Αγαπητό ημερολόγιο,

η βαρεμάρα είναι μια πολύ σοβαρή ασθένεια. Μπορεί να προκαλέσει ολική παράλυση στους μύες του σώματος, μαζική εξόντωση εγκεφαλικών κυττάρων, ακόμα και θάνατο (θα έχεις ακούσει τη φράση «βαριέμαι μέχρι θανάτου»). Αυτά είναι τα κακά νέα. Τα καλά νέα είναι ότι η βαρεμάρα μπορεί να καταπολεμηθεί με εκατομμύρια διαφορετικούς τρόπους. Ο καλύτερος τρόπος, κατά τη γνώμη μου, είναι η εύρεση εργασίας, γιατί άπαξ και πιάσεις δουλειά δεν προλαβαίνεις όχι να βαρεθείς, αλλά ούτε καν να πεις «Πάτερ Ημών», ή «Κύριε, καρνέησον», σε μια απέλπιδα προσπάθεια να πείσεις τον Θεό να σου στειλει ένα σοκολατούχο, μπας και τη βγάλεις καθαρή και σήμερα. Μέχρι να γίνει το θαύμα, όμως, και να βρω δουλειά, πρέπει να εφαρμόσω άλλες θεραπείες. Ως τώρα έχω δοκιμάσει την αποχαύνωση στο Playstation, την αποχαύνωση στο Internet και την αποχαύνωση στην τηλεόραση, χωρίς αξιόλογα αποτελέσματα. Οπότε, είπα να δοκιμάσω κάτι καινούργιο: Ταινίες. Ναι, ταινίες.

Η αλήθεια είναι ότι κάποτε ήμουν ταινιοφάγος. Μπορούσα να βλέπω δύο και τρεις ταινίες τη μέρα. Αλλά φαίνεται πως κάποια στιγμή στη ζωή μου αποφάσισα ότι είχα καλύτερα πράγματα να κάνω για δύο συνεχόμενες ώρες από το να παρακολουθώ μια ταινία, η οποία στο τέλος μπορεί να έβγαινε και πατάτα (είναι ακριβώς το ίδιο επιχείρημα που λένε οι γυναίκες για το ποδόσφαιρο, ότι βλέπεις απί δύο ώρες ένα ματς, στο οποίο μπορεί τελικά να μην μπει κανένα γκολ, αλλά στην κινηματογραφική του εκδοχή). Αν σκεφτείς, επίσης, ότι στο μεταξύ η τιμή του εισιτηρίου στο σινεμά σχεδόν διπλασιάστηκε, ήταν μάλλον αναπόφευκτο εγώ και ο κινηματογράφος να πάρουμε χωριστούς δρόμους. Η σχέση μας αναθερμάνθηκε (για να μη σου πω ότι υπερθερμάνθηκε κιόλας) όταν έμαθα πώς να βρίσκω ταινίες στο Internet, με αποκορύφωμα τους τελευταίους μου μήνες ως φαντάρος, όταν έβλεπα το λιγότερο δύο ταινίες τη μέρα, στο μακαρίτικο το laptop μου ή στα laptop των άλλων φαντάρων. Αλλά μην τα πεις αυτά πουθενά παραέξω, μη νομίζουν ότι κάθε βράδυ στον Στρατό κάναμε πάρτυ και κάθε τόσο φέρναμε Βουλγάρες να μας κάνουν στριπτίζ. Μετά το τέλος της θητείας μου, όμως, και κατόπιν του άδοξου χαμού του laptop μου (το οποίο μου έκλεψαν μέσα από το αυτοκίνητο – τραυματική εμπειρία, δε σου λέω τίποτα), οι σχέσεις μας ψυχράνθηκαν ξανά.

Και τις τελευταίες δύο μέρες ξεκίνησα μια προσπάθεια επαναπροσέγγισης, η οποία νομίζω ότι πηγαίνει αρκετά καλά. Μέσα σε δύο μέρες έχω δει τρεις ταινίες: Το Leap Year (ρομαντική κομεντί, από αυτές που βγάζει με το κιλό το Χόλιγουντ – φιλική συμβουλή: Μην αφήσεις ΠΟΤΕ γυναίκα να διαλέξει ταινία για σένα), το Kick-Ass (που το λάτρεψα, γιατί μου θύμισε πώς είναι να είσαι παιδί και να θες να γίνεις υπερήρωας) και, τελευταίο και καλύτερο, τον Κυνόδοντα του Λάνθιμου (που με έκανε να εκτιμήσω ξανά τον ελληνικό κινηματογράφο). Α, και τις προάλλες είδα το Sex and the City 2 (που είναι τόσο ενδιαφέρον, όσο το να βλέπεις τον παππού σου να κόβει τα νύχια του με τον νυχοκόπτη). Έχω ακόμα 5-6 ταινίες που περιμένουν στην ουρά για να τις δω, και μου φαινεται πως η βαρεμάρα έχει κιόλας αρχίσει να υποχωρεί. Ήδη νιώθω τα εγκεφαλικά μου κύτταρα να ξαναγεννιούνται.

