Αγαπητό ημερολόγιο,

πριν από πολλά χρόνια, όταν άρχιζα μόλις να ανακαλύπτω τον θαυμαστό κόσμο του Internet, είχα ανακαλύψει ένα site, από το οποίο κατέβαζα freeware παιχνίδια με το κιλό. Ή τέλος πάντων με το γραμμάριο, γιατί ας μην ξεχνάμε ότι εκείνη την εποχή χρειαζόσουν τρία τέταρτα για να κατεβάσεις ένα απλό τραγούδι (ενώ τώρα σε τρία τέταρτα κατεβάζεις ολόκληρη τη δισκογραφία του καλλιτέχνη, μαζί με όλα του τα βιντεοκλίπ, ακόμα και από τα ποιηματάκια που τον έβαζαν να λέει στις σχολικές γιορτές). Φαντάσου, λοιπόν, πόση ώρα χρειαζόταν για να κατεβάσω ένα παιχνίδι.

Βέβαια, περίπου τα 4 στα 5 παιχνίδια που κατέβαζα κατέληγαν αναπόφευκτα στον «κάδο ανακύκλωσης» (από τον οποίο ΠΟΤΕ δεν έχω ανακυκλώσει τίποτα, και ντρέπομαι γι’αυτό, γιατί υποτίθεται ότι είμαι και οικολόγος). Όχι πως αυτό ήταν κάτι το μη αναμενόμενο, βέβαια, γιατί ισχύει ο κανόνας «ό,τι πληρώνεις παίρνεις». Βέβαια, αυτός ο κανόνας έρχεται σε πλήρη αντιπαράθεση με τον κανόνα «το τζάμπα είναι πάντα πιο γλυκό», όμως αυτό είναι ένα θέμα που θα αναλύσω σε κάποια μελλοντική καταχώρισή μου.

Ωστόσο, υπήρχαν και κάποια παιχνίδια που πραγματικά με εξέπληξαν ευχάριστα, με ανάγκασαν να «κολλήσω» μαζί τους, και μάλιστα ορισμένα από αυτά τα παίζω ακόμα και σήμερα, με χαρακτηριστικότερο όλων το Chart Wars 3, στο οποίο είσαι ιδιοκτήτης δισκογραφικής εταιρείας και προσλαμβάνεις συγκροτήματα και καλλιτέχνες, τους βγάζεις δίσκους, τους διοργανώνεις τουρνέ, κλπ. Ναι, υπάρχουν άνθρωποι που σπαταλούν ώρες ολόκληρες παίζοντας τέτοιου τύπου παιχνίδια, και δεν ντρέπομαι να ομολογήσω ότι είμαι ένας από αυτούς. Αν είναι το άσκοπο χάσιμο χρόνου αμαρτία, θα βγω να το φωνάξω με λατρεία.

Ένα από αυτά τα παιχνίδια, που δε θυμάμαι καν πώς το λέγανε, ήταν παρόμοιο με το Chart Wars 3: Ήσουν ο μάνατζερ ενός συγκροτήματος, και τους έβγαζες δίσκους, τους έστελνες σε τηλεοπτικές εκπομπές, κλπ. Το θέμα με αυτό το παιχνίδι ήταν ότι ήταν πολύ βαρετό. Κι αυτό γιατί στην αρχή το συγκρότημα δεν το ήξεραν ούτε οι μάνες των μελών του, κι έτσι όσες τηλεοπτικές εμφανίσεις κι αν τους κανόνιζες, και όσους δίσκους κι αν τους έβγαζες, το ταμείον ήταν πάντα μείον. Μέχρι που κάποια στιγμή, μετά από αρκετές μονότονες ώρες παιχνιδιού, γινόταν ένα ξαφνικό «μπαμ», και το συγκρότημά σου γινόταν από τη μια στιγμή στην άλλη το πιο hot συγκρότημα στον πλανήτη. Από εκεί που δεν είχες λεφτά ούτε για να τους αγοράσεις καινούργια ρούχα, ξαφνικά τα χρήματα στον τραπεζικό σου λογαριασμό αυξάνονταν με γεωμετρική πρόοδο, όπως και η φήμη του συγκροτήματος. Μέχρι που έφτανε να το ξέρει όλος ο κόσμος, εσύ γινόσουν δισεκατομμυριούχος, και κάπου εκεί έκλεινες το παιχνίδι και έπεφτες για ύπνο, απόλυτα βέβαιος πως σήμερα έκανες κάτι σημαντικό στη ζωή σου.

Το «πρόβλημα» του παιχνιδιού, λοιπόν, ήταν ότι ήταν πολύ βαρετό στην αρχή, επειδή ήταν δύσκολο το συγκρότημα να κάνει το «break» του, ενώ στο τέλος ήταν τόσο ραγδαία η αύξηση των χρημάτων και της φήμης, που αναρωτιόσουν γιατί σε ταλαιπωρούσε τόσες ώρες το παιχνίδι και δεν ήταν προγραμματισμένο να σου προσφέρει έναν λιγότερο απότομο δρόμο προς τη δόξα.

