Αγαπητό ημερολόγιο,

είναι απίστευτο το πόσο γρήγορα περνάει ο καιρός. Να, σαν χθες μου φαίνεται που έλεγα «χέστηκα που έρχονται σε έναν χρόνο οι U2 στην Ελλάδα». Και να που μπήκε πάλι ο Σεπτέμβριος, οι U2 (παραδόξως) δεν ακύρωσαν τη συναυλία τους και εγώ νιώθω σαν τον παππού με Αλτσχάιμερ, που βρίσκει ξαφνικά τον εαυτό του στη μέση ενός δωματίου, να κρατάει μία εφημερίδα και να μη θυμάται πώς μπήκε στο δωμάτιο, πού σκόπευε να πάει και σε τι χρησιμεύει η εφημερίδα.

Ναι, αγαπητό μου ημερολόγιο, το καλοκαίρι πέρασε. Ιούνιος, Ιούλιος, Αύγουστος, τρεις μήνες πέρασαν μπροστά από τα μάτια μου σαν ταινία, και τώρα βλέπω τους τίτλους τέλους και αναρωτιέμαι ποιος μαλάκας μου πρότεινε να δω αυτήν την ταινία, που ήταν πιο βαρετή και από ταινία του Αγγελόπουλου. Μεταγλωττισμένη στα σουαχίλι. Σε slow motion. Θα ήθελα, λοιπόν, αφ’ενός να καλωσορίσω τον Σεπτέμβριο και να του ευχηθώ (για το καλό του) να μου φέρει μια δουλειά, και αφ’ετέρου να αποχαιρετήσω εγκάρδια τον Αύγουστο: ΣΤΑ ΤΣΑΚΙΔΙΑ, ΜΑΛΑΚΑ.

(Ελπίζω τώρα να τρομάξει και να μην τολμήσει να έρθει του χρόνου)

Πήγα σήμερα μια βόλτα στο εμπορικό κέντρο κοντά στο σπίτι μου, μήπως και βρω καμία δουλειά. Ξέρεις, υποτίθεται ότι τον Σεπτέμβριο όλοι ψάχνουν για υπαλλήλους, γιατί όλοι έχουν γυρίσει από τις διακοπές τους και ξεχύνονται στα μαγαζιά για να κάνουν τα ψώνια της ερχόμενης χρονιάς. Και πράγματι, σε αυτό το εμπορικό κέντρο τις προηγούμενες χρονιές βαριόσουν να βλέπεις ταμπελίτσες «ζητείται υπάλληλος». Μόνο που τότε, βλέπεις, ο κύριος Stranger ήταν ψηλομύτης. Σου λέει «εγώ, που σπούδασα δημοσιογραφία, που έβγαλα το σχολείο με 17 μέσο όρο, που έχω Proficiency, που είμαι γαμώ τα παιδιά και έχω ολόκληρο τον κόσμο στα πόδια μου, θα καταδεχτώ να πάω να δουλέψω σαν υπάλληλος σε μαγαζί με ρούχα, ή σε βιβλιοπωλείο, ή σε παιχνιδάδικο;». Ναι, έτσι έλεγα, και τότε μου φαινόταν απόλυτα λογικό. Ακόμα μου φαίνεται λογικό, δηλαδή. Παράλογα είναι όλα όσα έχουν συμβεί από τότε στον κόσμο και σε μένα, όχι η επιθυμία μου να βρω μια δουλειά που ξέρω πώς να κάνω.

Δυστυχώς, η εποχή των παχιών αγελάδων έχει παρέλθει. Ακόμα χειρότερα, και η εποχή των ισχνών αγελάδων έχει παρέλθει. Πλέον οι αγελάδες ψόφησαν κι εμείς καθόμαστε και τρώμε χόρτα, ελπίζοντας ότι κάποια μέρα θα κατεβάσουμε γάλα. Κοινώς, ούτε ένα από τα μαγαζιά του εμπορικού δεν ζητούσε υπάλληλο – και αναφέρομαι σε όσα από τα μαγαζιά είναι ακόμα ανοιχτά, γιατί το εμπορικό κέντρο έμοιαζε σε πολλά σημεία σαν πόλη-φάντασμα του Φαρ Ουεστ, από αυτές που έχει απομείνει μόνο ένα αραχνιασμένο σαλούν και ένα σωρό μισογκρεμισμένα σπίτια. Δε μου φαίνεται παράξενο που τα μαγαζιά δεν πάνε καλά. Να σκεφτείς ότι εγώ έχω τόσο καιρό να αγοράσω ρούχα, που νομίζω ότι το τελευταίο ρούχο που είχα αγοράσει τότε ήταν μια χλαμύδα, σετάκι με τα σανδάλια.

Καταλαβαίνεις, λοιπόν, ότι έφυγα από το εμπορικό κέντρο άπρακτος, βλαστημώντας τη γκαντεμιά μου, την κρίση, την κυβέρνηση, την Αμερική, την ανεργία και την πουτάνα τη ζωή που μου φορτώσανε. Δεν ξέρω αν το παρατήρησες, αλλά όλα όσα έβριζα ήταν γένους θηλυκού. Just saying.

