Αγαπητό ημερολόγιο,

πρέπει να σου εξομολογηθώ ότι είναι κάποιες μέρες που πραγματικά βαριέμαι να σου γράψω. Μέρες που περνάνε τόσο γρήγορα, που αναρωτιέσαι πότε πρόλαβε και ήρθε η Παρασκευή, αφού χθες ήταν Κυριακή. Μέρες που περνάνε τόσο βαρετά, που μπορώ πια να σχεδιάσω από μνήμης κάθε μικρή ρωγμή ή ατέλεια του ταβανιού. Μέρες που περνάνε τόσο ανούσια, που αν αντί να σηκωθώ από το κρεβάτι είχα πάρει έναν μικρό, 24ωρο ύπνο, δε θα είχε αλλάξει τίποτα απολύτως στον κόσμο ή στη ζωή μου. Ευτυχώς, η σημερινή μέρα δεν ήταν απ’αυτές.

Κι όμως, δεν ξεκίνησε και τόσο ευοίωνα. Βλέπεις, είχα βάλει ξυπνητήρι για τις 9 – υπό κανονικές συνθήκες αυτό είναι από μόνο του ικανό να χαλάσει μια ολόκληρη μέρα, αλλά το πρόβλημα ήταν άλλο: Ξύπνησα στις 10, και μάλιστα χάρη στην Δ., που έτυχε εκείνη την ώρα να με πάρει τηλέφωνο. Έτσι, λίγο έλειψε να χάσω το ραντεβού μου με τον Γ., στις 11 στον Άγιο Αντώνιο. Ακόμα αναρωτιέμαι τι έγινε με το ξυπνητήρι. Να ήθελε να με εκδικηθεί για όλες τις φορές που το έχω βρίσει επειδή με ξύπνησε; Να βαρέθηκε να χτυπάει μετά το 5ο snooze και να με άφησε στη μοίρα μου; Να ξεχάστηκε και να κοιμήθηκε κι αυτό; Δυστυχώς ή ευτυχώς, αυτό το μυστήριο είναι καταδικασμένο να παραμείνει άλυτο εις τον αιώνα τον άπαντα.

Η συνάντηση με τον Γ. είχε μια περίεργη προϊστορία: Πριν από 3 χρόνια, όταν έκανα την πρακτική μου σε ένα αθλητικό site, μου ανέθεσαν να παραστώ σαν εκπρόσωπος του site στην παρουσίαση του νέου (τότε) προπονητή του Ατρομήτου Περιστερίου. Επειδή δεν ήξερα που γινόταν η παρουσίαση, αλλά και επειδή δε θα με ενοχλούσε λίγη καλή παρέα, πήρα μαζί μου και τον Γ., που μένει στην περιοχή και τότε δεν δούλευε πουθενά. Καθήσαμε, λοιπόν, στην παρουσίαση, ο προπονητής μάλιστα μας έσφιξε και το χέρι (δύο βδομάδες έκανα να το πλύνω), φάγαμε και κάτι μπόμπες που είχε ο μπουφές, γενικά περάσαμε πολύ καλά. Σήμερα έγινε το αντίστροφο: Ο Γ., που δουλεύει σε ένα αθλητικό site (πιο πολύ «τον δουλεύουν», αλλά αυτό είναι μια άλλη, πονεμένη ιστορία), έπρεπε να καλύψει για λογαριασμό του site την παρουσίαση των νέων παικτών του Ατρομήτου Περιστερίου. Και μάντεψε: Μου πρότεινε να τον συνοδεύσω, για παρέα και για να θυμηθούμε τα «παλιά». Και θα ήμουν βλάκας, φυσικά, αν απαντούσα αρνητικά.

Στο δρόμο για το προπονητικό κέντρο του Ατρομήτου, επιδόθηκα στο αγαπημένο μου χόμπι: Φωτογράφιση τοίχων. Κοντά στον σταθμό του μετρό του Αγίου Αντωνίου και μέσα στο Περιστέρι, έβγαλα συνολικά τρεις φωτογραφίες, τις εξής:

(Πατρίδα – Ισιδώρα, σημειώσατε 2)

(μα αν δεν είχαν μυαλό κουκούτσι θα πήγαιναν στα Zara)

(εγώ το εφαρμόζω στην πράξη αυτό)

Στην παρουσίαση των παικτών, έγιναν τα απολύτως αναμενόμενα: Οι δηλώσεις του προέδρου, που αισιοδοξεί για την επιτυχία της ομάδας, οι δηλώσεις των παικτών, που αισιοδοξούν για την επιτυχία της ομάδας, οι δηλώσεις του Δημάρχου, που αισιοδοξεί για την επιτυχία της ομάδας, τέτοια πράγματα. Αναμφίβολα το highlight της εκδήλωσης ήταν η στιγμή που, από κάποιον άτσαλο χειρισμό, γκρεμίστηκε στο έδαφος μια κούκλα βιτρίνας, την οποία είχαν τοποθετήσει δίπλα στους παίκτες, για να επιδεινύει τη φανέλα της ομάδας. Η τούμπα της κούκλας είχε σαν αποτέλεσμα το σπάσιμο του χεριού της, γεγονός που δεν είναι ιδιαίτερα ευοίωνο για την ομάδα. Σε αυτό το σημείο, ίσως αξίζει να αναφέρω ένα ενδιαφέρον στατιστικό στοιχείο: Πριν 3 χρόνια, όταν είχα πάει σε εκείνη την παρουσίαση του προπονητή, ο Ατρόμητος υποβιβάστηκε στην Β’ κατηγορία, ενώ ο προπονητής έφυγε νύχτα. Ελπίζω φέτος να μην είμαι τόσο γρουσούζης.