Μου πήρε, λοιπόν, πολλά χρόνια για να καταλάβω ότι αυτό το παιχνίδι δεν είχε κανένα απολύτως πρόβλημα. Απλώς, ήταν υπερβολικά ρεαλιστικό. Γιατί έτσι ακριβώς είναι και στην πραγματική ζωή: Ξεκινάς από το μηδέν, δε σε ξέρει κανένας και δεν ξέρεις κανέναν, και προσπαθείς να αποδείξεις στον κόσμο ότι αξίζεις κάτι καλύτερο από τη μετριότητα. Αν, όμως, καταφέρεις να αποδείξεις την αξία σου, τότε ανοίγονται όλοι οι δρόμοι μπροστά σου. Χρήμα, δόξα, γκόμενες, μπορείς να έχεις οτιδήποτε υλιστικό (ευτυχώς, η αγάπη δεν αγοράζεται – ακόμα, τουλάχιστον). Ωστόσο, για να φτάσεις σε αυτό το σημείο, πρέπει να γίνει αυτό το «ξαφνικό», αυτή η μοναδική στιγμή, κατά τη διάρκεια της οποίας περνάς από την αφάνεια και την αφραγκία στη φήμη και την ευμάρεια. Πρέπει, δηλαδή, κάποιος να σου δώσει μια ευκαιρία, ένα «πάτημα» για να ανέβεις πιο ψηλά. Χωρίς αυτήν την ευκαιρία, δεν μπορείς να πετύχεις τίποτα.

(φυσικά, θεωρώ αυτονόητο πως όλα τα παραπάνω ισχύουν μόνο για κανονικούς ανθρώπους, και οπωσδήποτε όχι για γόνους πολιτικών, μεγαλοεπιχειρηματιών και μαφιόζων, για τους οποίους η ζωή είναι στρωμένη με ροδοπέταλα, έστω και λερωμένα με μπόλικα σάλια.)

Και μετά από το (παραδοσιακό πλέον) παραλήρημα γκρίνιας μου, ας περάσουμε σε πιο ευχάριστες ειδήσεις: Αγαπητό μου ημερολόγιο, γερνάω. Ναι, γερνάω από τα 26 μου. Και ξέρεις πώς το καταλαβαίνω; Δεν είναι οι άσπρες τρίχες που δειλά-δειλά αρχίζουν να ξεφυτρώνουν στους κροτάφους μου (οι οποίες δε με ενοχλούν καθόλου, γιατί σε μερικά χρόνια οι κρόταφοί μου θα είναι πολύ σέξυ), δεν είναι που βαριέμαι να κουνηθώ από το σπίτι και να βγω μια βόλτα έξω, στον καθαρό αέρα (αυτό πάντα το είχα, έτσι κι αλλιώς). Δεν είναι καν το ότι το εφηβικό μου είδωλο, η Μπρίτνι Σπίαρς, έχει πια παιδιά και έχει μετατραπεί από αθώα παρθενοπιπίτσα σε αχόρταγη milf. Καταλαβαίνεις ότι γερνάς, όταν η τρέχουσα αργκό σου φαίνεται εντελώς ξένη. Γιατί η αργκό είναι η γλώσσα που μιλούν οι νέοι, και όταν δεν την καταλαβαίνεις, τότε μάλλον δεν ανήκεις πια στη νεολαία.

Και αυτό το κατάλαβα σήμερα, όταν η Α., η οποία είναι τρία χρόνια μικρότερη από μένα, μας έλεγε μια ιστορία (η οποία είναι υπερβολικά αηδιαστική για να σου τη διηγηθώ), στην οποία παρεμβαλλόταν ένας «καλτσόφουρνος». Φυσικά, τη ρώτησα τι είναι ένας «καλτσόφουρνος». Φάνηκε να εκπλήσσεται που δεν το είχα ακούσει ποτέ. Όπως μου εξήγησε, η λέξη «κάλτσα» χρησιμοποιείται πλέον σαν συνώνυμο του «τέλειο», «φοβερό», «απίθανο», «Καταπληκτικό», «γαμάτο» και όλων των παρεμφερών επιθέτων – π.χ. «πωωωωωωωωω, αυτή η τυρόπιτα είναι πολύ κάλτσα». Αλλά χρησιμοποιείται επίσης και σαν πρώτο συνθετικό σε σύνθετες λέξεις, όταν θέλει κάποιος να δείξει πόσο «κάλτσα» είναι το δεύτερο συνθετικό – π.χ., «καλτσόφουρνος» είναι ο φούρνος που φτιάχνει πολύ νόστιμες τυρόπιτες, «καλτσοβιβλίο» είναι το φοβερό βιβλίο που δεν μπορείς να σταματήσεις να διαβάζεις, και όυτω καθ’εξής.

Που λες, γέρασα. Αλλά να σου πω και κάτι; Αν για να νιώθω νέος πρέπει να αποκαλώ την αγαπημένη μου τυρόπιτα «κάλτσα» (μια λέξη που μου φέρνει στο μυαλό εφιαλτικές μνήμες από τον Στρατό, που κάνουν ακόμα τα ρουθούνια μου να τσούζουν όταν τις σκέφτομαι), τότε προτιμώ να είμαι γέρος. Και να λέω την τυρόπιτα «εξαίσια», «γευστικότατη» και «θεσπέσια». Και να γράφω με ψιλές και δασείες, ακόμα.

Και τώρα θα πάω για ύπνο, ελπίζοντας σύντομα να χτυπήσει το τηλέφωνό μου (και αυτή τη φορά να μην είναι από τα Bodyline, για «εκείνη-τη-θεραπεία-που-είχαμε-πει-πριν-κάτι-αιώνες-όταν-σε-τραβήξαμε-με-το-ζόρι-πάνω-να-κάνεις-λιπομέτρηση». Κλείνοντας, όμως, θα ήθελα να σου δώσω μια συμβουλή: Κράτα τους φίλους σου κοντά, τους εχθρούς σου πιο κοντά, και τους μπάτσους όσο το δυνατόν πιο μακριά.

Advertisements