Αγαπητό ημερολόγιο,

ο Αύγουστος δεν ήταν ποτέ ο αγαπημένος μου μήνας. Όταν ήμουν μικρότερος, οι καλοκαιρινές διακοπές με τους γονείς μου υπερκάλυπταν την αφόρητη αυγουστιάτικη ανία, όμως όταν πέρασα τον πρώτο μου Αύγουστο στην Αθήνα, στα 18 μου, τον μίσησα. Το αποκορύφωμα, βέβαια, ήταν ο περσινός Αύγουστος, όταν και έπαθα ιγμορίτιδα, την οποία ο (μαλακοπίτουρας) γιατρός εξέλαβε ως πιθανή γρίπη Η1Ν1 και με έστειλε σε μια ιδιωτική κλινική να κάνω εξετάσεις (με το αζημίωτο, φυσικά – ακόμα πιστεύω ότι ο συγκεκριμένος γιατρός έχει μετοχές στην κλινική, αλλά δεν μπορώ να το αποδείξω). Αποτέλεσμα; Να χάσω 10 χρόνια απ’τη ζωή μου, φοβούμενος ότι μπορεί και να είχα μια θανατηφόρα γρίπη και να μείνω μια βδομάδα στο κρεβάτι και ένα μήνα άφραγκος. Αν δεν είχα και Internet στο σπίτι, θα είχα πέσει από την ταράτσα. Ή, ακόμα καλύτερα, θα είχα σκηνοθετήσει τον θάνατό μου και θα το’σκαγα για μια χώρα της προκοπής, όπου οι γιατροί δε σε στέλνουν να κάνεις εξετάσεις για ψύλλου πήδημα. Inglourious docters.

Ο φετινός Αύγουστος δεν αποτελεί την εξαίρεση στον κανόνα. Ο Αύγουστος είναι ιδιαίτερα δύσκολος μήνας για έναν άνεργο, καθώς είναι ο μήνας κατά τον οποίο όλος ο υπόλοιπος κόσμος δικαιώνεται για τη σκληρή (ή όχι και τόσο σκληρή) δουλειά των προηγούμενων 11 μηνών και μπορεί να κάνει ένα ταξίδι, μακριά από την γκρίζα πόλη που έχει φάει με το κουτάλι, και να γεμίσει τις μπαταρίες του εν όψει του δύσκολου χειμώνα που έρχεται. Ο άνεργος, πάλι, μην έχοντας χρήματα για διακοπές, κατά κανόνα βράζει στο ζουμί του και, αν βγαίνει κάθε τόσο από το καζάνι, είναι μόνο και μόνο για να σιγουρευτεί ότι βράζει στη σωστή θερμοκρασία. Βέβαια, η αλήθεια είναι ότι ο άνεργος δεν έχει ανάγκη να φορτίσει τις μπαταρίες του, γιατί το έχει ήδη κάνει τους προηγούμενους μήνες. Έχει, όμως, κι αυτός ανάγκη να αλλάξει παραστάσεις, να ξεσκάσει λίγο βρε αδερφέ. Αλλά δεν μπορεί. Και ακόμα κι αν δεν έχει αυτήν την ανάγκη, η αίσθηση ότι μένει μόνος του στον φούρνο να ξεροψηθεί, ενώ τα υπόλοιπα κουλουράκια έχουν ήδη βγει έξω για να δροσιστούν, είναι τουλάχιστον ενοχλητική.

Ελπίζω ο φετινός Αύγουστος να είναι ο τελευταίος μου ως ανέργου. Ήδη, σήμερα έριξα λίγο ακόμα τα στάνταρ μου, συμπληρώνοντας βιογραφικά σε μία αλυσίδα καφετεριών και σε μία αλυσίδα ηλεκτρονικών. Σιγά-σιγά αρχίζω να αποδέχομαι τη συντριπτική ήττα μου στη δημοσιογραφία και να το παίρνω απόφαση ότι πρέπει να αναγκαστώ να κάνω μια δουλειά εντελώς άσχετη με τις σπουδές μου προκειμένου να μην καταλήξω να ψάχνω στους σκουπισοτενεκέδες για φαγητό. Από τα πέντε στάδια της θλίψης, έχω ήδη ξεπεράσει την άρνηση («ποια κρίση, μωρέ; Εγώ είμαι γαμώ τα παιδιά, θα τα καταφέρω»), τον θυμό («γιατί μου γαμάνε το μέλλον αυτοί οι μαλάκες; Πρέπει να πάρω το καλάσνικοφ και να αρχίσω να σκοτώνω για να βρω δουλειά;») και τη διαπραγμάτευση («Έλα, θεούλη μου, κάνε να βρω μια δουλειά κι εγώ θα πάψω να σκαλίζω τη μύτη μου και να βρίζω τις γιαγιάδες που πηγαίνουν στην εκκλησία) και βρίσκομαι στο στάδιο της κατάθλιψης («Άμα βρω δουλειά της προκοπής, εμένα να μου τρυπήσεις τη μύτη με Black & Decker). Ε, όπου να’ναι φτάνω και στην αποδοχή. Λες και μπορώ να κάνω αλλιώς.

