Αγαπητό ημερολόγιο,

ένα από τα καλά της ανεργίας είναι ότι δεν έχεις καμία υποχρέωση, πέρα από το να ψάχνεις για δουλειά (αλλά κι αυτό τώρα πια είναι πολύ εύκολο – οι αγγελίες είναι πολύ λιγότερες και οι περισσότερες από αυτές απορρίπτονται με την πρώτη ματιά). Έτσι, όταν η θεία Β. σου προτείνει να πας μαζί της για παρέα στη Λαμία, όπου έχει μια δουλειά, δεν σκέφτεσαι ούτε πώς θα το σκάσεις από τη δουλειά για να πας, ούτε τι δουλειές έχεις να κάνεις εκείνη τη μέρα. Λες απλώς «ναι» και πανηγυρίζεις για την τζάμπα εκδρομή.

(από την άλλη, το κακό της υπόθεσης είναι ότι, αν κάποιος ανεπιθύμητος σου προτείνει να βγεις μαζί του κάπου, η δικαιολογία «έχω κάτι δουλειές να κάνω» ακούγεται μάλλον παράδοξη και ο άλλος σε κοιτάει σαν να έχει μεγαλώσει η μύτη σου μισό μέτρο. Ουδέν καλόν αμιγές κακού. Ή κάτι τέτοιο, τέλος πάντων.)

Κάπως έτσι, λοιπόν, βρέθηκα σήμερα πρωί-πρωί στη Λαμία, την οποία είχα να επισκεφθώ πάνω από δύο χρόνια, από τότε δηλαδή που ήμουν φαντάρος και υπηρετούσα εκεί τη θητεία μου. Παραδόξως, είχα ευχάριστες μνήμες από την πόλη και ήμουν περίεργος να δω τι είχε αλλάξει στα δύο χρόνια που είχαν περάσει από την τελευταία φορά που κατασπάραξα τα σουβλάκια του Πώς-το-λέγανε-εκείνο-το-σουβλατζίδικο-που-τάιζε-ολόκληρο-το-στρατόπεδο («Νοστιμούλη» το έλεγαν, τελικά).

Η μέρα μου ξεκίνησε πολύ νωρίς, από τις 6 το πρωί, γιατί η θεία Β. ήθελε να είναι στη Λαμία πριν τις 10. Ξέρεις, το είχα παρεξηγήσεις τελικά το πρωινό ξύπνημα. Όταν ξέρεις ότι έχεις κάτι ευχάριστο να κάνει τη μέρα που ξημερώνει, και όταν για πρωινό τρως τυρόπιτα με Milko, το πρωινό ξύπνημα είναι πολύ λιγότερο βάρβαρο – σχεδόν ευχάριστο, θα τολμούσα να πω.

Η διαδρομή μέχρι τη Λαμία ήταν μεγαλύτερη απ’όσο τη θυμόμουν (λογικό, αφού την εκανα μόνο μια φορά, όταν ήταν να παρουσιαστώ στον Στρατό, και δεν οδηγούσα καν εγώ), και πολύ πιο όμορφη (επίσης λογικό, αφού την άλλη φορά πήγαινα σαν πρόβατο στη σφαγή και όλα μου φαίνονταν γκρίζα). Επίσης, ήταν και πιο ακριβή απ’όσο τη θυμόμουν, με κάτι σταθμούς διοδίων στη μέση του πουθενά, να σου υπενθυμίζουν ότι ζεις σε μια χώρα όπου πρέπει να πληρώνεις για τα αυτονόητα – εν προκειμένω, για να οδηγείς σε έναν δρόμο που δε σε οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στις πύλες του Άδη, να πετάς το μπαλάκι στον Κέρβερο και να στο φέρνει και να τον χαϊδεύεις και να του λες «καλό σκυλάκι».

Όπως και να’χει, φτάσαμε στη Λαμία στην ώρα μας, και η θεία Β. πήγε να κάνει τις δουλειές της, ενόσω εγώ θα έκανα τις βόλτες μου. Το πρώτο πράγμα που συνειδητοποίησα πατώντας το πόδι μου στη Λαμία ήταν ότι, για κάποιον αδιευκρίνιστο λόγο, είχα ξεχάσει τα ονόματα των τριών από τις τέσσερις κεντρικές πλατείες της πόλης, και θυμόμουν μόνο την Πλατεία Λαού. Κάποια μέρα πρέπει να συγυρίσω τη μνήμη μου, γίνεται χαμός εκεί μέσα. Μάλλον θα το κάνω τη μέρα που θα συγυρίσω το δωμάτιό μου, δηλαδή τη μέρα που ο Παναιτωλικός θα σηκώσει το βαρύτιμο τρόπαιο του Champions League μέσα στο Γουέμπλεϊ.

Μια σύντομη βόλτα στο κέντρο της Λαμίας με έπεισε ότι δεν έχουν αλλάξει και πολλά τα τελευταία δύο χρόνια. 2-3 καφετέριες άλλαξαν όνομα, κάποια μαγαζιά αντικαταστάθηκαν από κάποια άλλα, ενώ καινούργια γκραφίτι και συνθήματα έκαναν την εμφάνισή τους στους τοίχους, όπως και σε κάθε υγιή και ζωντανή πόλη. Δυστυχώς, δεν μπόρεσα να φωτογραφίσω παρά μόνο ένα σύνθημα, γιατί σύντομα η ζέστη με έβγαλε νοκ άουτ και με έστειλε στα πιτς για σέρβις (κοινώς, με έστειλε σε καφετέρια για καφέ).

