Αγαπητό ημερολόγιο,

δεν ξέρω πού θα πάει αυτή η κατάσταση. Το υποσυνείδητό μου έχει αποδιοργανωθεί τελείως. Σε λίγο θα φοβάμαι να πέσω να κοιμηθώ και θα κρατάω τα μάτια μου ανοιχτά με οδοντογλυφίδες, μην τυχόν και με πάρει ο ύπνος και δω πάλι κανέναν εφιάλτη. Όπως καταλαβαίνεις, το σημερινό μου πρωινό ξύπνημα δεν ήταν και τόσο ευχάριστο. Ποτέ δεν θα μπορούσε δηλαδή ένα πρωινό ξύπνημα να είναι ευχάριστο (εκτός αν συνοδευόταν από τυρόπιτα και Milko), αλλά πόσο μάλλον σήμερα, που ξύπνησα αλαφιασμένος μετά από το κλασικό όνειρο: Δουλεύω, λέει, ακόμα σαν πωλητής, και χτυπάω κουδούνια, και ανεβοκατεβαίνω ατελείωτες σκάλες, και δε μου ανοίγει κανένας, και ξαφνικά ανοίγει μια πόρτα, και είναι ένας μπρατσαράς με μούσια, και αρχίζει και φωνάζει, και μετά ξύπνησα – ευτυχώς, γιατί ποιος ξέρει τι θα μου έκανε ο μπρατσαράς. Σκέφτομαι να κάνω μήνυση στην εταιρεία που δούλευα και να ζητήσω ένα αστρονομικό ποσό σαν αποζημίωση για την ανυπολόγιστη ψυχική οδύνη που μου προκάλεσε. Ξέρεις, είναι αυτό που λένε όλοι όσοι έχουν υποστεί κάποιου είδους ψυχική οδύνη από τον οποιονδήποτε: «Δεν μπορώ, αυτό που μου έκανες δεν μπορώ να στο συγχωρέσω, βλέπω εφιάλτες τα βράδια, δεν μπορώ να βγω από το σπίτι, είμαι χάλια, δεν αντέχω…Αλλά για 10.000 ευρώ θα τα ξεχάσω όλα αυτά και είμαστε εντάξει». Τα λεφτά είναι το καλύτερο ηρεμιστικό που έχει ανακαλύψει το ανθρώπινο είδος.

Ξέρεις, μαζί με αυτά τα όνειρα μου έρχονται μερικές φορές και σκόρπιες μνήμες από τη σύντομη θητεία μου ως πωλητή, όχι απαραίτητα κακές. Για παράδειγμα, δεν θα ξεχάσω εκείνη την κυρία που όχι μόνο μας έβαλε (εμένα και την κοπέλα που χτυπούσαμε κουδούνια μαζί εκείνη τη μέρα) στο σπίτι της, όχι μόνο μας κέρασε νερό, αλλά και μας έκανε add στο Facebook και μας διάβασε ένα απόσπασμα από το βιβλίο της, που έγραφε εκείνη την περίοδο. Μπορεί να μην της κάναμε πώληση, αλλά περάσαμε ωραία. Ή μια γιαγιά που, χωρίς καν να περιμένει να της πω από πού ήμουν και τι ήθελα, με έβαλε μέσα στο σπίτι της, με κέρασε πορτοκαλάδα και μου είπε εν συντομία την ιστορία της ζωής της. Ούτε αυτή αγόρασε, φυσικά, αλλά χαλάλι. Και, ειλικρινά, θα’χω να το λέω: Τρεις εβδομάδες δούλεψα σαν πλασιέ, χτύπαγα αλύπητα κουδούνια, μίλησα με εκατοντάδες ανθρώπους, και ο μόνος που προσφέρθηκε να μου φτιάξει έναν καφέ ήταν ένας Πακιστανός οικοδόμος, που μίλαγε σπαστά ελληνικά, ζούσε σε ένα κακοτράχαλο ισόγειο και ήταν πολύ πιο ευγενικός από κάθε κωλοέλληνα που μου άνοιξε την πόρτα του. Αυτήν την ιστορία θα την λέω από δω και πέρα σε όποιον μου ξαναπεί κάτι κακό για τους μετανάστες, με την υποσημείωση: «Αυτή η χώρα θα ήταν πολύ καλύτερη αν διώχναμε 1-2 εκατομμύρια Ελληνάρες και στη θέση τους φέρναμε άλλους τόσους ξένους σαν κι αυτόν». Γιατί, τελικά, άνθρωπος δε γεννιέσαι. Γίνεσαι.