Ξέρεις, τέτοια εποχή πριν από ακριβώς έναν χρόνο έπιανα τη δουλειά στο βιβλιοπωλείο. Ήταν το υπέρτατο αντίδοτο για τη βαρεμάρα που με ταλαιπωρούσε τότε. Να φανταστείς πως, όταν τελικά έφυγα από αυτήν τη δουλειά, τρεις μήνες αργότερα, μου πήρε μια ολόκληρη εβδομάδα απερίσπαστης ξάπλας για να συνέλθω. Και μετά μου πήρε οκτώ ολόκληρους μήνες να βρω μια άλλη δουλειά για να αντιμετωπίσω τη νέα επιδημία βαρεμάρας, μόνο και μόνο για να φύγω και από εκεί μετά από τρεις εβδομάδες. Αρχίζω και σκέφτομαι μήπως το πρόβλημα δεν είναι η «αγορά», η «κρίση» και ο «καπιταλισμός», αλλά εγώ. Μήπως είμαι υπερβολικά τεμπέλης, υπέρμετρα φιλόδοξος ή απλά αδικαιολόγητα αισιόδοξος, που ψάχνω μια δουλειά που να μου ταιριάζει έστω και ελάχιστα, που να με γεμίζει και που να θέλω να την κάνω, και όχι μια δουλειά «ό,τι να’ναι»; Δεν ξέρω. Η δουλειά δεν είναι παίξε-γέλασε. Είναι κάτι που σε απασχολεί περίπου 12 ώρες τη μέρα (κι ακόμα περισσότερο αν προσθέσεις τα μεταφορικά, τη δουλειά στο σπίτι και τους εφιάλτες ότι έχεις πάει στη δουλειά χωρίς παντελόνι και γελάνε όλοι μαζί σου). Δεν θα έπρεπε αυτή η δουλειά να είναι κάτι που κάνεις με ευχαρίστηση και όχι σιχτιρίζοντας τη μάνα σου που σε γέννησε 25 χρόνια πριν την μεγάλη οικονομική ύφεση; Εγώ έτσι το βλέπω. Αλλά δεν ξέρω για πόσο ακόμα θα μπορώ να το βλέπω έτσι.

A, παραλίγο να το ξεχάσω: Θυμάσαι που σου έλεγα ότι όσο χτύπαγα κουδούνια στην τελευταία μου δουλειά είχα βγάλει και κάποιες φωτογραφίες; Ε, έφερα μερικές να σου τις δείξω:

Αυτή είναι από το Μετς, κοντά στον σταθμό Συγγρού-Φιξ. Ο τρομοκράτης-φαντασματάκι.

Αυτή είναι από το σταθμό του τρένου στην Κηφισιά. Και μετά αναρωτιούνται οι ταξιτζήδες γιατί τους έχει βγει το κακό όνομα.

Αυτή είναι πάλι από την Κηφισιά. Ακόμα και οι τοίχοι το ξέρουν.

Αυτή είναι από το Αιγάλεω. Πρόσεξε, σε παρακαλώ: Δεν πρόκειται για ένα τυπικό «Μαρία σ’αγαπώ». Είναι γραμμένο με stencil. Που σημαίνει ότι κάποιος έκατσε και κατασκεύασε ολόκληρο stencil, μόνο και μόνο για να δηλώσει ότι αγαπάει το μπαρμπουνάκι του. Respect.

Και αυτή είναι από τον Χολαργό. Η απάντηση στην ερώτηση είναι πολύ πιο πολύπλοκη από ένα απλό «ναι», πίστεψέ με.

Λοιπόν, σε αφήνω και πάλι στην ησυχία σου. Αλλά πριν σ’αφήσω θα σου πω το εξής: Ακόμα και το χαλασμένο ρολόι λέει σωστά την ώρα δυο φορές τη μέρα – αλλά ποιος χρειάζεται ένα ρολόι που λέει λάθος την ώρα 23.99 ώρες το 24ωρο;

Advertisements