Αγαπητό ημερολόγιο,

βρίσκομαι στη δυσάρεστη θέση να σου ανακοινώσω ότι οι προσευχές σου δεν εισακούστηκαν. Δεν με απήγαγαν εξωγήινοι για να με υποβάλλουν σε ακατονόμαστα βασανιστήρια, δεν βρήκα τραγικό θάνατο σκουντουφλώντας στην άκρη της μπανιέρας, δεν έπαθα ηλίαση εξαιτίας του καύσωνα, δεν άνοιξε η γη να με καταπιεί (αλλά και να το έκανε, θα με έφτυνε αμέσως – όλο λίπος είμαι). Άλλος ήταν ο λόγος που πέρασε μία ολόκληρη εβδομάδα χωρίς να έχεις νέα μου: Μίνι διακοπές!

Ναι, το ξέρω ότι σου είχα πει πως δεν θα έκανα καθόλου διακοπές φέτος. Αλλά όταν η Δ. μου πρότεινε να πάμε για μία εβδομάδα στο εξοχικό της, στο μαγευτικό Πόρτο Ράφτη, θα ήμουν μάλλον ηλίθιος αν απαντούσα αρνητικά. Έτσι, άφησα πίσω τον πολιτισμό (λεξικό Stranger – Πολιτισμός (ο), ουσ.: το ασύρματο Ίντερνετ στο σπίτι μου) και έμεινα για μία εβδομάδα σε ένα σπίτι κοντά στη θάλασσα, αποφασισμένος να φορτίσω τις ήδη φορτισμένες μπαταρίες μου και να πάρω επιπλέον δυνάμεις για τον δύσκολο χειμώνα που έρχεται. Έτσι, επιστρέφω δριμύτερος, βαρύτερος και οπωσδήποτε όχι πλουσιότερος.

(έλα τώρα, μη γκρινιάζεις. Δεν μπορούσα να σε πάρω κι εσένα μαζί μου, σου λέω. Δε χώραγες στη βαλίτσα. Έπιανε πολύ χώρο το Scrabble. Άμα ήξερα ότι δε θα παίζαμε καθόλου Scrabble με την Δ. θα σου έλεγα να έρθεις στη θέση του. Την επόμενη φορά θα σε πάρω, εντάξει; Πάψε να γκρινιάζεις τώρα. Την γκρίνια εδώ μέσα την έχω μονοπώλιο.)

Πρώτα απ’όλα, έχω μια ένσταση για το όνομα του Πόρτο Ράφτη. «Πόρτο Ράφτη»; Seriously; Ποιος το σκέφτηκε αυτό το όνομα, ο ίδιος που σκέφτηκε το «Οινόφυτα»; Τα περισσότερα     παραθαλάσσια μέρη έχουν πολύ πιο πιασάρικες ονομασίες: Puerto Rico («Πλούσιο Λιμάνι»), Costa Rica («Πλούσια Ακτή»), Cote d’Azure («Γαλάζια Ακτή»), Porto Alegre («Χαρούμενο Λιμάνι») κλπ. Πώς να έρθει ο τουρίστας να κάνει μπάνιο στο «λιμάνι του Ράφτη»; Θα μου πεις, το «Βουλιαγμένη» είναι καλύτερο; Μπα, δε θα το’λεγα. Πάντως, για μένα το κορυφαίο όνομα παραλίας στον πλανήτη θα είναι πάντα «Της Γριάς το Πήδημα», στην Άνδρο, που είχα πάει πριν από χρόνια. Αυτό μάλιστα, είναι πιασάρικο.

Για καλή μου τύχη (πώς το’παθε η ρουφιάνα;), αυτές τις μέρες οι παραλίες στην περιοχή δεν είχαν τσούχτρες. Φύσαγε βοριάς και τις έστελνε σε άλλους, που δεν είχαν τη δική μου καλή τύχη. Ξέρεις, έχω έναν παθολογικό φόβο για τις τσούχτρες, που είναι παρόμοιος με τον παθολογικό μου φόβο για τις κατσαρίδες: Αν και ξέρω ότι τίποτα από αυτά τα δύο δεν μπορεί να μου προκαλέσει κάτι σοβαρό (εκτός από ένα τσούξιμο που μετά από λίγο περνάει και ούτε καν το θυμάσαι), τρέμω στην ιδέα ότι μπορεί να βρεθώ στον ίδιο χώρο μαζί τους. Να φανταστείς, πιο εύκολα θα έμπαινα στη θάλασσα αν ήξερα ότι κόβει βόλτες ένας αδέσποτος καρχαρίας και δαγκώνει κόσμο, παρά αν ήξερα ότι έχει έστω και μία τσούχτρα σε ακτίνα 50 χιλιομέτρων. Ναι, το ξέρω ότι είναι παράλογο, αλλά ποτέ δεν υπερηφανεύτηκα για το πόσο λογικός είμαι. Και, όπως καταλαβαίνεις, υπάρχει σοβαρός λόγος γι’αυτό.