Και μετά από αυτήν την ελάχιστα συναρπαστική έξαρση μαυρίλας και μιζέριας, ας περάσουμε σε μια πιο ευχάριστη είδηση («να αλλάξουμε κλίμα», που λένε και στα δελτία ειδήσεων): Ο Δαίμονας του πλυντηρίου πιάτων, που σου έλεγα χτες, αποτελεί παρελθόν. Δεν ξέρω τι ακριβώς έγινε, μπορεί να ήρθαν οι Ghostbusters την ώρα που κοιμόμουν και να το αιχμαλώτισαν στο κουτάκι τους, ή μπορεί να σιχάθηκε την εξωπραγματική μπίχλα που επικρατεί στο σπίτι και να αποφάσισε να πάει να στοιχειώσει τους γείτονες (τώρα που το σκέφτομαι, το σκυλί του γείτονα άρχισε να γαυγίζει άγρια κάποια στιγμή χθες το βράδυ, και υποψιάζομαι γιατί). Αυτό που ξέρω είναι ότι σήμερα έβαλα πλυντήριο ρούχων και δεν είχαμε κανένα απρόοπτο. Διορθώνω: Το απρόοπτο ήταν ότι, παρά τις περί του αντιθέτου προβλέψεις, δεν υπήρξε κανένα απρόοπτο. Ούτε ξέβαψαν τα ρούχα (σαν την άλλη φορά, που το πουκάμισό μου μπήκε μπεζ και βγήκε πράσινο – αλλά ακόμα το φοράω), ούτε έλιωσαν, ούτε τα απήγαγαν εξωγήινοι. Άσε που στο άπλωμα δε μου έπεσε ούτε ένα ρούχο κάτω (είδες τι επιδέξιος που είμαι όταν θέλω;).

Πάντως, το ενδεχόμενο να μην υπήρχε δαίμονας και να έβαλα στραβά τα πιατικά δεν υφίσταται, γιατί όλα τα πιάτα, ποτήρια και μαχαιροπήρουνα βγήκαν σώα και αβλαβή από το πλυντήριο πιάτων, όπως ακριβώς τα έβαλα, αλλά αισθητά πιο καθαρά. Έτσι, οδηγούμαι αυθαίρετα (αλλά απολύτως φυσικά) στο συμπέρασμα ότι είχα την πρώτη μου μεταφυσική εμπειρία. Να θυμηθώ να στείλω την ιστορία μου στον Χαρδαβέλλα – όλο με κάτι τέτοια ασχολείται, και τα παίρνει και στα σοβαρά.

Σε αυτό το σημείο θα πρέπει να κλείσω το σημερινό μου παραλήρημα, γιατί με αυτήν τη ζέστη δεν μπορώ να ταλαιπωρώ άλλο τα ήδη καψαλισμένα εγκεφαλικά μου κύτταρα – να σκεφτείς ότι έχω κόψει και την τηλεόραση για να μην τα επιβαρύνω ακόμα παραπάνω. Αλλά μην ανησυχείς, εσένα δε θα σε κόψω. Είσαι πολύ πιο σημαντικό από την τηλεόραση.

Καληνύχτα, και να θυμάσαι αυτόν τον συλλογισμό:

Πρόταση 1η: Το γοργόν και χάριν έχει.
Πρόταση 2η: Όποιος βιάζεται, σκοντάφτει.
Συμπέρασμα: Ο «σοφός λαός μας» κάπου τα’χασε.

Advertisements