Το βράδυ μου ήταν σαφώς πιο εποικοδομητικό: Βγήκαμε στο Θησείο με τον Σ., τον μοναδικό μου συμμαθητή με τον οποίο έχω κρατήσει μια, υποτυπώδη έστω, επαφή. Ο Σ. (που το πρώτο γράμμα του ονόματός του δεν είναι καν «Σ», αλλά αυτό είναι μια άλλη, μεγάλη ιστορία) σπούδασε οικονομικά στην Αθήνα, και μετά έφυγε στην Αγγλία για μεταπτυχιακό. Όταν τελείωσε το μεταπτυχιακό, βρήκε δουλειά στο Λονδίνο. Δουλεύει εκεί τον τελευταίο έναν χρόνο, και ήρθε πριν λίγες μέρες στην Αθήνα για «διακοπές». Είχα να τον δω ακριβώς έναν χρόνο (θα’παιρνα όρκο ότι ήταν δύο χρόνια, αλλά επέμενε ότι ήταν μόνο ένας χρόνος, και τείνω να εμπιστεύομαι περισσότερο τη μνήμη των άλλων από τη δική μου) και είχαμε πολλά να πούμε.

Η πρώτη αποκάλυψη που μου έκανε ήταν ότι, όσο ήταν ακόμα στην Ελλάδα, είχε ξεκινήσει δοκιμαστικά σαν πλασιέ στην εταιρεία στην οποία δούλεψα κι εγώ τον προηγούμενο μήνα, και τα παράτησε από την πρώτη μέρα. Εντυπωσιάστηκε από το γεγονός ότι εγώ άντεξα τρεις ολόκληρες εβδομάδες πριν τα βροντήξω. Του εξήγησα ότι δεν το έκανα επειδή είμαι θαρραλέος, ή επειδή από μικρό παιδάκι είχα σαν χόμπι να χτυπάω τα κουδούνια του κόσμου μεσημεριάτικα και να πουλάω άχρηστα πράγματα, αλλά από καθαρή, αγνή, αμόλυντη απελπισία. Φάνηκε να το κατανοεί, με το ύφος του σκυλιού που γέρνει το κεφάλι στο πλάι, αντιδρώντας σε μια άγνωστη εντολή.

Και μετά μου είπε για τη ζωή στην Αγγλία. Οχι πως δεν τα είχα διαβάσει ή δεν τα είχα «ακούσει», γενικώς και αορίστως, αλλά είναι άλλο πράγμα να τα ακούς live από κάποιον που τα έχει ζήσει. Εντελώς άλλο πράγμα. Μου περιέγραψε, λοιπόν, την Αγγλία σαν μια χώρα στην οποία δεν υπάρχουν «μέσα» και «βύσματα», παρά μόνο άνθρωποι οι οποίοι ίσως να πουν μια καλή κουβέντα για σένα, αν είσαι πραγματικά καλός στη δουλειά σου, και όχι χαριστικά, επειδή είσαι παιδί του κουμπάρου τους. Μια χώρα όπου αμοίβεσαι για τη δουλειά που κάνεις και μόνο, χωρίς να χρειάζεται να φτιάχνεις καφέδες στο αφεντικό, και αμοίβεσαι σχετικά καλά, γιατί ο εργοδότης σε σέβεται, και όχι με ψίχουλα, επειδή ο εργοδότης σε βλέπει σαν προσωρινή λύση μέχρι να βρει κάποιον πιο φτηνό. Μια χώρα όπου το «γλύψιμο», με την παραδοσιακή ελληνική έννοια, θεωρείται κακόγουστο και κατακριτέο, και όχι απαραίτητη προϋπόθεση για να πάρεις προαγωγή. Με άλλα λόγια, μου περιέγραψε μια χώρα που δεν έχει καμία απολύτωε σχέση με την Ελλάδα.

Καθώς μου τα έλεγε, δεν μπορούσα παρά να σκεφτώ: «Τι στο διάολο κάθομαι και κάνω σε αυτό το χεζολίβαδο, την Ελλάδα, όταν μπορώ να πάω στην Αγγλία και να μπορώ να βγάλω λεφτά χωρίς να είμαι παράνομος, γλείφτης ή/και γιος πολιτικού;». Φυσικά, ξέρω ότι και εκεί δεν είναι ο εργασιακός παράδεισος – δεν υπάρχει κάτι τέτοιο πουθενά στον κόσμο, εκτός κι αν η δουλειά σου είναι να είσαι ο προσωπικός μασέρ της Μόνικα Μπελούτσι, οπότε ναι, είσαι στον Παράδεισο. Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, πάντα κάτι δε θα πηγαίνει καλά. Αλλά και πάλι, τουλάχιστον δε θα πηγαίνουν ΟΛΑ στραβά, όπως συμβαίνει στην Ελλάδα.

Με λίγα λόγια: Για να βρω αξιοπρεπή δουλειά, πρέπει να πάω στο εξωτερικό. Για να πάω στο εξωτερικό, προφανώς χρειάζομαι λεφτά. Ωστόσο, για να βρω λεφτά, πρέπει να βρω μια αξιοπρεπή δουλειά. Και, όπως είπαμε, για να βρω αξιοπρεπή δουλειά πρέπει να μεταναστεύσω. Και ο φαύλος κύκλος συνεχίζεται επ’άπειρον.

Μου άφησε μια πικρή γεύση αυτή η συνάντηση. Μπορεί και να ήταν η Smirnoff, αλλά μάλλον ήταν αυτή η αίσθηση ότι όλοι οι άλλοι έχουν πάρει το ασανσέρ για την ταράτσα του Empire State Building, και εγώ είμαι αναγκασμένος να ανέβω με τις σκάλες. Ναι, μάλλον αυτό ήταν.

Και τώρα θα σε απαλλάξω από την κλάψα μου, να πάω να πρήξω κάποιον άλλο. Δεν ξέρω ποιον, κάποιον θα βρω. Πάντα βασιζόμουν στην καλωσύνη των άλλων – μέχρι που κατάλαβα ότι το μόνο στο οποίο μπορείς πάντα (μα ΠΑΝΤΑ) να βασίζεσαι είναι η βλακεία των άλλων. Οπότε, θα πάω να βρω έναν βλάκα να του τα πω. Καληνύχτες.

Advertisements