Αντίθετα, η θάλασσα ήταν γεμάτη από αυτά τα μικρά ψαράκια-βαμπίρ, που πέφτουν πάνω στις πληγές σου και δαγκώνουν ό,τι βρουν μπροστά τους, προκαλώντας κάτι σαν ήπιο ηλεκτροσόκ. Πρέπει να είναι κάποια πρώιμη μορφή πιράνχας, που περιμένει να εξελιχθεί για να γίνει ο φόβος και ο τρόμος των ελληνικών θαλασσών, αλλά υποθέτω ότι αυτή η εξέλιξη θα ολοκληρωθεί σε μερικά εκατομμύρια χρόνια, οπότε μάλλον δεν συντρέχει λόγος ανησυχίας. Ας ανησυχήσουμε καλύτερα για εκείνα τα σούπερ εξελιγμένα κουνούπια του Νείλου, που με ένα τους τσίμπημα προκαλούν εγκεφαλίτιδα, αμυγδαλίτιδα, ωτίτιδα, ουλίτιδα, τερηδόνα και πλατυποδία. Ό,τι χειρότερο εξάγει η Αίγυπτος, μετά τους χουρμάδες.

Φυσικά, μία εβδομάδα δεν θα περνούσε μόνο με πλατσούρισμα στη θάλασσα. Είχα εφοδιαστεί με μπόλικες ταινίες όλων των ειδών, ώστε να σιγουρευτώ ότι δεν θα βαριόμουν με τίποτα. Έτσι, είδαμε μαζί με την Δ. (τουλάχιστον μέχρι να την πάρει ο ύπνος) τα «Παραδεισένια Οστά» (που θα ήταν καταπληκτική ταινία, αν ήμουν 14 ετών, κοριτσάκι και πίστευα στη μετά θάνατων ζωή, αλλά χωρίς αυτές τις προϋποθέσεις είναι απλώς κουραστική), τον «Αόρατο Συγγραφέα» (από τις καλύτερες που έχω δει τελευταία, φοβερές ανατροπές και αιχμηρό πολιτικό σχόλιο), την «Υποψία» (που μου έμαθε έναν βασικό κανόνα του σινεμά: Ποτέ μη βάζεις γυναίκα να δει ταινία με λεσβιακές σκηνές), το «She’s Out Of My League» (που δεν ξέρω πώς μεταφράζεται στα ελληνικά, φαντάζομαι κάτι σαν «Δεν Είναι Για Τα Μούτρα Σου», αλλά ήταν πολύ καλύτερη κωμωδία απ’ό,τι περίμενα), το Date Night (κωμωδία με Στιβ Καρέλ και Τίνα Φέι, αλλά χωρίς απολύτως τίποτα άλλο), και δυο-τρεις άλλες που έχουν κλειστεί σε κάποιο από τα σκοτεινά διαμερίσματα του εγκεφάλου μου και δε λένε να βγουν. Πάντως, την ερχόμενη εβδομάδα θα δούμε σίγουρα το Inception – με ενοχλεί να μιλάνε όλοι για μια ταινία και να μην μπορώ κι εγώ να πω τη γνώμη μου. Ναι, είμαι η χαρά του peer pressure, το ξέρω.

Επίσης, η αυγουστιάτικη πανσέληνος με βρήκε κι αυτή στο Πόρτο Ράφτη. Πριν κάποια χρόνια ονειρευόμουν να μάθω κιθάρα και τις νύχτες με πανσέληνο να μαζευόμαστε με την παρέα μου στην παραλία και να τραγουδάμε γύρω από τη φωτιά. Λίγα χρόνια μετά, η κιθάρα κάθεται και σκονίζεται σε μια γωνιά της αποθήκης, ενώ εγώ και η Δ. καθόμαστε και βλέπουμε σε επανάληψη «10η Εντολή». Τουλάχιστον δε βγάζουμε τρίχες και δεν αλυχτάμε στο σεληνόφως. Κάτι είναι κι αυτό.

Μετά, λοιπόν, από αυτό το ξαφνικό διάλειμμα, επιστρέφω και πάλι στην αγαπημένη μου Αθήνα, στο αγαπημένο μου Internet (να φανταστείς, όταν μπήκα στο σπίτι πρώτα αγκάλιασα το router και μετά τη μάνα μου), στην αγαπημένη μου μιζέρια. Και επιστρέφω, φυσικά, στην αναζήτηση δουλειάς, γνωρίζοντας πολύ καλά ότι δεν μπορώ πια να τρέφομαι με ψαυδαισθήσεις, παρά μόνο με αέρα κοπανιστό. Καλή μου όρεξη, λοιπόν.

Σε αυτό το σημείο θα σε αφήσω να κλάψεις τη μοίρα σου που δεν σε απάλλαξε από μένα, αλλά όχι πριν σου πω το εξής: Μπορεί πίσω από κάθε επιτυχημένο άνδρα να κρύβεται μια γυναίκα, αλλά πίσω από την κότα που κάνει τα χρυσά αυγά βρίσκεται ένας κόκκορας με χρυσό πουλί.

Advertisements