Το μεσημέρι, όταν επέστρεψα από το Περιστέρι, είπα να τσεκάρω τα e-mail μου, και ένα από αυτά με ειδοποιούσε για ένα σχόλιο στο blog μου (πράγμα πολύ σπάνιο, αφού το blog μου το διαβάζουν κάτι φίλοι, κάτι γνωστοί και κάτι νούμερα που ψάχνουν στο Google για «o gamias tis geitonias sas» και «ο αραπης πηδαει γιαγια», αλλά απογοητεύονται οικτρά, γιατί εγώ είμαι καλό παιδί και δε γράφω τέτοια επαίσχυντα πράγματα). Ήταν από κάποια αναγνώστρια, η οποία μου «σφύριζε» μια ευκαιρία εργασίας που είχε διαβάσει κάπου. Ζητούσαν, λέει, κάποιον εργατικό και δημιουργικό. Ενθουσιάστηκα, γιατί κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι διαθέτω και τα δύο – καλά, ίσως υπάρχουν κάποιες αμφιβολίες για το πρώτο, αλλά αυτό διορθώνεται. Έστειλα αμέσως mail με το βιογραφικό μου και περίμενα τα καλύτερα. Στο μεταξύ, κανόνισα με τον Θ. να βγούμε στα Εξάρχεια, ώστε να γεμίσω και το βράδυ μου με κάτι.

Στα Εξάρχεια νιώθω σαν στο σπίτι μου. Για την ακρίβεια, είναι το σπίτι που πάντα ήθελα να έχω: Μονίμως σε αταξία, με συνθήματα και πόστερ σε όλους τους τοίχους και με μια ιδιότροπη «φασαρία», ένα όμορφο μείγμα ανθρώπινων φωνών και καλόγουστης μουσικής. Δύο κακά θα είχε ένα τέτοιο σπίτι: Πρώτον, θα είχε πολύ ενοχλητικούς γείτονες – κάτι βλάκες Κολωνακιώτες, απ’αυτούς με τα ακριβά ρούχα και τα φτηνά αισθήματα. Και δεύτερον, σε κάθε δωμάτιό του θα είχε κι από έναν μπάτσο, να με αγριοκοιτάει κρατώντας ηδονικά το γκλομπ και την ασπίδα του.

Καθήσαμε σε ένα μαγαζί στη Βαλτετσίου με τον Θ. και μια παρέα παλιών συναδέλφων του (ο Θ. απολύθηκε πρόσφατα, γιατί η αλυσίδα στην οποία δούλευε έφυγε τρέχοντας από την Ελλάδα όταν πήρε χαμπάρι τι συμβαίνει εδώ χάμω). Δεν ήξερα κανέναν, όμως πέρασα τέλεια. Όταν βγαίνεις με παρέα, δε χρειάζεται να ξέρεις τους άλλους για να περάσεις καλά. Αρκεί να είσαι ο εαυτός σου. Η παρέα θα σε οδηγήσει αναπόφευκτα στη διασκέδαση, ακριβώς επειδή έχει κάποιον λόγο που υφίσταται ως παρέα, κι αυτός είναι ότι κάνει τα μέλη της να περνούν καλά. Και πράγματι, διασκέδασα. Διασκέδασα τόσο πολύ, που παραλίγο να ξεχάσω ότι το μετρό κλείνει στις 12 το βράδυ και πρόλαβα με την ψυχή στο στόμα το τελευταίο μετρό. Αλλιώς πιθανότατα θα διανυκτέρευα σε κάποιο παγκάκι της Κοραή, γιατί δεν είχα δεκάρα τσακιστή.

Βγαίνοντας κατά τις 12.30 από το μετρό, είπα να ξανατσεκάρω τα e-mail μου. Και (ω, του θαύματος!) είχα απάντηση στο μεσημεριανό mail! Και όλα πήγαιναν μια χαρά σε αυτήν την απάντηση, μέχρι που είδα αυτό το αναθεματισμένο «αλλά», αυτή τη λέξη του Διαβόλου, που μπορεί να κάνει άνω-κάτω οποιαδήποτε πρόταση. Βλέπεις, τους άρεσε ο τρόπος που γράφω, ΑΛΛΑ…θέλουν κάποιον/α που να γράφει για γυναικεία θέματα! Κοίταξα τον άδειο δρόμο μπροστά μου και σκέφτηκα: «Και τώρα;». Δεν πήρα απάντηση.

Και τώρα, μετά από αυτήν την αρκετά γεμάτη μέρα, είμαι στα πρόθυρα του ύπνου, και σκοπεύω σύντομα να περάσω την θύρα, οπότε θα πρέπει να σε καληνυχτίσω. Αλλά όχι πριν σου πω ότι οι άνθρωποι που ζουν μέσα σε γυάλινα σπίτια δεν πρέπει να πετάνε πέτρες – αλλά επιβάλλεται, αν είναι εμφανίσιμοι/ες, να κυκλοφορούν γυμνοί/ές μέσα σ’αυτά.

Advertisements