Και μέσα σε όλη αυτή την παλινδρομική διαδικασία εφιάλτη-αναμνήσεων, σχεδόν ξέχασα το καλό νέο της ημέρας: Από σήμερα είμαι μόνος στο σπίτι! Ναι, αγαπητό μου ημερολόγιο, γονείς και αδερφός έφυγαν για διακοπές, αφήνοντάς με μόνο στο σπίτι, παρέα με ένα ηλίθιο σκυλί και ένα υπέροχο γατί (όπως βλέπεις, δεν κάνω καμία διάκριση ανάμεσα στα δύο κατοικίδιά μου). Για τις επόμενες δέκα μέρες θα είμαι ο κύρης του σπιτιού, την ώρα που αυτοί θα κάνουν τα μπάνια τους και θα ψήνονται κάτω από τον καυτό ήλιο (όσο εγώ θα μετατρέπομαι σε ζωντανή χαμογελαστή γρανίτα κάτω από το αρκουδίσιον). Με άλλα λόγια, θα κάνω ακριβώς ό,τι έκανα μέχρι και χθες, με τη διαφορά ότι θα πρέπει επιπλέον να καθαρίζω, να μαγειρεύω, να βγάζω το σκυλί βόλτα, και γενικά να κάνω όλες τις αγγαρείες που όλες τις υπόλοιπες μέρες του χρόνου αναλαμβάνει κάποιος άλλος. Ναι, το ξέρω ότι δεν ακούγεται και τόσο φοβερό. Και, τώρα που το ξανασκέφτομαι, δεν είναι. Αλλά για κάποιον απροσδιόριστο λόγο, θυμάμαι ότι όταν έγινε ακριβώς το ίδιο πέρυσι, τέτοια εποχή πάλι, πέρασα τέλεια. Ξέρεις, η μοναξιά είναι παρεξηγημένο συναίσθημα. Καμιά φορά θέλεις να μείνεις μόνος, να κλειδωθείς σε ένα κουτί και να μείνεις εκεί μέσα μέχρι να πάθεις ασφυξία. Δεν είναι απαραίτητα κακό. Όταν βγεις από το κουτί, είσαι άλλος άνθρωπος – καλύτερος, συνήθως. Και θα σταματήσω αυτή τη στιγμή να αναλύω αυτό το θέμα, γιατί το Κοελιόμετρό μου χτύπησε κόκκινο και κινδυνεύω να λιποθυμήσω, αν συνεχίσω.

Α, επίσης σήμερα πήγα να ανανεώσω και την κάρτα ανεργίας μου στον Ο.Α.Ε.Δ. (Όταν Αποφοιτήσεις, Έλα Δω). Στο λεωφορείο με το οποίο πήγα μέχρι εκεί, έζησα το highlight της ημέρας. Μια σαλεμένη γιαγιά, που καθόταν σε μια από τις πίσω θέσεις, άρχισε να βρίζει δυνατά τον οδηγό, επειδή το λεωφορείο έκανε 20 λεπτά να ξεκινήσει (σημειωτέον: Το συγκεκριμένο λεωφορείο ξεκινάει περίπου κάθε 20 λεπτά από την αφετηρία). Στην αρχή έλεγε για το πόσο χαραμοφάηδες είναι οι οδηγοί, που κωλοβαράνε και παίρνουν τον μισθό τους κανονικά, και όλο κάνουν απεργίες και ταλαιπωρούν τον κόσμο, και εγώ μέχρι να βγω στη σύνταξη δεν έκανα ποτέ απεργία, και φταίνε οι πολιτικοί που τους κάνουν τα χατίρια, και ανάθεμα την ώρα που ψήφισα τον Σημίτη, και όλοι οι πολιτικοί ίδιοι είναι, και κανείς δε σέβεται τον κόσμο, και έχουμε γεμίσει μετανάστες (αυτό δεν κόλλαγε πουθενά, αλλά είναι ένα επιχείρημα που δε λείπει ποτέ από τέτοιου είδους λογύδρια), και γι’αυτό πάει κατά διαόλου η χώρα, κι εμένα μου έχουν κόψει τη σύνταξη, και ποιος έχει το δικαίωμα να μου κόψει εμένα τη σύνταξη που δούλευα τόσα χρόνια σαν το σκυλί…Και πολλά άλλα πρέπει να είπε ακόμα, γιατί από τη στιγμή που μπήκα στο λεωφορείο, μέχρι που κατέβηκα στον ΟΑΕΔ, 10 λεπτά αργότερα, δεν είχε σταματήσει να μιλάει, κι ούτε φαινόταν διατεθειμένη να σταματήσει σύντομα. Φυσικά, όλοι οι υπόλοιποι επιβάτες την άκουγαν χαμογελώντας, φανερά ή κρυφά, απολαμβάνοντας αυτό το απρόσμενο comic relief που έδωσε χρώμα στην άχρωμη, αυγουστιάτικη μέρα τους.

Αναρωτήθηκα αν θα καταλήξω κάποια στιγμή στη ζωή μου κι εγώ να είμαι ένας ημίτρελος γέρος, που θα μπαίνει στα λεωφορεία και θα κάνει κήρυγμα στον αέρα για το πώς όλα πάνε κατά διαόλου, και πόσο ωραία και αγνά ήταν τα πράγματα στη δική μου εποχή, που παίζαμε ακόμα Super Mario και ακούγαμε Πασχάλη και Macarena. Ελπίζω ότι δεν θα ζήσω αρκετά για να καταλήξω σε αυτό το σημείο, και οι ελεεινές διατροφικές μου συνήθειες συνηγορούν στο ότι δεν θα φτάσω ποτέ σε τόσο προχωρημένη ηλικία. Ευτυχώς.

Σε αυτό το σημείο θα πρέπει να σε αφήσω, γιατί σε λίγο ξεκινάει το «Home Alone Party», που διοργανώνω στο σπίτι μου. Μοναδικός προσκεκλημένος είμαι εγώ, και θα έχω δυνατή μουσική, μπόλικο φαγητό και δύο εντελώς σαστισμένα κατοικίδια ζώα.

Καληνύχτα, και μην ξεχνάς τη βασική αρχή της δημοσιογραφίας: Ένα κλισέ αξίζει όσο χίλια ρεπορτάζ.

Advertisements