(και βέβαια αυτός που είπε ότι η ζωή ειναι μόνο καφεδάκι ήταν πολύ ρηχός, και ντροπή του. Ζωή είναι και τα μπισκοτάκια που σου φέρνουν μαζί με τον καφέ.)

Στην καφετέρια με περίμενε μια ευχάριστη έκπληξη: Με κάθε καφέ, έδιναν δώρο μια τυρόπιτα. Δεν είχα ιδέα, κι έτσι παραξενεύτηκα όταν είδα τον σερβιτόρο να ακουμπάει ένα πιάτο με μια ευμεγέθη τυρόπιτα στο τραπέζι μου. «Κερασμένη από μας», μου εξήγησε διαισθανόμενος την απορία μου. Και φυσικά θα ήμουν χαζός αν έλεγα «όχι» σε κάτι που ήταν δωρεάν – ως γνωστόν, το τζάμπα φαγητό είναι το πιο νόστιμο.

Πολλές καφετέριες κάνουν τέτοιες προσφορές τελευταία, αλλά, μεταξύ μας, αυτό δεν είναι ούτε αυταπάρνηση, ούτε φιλανθρωπία. Είναι απλά η απόδειξη ότι τόσα χρόνια χρέωναν παραπάνω απ’όσο έπρεπε τα προϊόντα τους, και τώρα που τα βρήκαν σκούρα κάνουν «προσφορές», με τις οποίες φυσικά και πάλι βγάζουν κέρδος. Ωστόσο, λίγο με νοιάζει. Βλέπεις, εγώ άνεργος είμαι. Αν μου δώσει κάποιος τη δυνατότητα να κάνω αυτό που θα έκανα ούτως ή άλλως πληρώνοντας λιγότερα χρήματα, τι λόγο έχω να αναρωτηθώ γιατί το κάνει; Προφανώς και δεν το κάνει επειδή με συμπάθησε από την πρώτη στιγμή που με είδε. Κάποιον λόγο θα έχει. Αλλά αν αυτός ο λόγος δεν με οδηγήσει στο νοσοκομείο για πλύση στομάχου, τότε ειλικρινά με αφήνει παγερά αδιάφορο.

Φεύγοντας από την καφετέρια, επέστρεψα στη βόλτα μου δριμύτερος. Πέρασα από πολλά μέρη που θυμόμουν από τη θητεία μου ως φαντάρος: Από το Internet Cafe που αποτελούσε τη βασική μου διέξοδο προς τον έξω κόσμο, από το παγωτατζίδικο που τρώγαμε πάντα παγωτό μετά τα σουβλάκια, από το ξενοδοχείο που…εχμ…καλά, ξέχνα το ξενοδοχείο, γιατί είσαι ανήλικο και δεν κάνει να τα ακούς αυτά. Πάντως, αυτό που από τότε μου έκανε εντύπωση ήταν ότι οι περισσότεροι Λαμιώτες μου φαίνονταν πολύ αδύνατοι (αυτό μπορώ κυρίως να το πω για τις γυναίκες – άντρας είμαι, τι περίμενες να κοιτάω δηλαδή;), και αναρωτιέμαι πώς τα καταφέρνουν με τόσες μερακλίδικες ταβέρνες και τόσα περιποιημένα αρτοποιεία. Νομίζω ότι, αν ζούσα στη Λαμία, θα ήμουν καμιά εικοσαριά κιλά πιο βαρύς. Και ίσως να είχα και ένα ιδιόμορφο accent, αλλά αυτό είναι ένα άλλο θέμα.

Το μεσημέρι, όταν η θεία Β. τελείωσε τις δουλειές της, καθήσαμε σε ένα εστιατόριο για φαγητό και κατόπιν πήραμε τον δρόμο του γυρισμού για την Αθήνα. Μέχρι να βγούμε στην Εθνική Οδό μας πήρε γύρω στη μισή ώρα, γιατί κάπου χαθήκαμε, ξαναγυρίσαμε, ξαναστρίψαμε λάθος, ξαναγυρίσαμε, και τελικά από κάποιο καπρίτσιο της τύχης ανακαλύψαμε τυχαία τον σωστό δρόμο. Η διαδρομή του γυρισμού μου φάνηκε πολύ πιο σύντομη, πιθανότατα επειδή με πήρε ο ύπνος για τουλάχιστον μία ώρα – όχι ακριβώς η ιδανική παρέα για ταξίδι. Μάλλον την επόμενη φορά η θεία Β. θα προτιμήσει κάποιον άλλο για συντροφιά, πιθανότατα κάποιον πιο συνηθισμένο στο πρωινό ξύπνημα.

Γύρισα στην Αθήνα αναζωογονημένος από τον μεσημεριανό μου ύπνο και πέρασα όλη την υπόλοιπη μέρα αγκαλιά με την τηλεόραση, βλέποντας αγώνες του Μουντομπάσκετ. Ξέρεις, το γεγονός ότι τρελαινόμαστε με το ποδόσφαιρο (όπου έχουμε επιεικώς μέτρια ομάδα) και σνομπάρουμε το μπάσκετ (όπου έχουμε παγκόσμιας κλάσης ομάδα) αποδεικνύει πόσο μαζοχιστές είμαστε. Μας αρέσει να τρώμε σφαλιάρες.

Και τώρα θα σε αφήσω στην ησυχία σου, να αναπληρώσω τις χαμένες ώρες ύπνου που νομίζω ότι δικαιούμαι. Στο μεταξύ, εσύ αναλογίσου το εξής: Πριν ψηφιστεί ο Νόμος του Μέρφυ, άραγε ο κόσμος ήταν καλύτερος; Σκέψου το και τα λέμε αύριο.

Advertisements