύσει αυτό;

Ευτυχώς, το κίνημα αυτό επιβιώνει ακόμα. Στην παρανομία, βέβαια, αλλά επιβιώνει. Πλέον, δεν αφήνεις το εισιτήριό σου πάνω στο μηχάνημα, αλλά βγαίνεις από τον σταθμό του μετρό και το προσφέρεις σε κάποιον. Ή το αφήνεις πάνω στην σκάλα του μετρό. Αντάρτικο της πόλης.

Αν σκεφτείς ξανά τη μεταφορά του Yugo, αυτό το κίνημα μοιάζει με περαστικούς που προσπαθούν να σπρώξουν το Yugo στην ανηφόρα για να βοηθήσουν τον οδηγό να φορτσάρει, αλλά ο οδηγός τους διώχνει, επειδή φοβάται ότι θα γεμίσουν δαχτυλιές το (σαραβαλιασμένο) αυτοκίνητό του. Και φυσικά μένει στο ίδιο σημείο.

Στο μεταξύ, σήμερα το μεσημέρι κατά τις 2 έπεσα να κοιμηθώ – ξέρεις, ποτέ στη ζωή μου δε μου άρεσε ο μεσημεριανός ύπνος, γιατί πάντα είχα την αίσθηση ότι ξυπνούσα πιο κουρασμένος απ’ό,τι ήμουν όταν έπεφτα. Αλλά όταν είσαι άνεργος, το μεσημέρι είναι νεκρή ώρα. Δεν μπορείς να κάνεις τίποτα. Ακόμα και η τηλεόραση, με τα μεσημεριανά της προγράμματα, σου φωνάζει «ΚΛΕΙΣΕ ΜΕ ΤΩΡΑ ΑΜΕΣΩΣ!», και δεν έχεις κανέναν καλό λόγο να μην υπακούσεις. Οπότε, είπα κι εγώ να πέσω να κοιμηθώ.

Ξαφνικά, κατά τις 14:15, άκουσα τον διαπεραστικό ήχο ενός κομπρεσέρ να τρυπάει τα αυτιά μου, να μπαίνει απρόσκλητος στον εγκέφαλό μου και να μου ροκανίζει με λύσσα τα εγκεφαλικά μου κύτταρα. Σηκώθηκα απότομα, χωρίς να είμαι σίγουρος αν όλα αυτά τα ζούσα όντως ή τα έβλεπα στον ύπνο μου. Βγήκα στο μπαλκόνι και είδα τον λοβοτομημένο γείτονα να βαράει με το κομπρεσέρ κάτι που δεν μπορούσα να προσδιορίσω από τόσο μακριά.

Μέσα στη σύγχυση, μου δημιουργήθηκαν τρεις απορίες:

1. ΤΩΡΑ θυμήθηκε να κάνει αυτή τη δουλειά ο μαλάκας;
2. Γιατί όλοι οι μαλάκες γείτονες τυχαίνουν σε μένα;
3. Τι είδους μαλάκας έχει στο σπίτι του κομπρεσέρ, χωρίς να δουλεύει εργάτης σε οικοδομή;

Παρά την αγανάκτησή μου, αποφάσισα να πέσω ξανά για ύπνο, ελπίζοντας πως, με κάποιον μαγικό τρόπο, ο γείτονας θα καταλάβει ότι τα μεσημέρια ο κόσμος κάνει πιο διασκεδαστικά (και οπωσδήποτε λιγότερο θορυβώδη) πράγματα από το να βαράει κομπρεσέρ. Φυσικά, 10 λεπτά αργότερα η επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος δεν είχε έρθει ακόμα, και ούτε την έβλεπα να έρχεται. Έτσι, αποφάσισα να πάω εγώ να του φέρω την επιφοίτηση με το ζόρι. Ωστόσο, τελικά δεν χρειάστηκε, γιατί βρέθηκε μια άλλη γειτόνισσα, η οποία (μετά από σκληρές διαπραγματεύσεις) κατάφερε να τον πείσει να σταματήσει για την ώρα. Ωστόσο, η τελευταία και ιδιαίτερα απειλητική κουβέντα του μαλάκα γείτονα ήταν η εξής: «Ναι, αλλά από τις 5 το απόγευμα μέχρι τις 11 το βράδυ μπορώ να βαράω όσο θέλω».

Δεν ξέρω αν επιτρέπεται κάτι τέτοιο, δεν ξέρω καν αν επιτρέπεται να έχεις κομπρεσέρ στο σπίτι σου χωρίς άδεια οπλοφορίας. Αλλά ξέρω ότι έφυγα από το σπίτι με το που ξύπνησα, στις 5 παρά, και δεν ξαναγύρισα πριν τις 9.30. Προς στιγμήν πανικοβλήθηκα, γιατί ο γείτονας βάραγε ακόμα το κομπρεσέρ. Αλλά ευτυχώς, δέκα λεπτά αργότερα έθαψε το κομπρεσέρ του πολέμου και η καρδιά μου, που είχε πεταχτεί έξω να δει τι γινόταν, επέστρεψε στη θέση της.

Επιστρέφοντας στη μεταφορά του Yugo, νομίζω πως ο μαλάκας γείτονας θα ήταν ο κάγκουρας πίσω από το Yugo, με τον Καρρά στη διαπασών και το «φτιαγμένο» Peugeot, που θα αναβόσβηνε τα φώτα στον βλάκα τον μπροστινό και θα αδιαφορούσε εντελώς για τις διαμαρτυρίες των άλλων οδηγών και των περαστικών για τη δυνατή μουσική και το μουγκρητό της «φτιαγμένης» μηχανής, που τελικά είναι πιο ενοχλητικά και από την ανικανότητα του μπροστινού οδηγού να ξεκινήσει στην ανηφόρα.

Το μόνο σίγουρο είναι ότι όλα αυτά δεν βοηθούν καθόλου το Yugo μας να πάει μπροστά. Και μου φαίνεται ότι η μόνη λύση είναι να βγούμε από το Yugo και να πάρουμε ταξί, αν θέλουμε κάποτε να φτάσουμε στον προορισμό μας. Και να αφήσουμε το Yugo να αγκομαχάει στην ανηφόρα, μέχρι να πάει τελικά για απόσυρση.

Ουφ, πολλές μεταφορές σήμερα. Κουράστηκα. Θα πέσω για ύπνο. Και σήμερα αντί για συμβουλή ή απορία, θα σου αποκαλύψω κάτι: Το «Χαβάη 5-0» έρχεται πλέον δεύτερο. Την πρώτη θέση κατέχει η Παναγίτσα. Δες τη φωτογραφία και θα καταλάβεις:

Advertisements