Αγαπητό ημερολόγιο,

θυμάμαι στην 4η Δημοτικού, στο μάθημα των Αγγλικών, μια ιστορία που είχαμε διαβάσει στο βιβλίο του μαθήματος. Ήταν, λέει, ένας ζητιάνος που πεινούσε πολύ, και σκέφτηκε το εξής κόλπο για να φάει: Χτύπησε την πόρτα ενός σπιτιού, και είπε στην οικοδέσποινα που του άνοιξε την πόρτα ότι η πέτρα την οποία κρατούσε στα χέρια του ήταν μαγική, και μπορούσε να κάνει πεντανόστιμο οποιοδήποτε φαγητό. Φυσικά, στην πραγματικότητα επρόκειτο για μια κοινή πέτρα που είχε βρει στον δρόμο. Η οικοδέσποινα τον πίστεψε, τον έβαλε στο σπίτι της, αυτός έβαλε την πέτρα σε ένα τσουκάλι με νερό που έβραζε και της είπε να φέρει λάχανο.Μετά της είπε να φέρει καρότα, κρεμμύδια, πατάτες, κρέας, και ένα σωρό πράγματα. Μέχρι που στο τσουκάλι υπήρχε μια πεντανόστιμη σούπα, με μια πέτρα στη μέση. Η οικοδέσποινα τη δοκίμασε και ενθουσιάστηκε με το πόσο νόστιμη ήταν, πιστεύοντας ότι η μαγική πέτρα είχε κάνει το θαύμα της. Ο ζητιάνος φυσικά έφαγε μέχρι σκασμού. Στο τέλος της ιστορίας, ο χορτάτος ζητιάνος χαρίζει τη μαγική πέτρα στην πανευτυχή οικοδέσποινα και φεύγει. Δεν θυμάμαι ποιο είναι το δίδαγμα της ιστορίας, αλλά νομίζω πως πρέπει να είναι κάτι σαν «όσο υπάρχουν ηλίθιοι άνθρωποι σε αυτόν τον κόσμο, δηλαδή για πάντα, θα υπάρχουν και πονηροί άνθρωποι που θα ψάχνουν τρόπους να τους εκμεταλλευτούν». Βέβαια, δεν ξέρω τι είδους δίδαγμα θα ήταν αυτό για ένα παιδί 10 χρονών, αλλά δεν μπορώ να συμπεράνω κάτι καλύτερο. Κι εξάλλου, καλύτερα αυτά να τα μαθαίνουν μικρά τα παιδιά, για να ξέρουν τι τα περιμένει όταν μεγαλώσουν.

Μη με ρωτήσεις πού κολλάει αυτή η ιστορία, γιατί δεν κολλάει πουθενά. Είναι ένα από αυτά τα εντελώς ασυνάρτητα flashbacks που μου έρχονται κάθε τόσο στο μυαλό και με αφήνουν να αναρωτιέμαι πώς στο διάολο μπορεί να θυμάμαι τέτοιες μικρολεπτομέρειες από το μακρινό παρελθόν, ενώ εδώ και ενάμιση χρόνο δεν έχω καταφέρει να μάθω τον αριθμό του κινητού μου (ο οποίος είναι και πανεύκολος, γιατί τελειώνει σε τέσσερα μηδενικά – ακόμα και κλειδαράς θα ζήλευε τον αριθμό μου). Καμιά φορά νιώθω πως ο εγκέφαλός μου έχει γερασει πριν την ώρα του. Μου θυμίζω εκείνους τους παππούδες που μια στο τόσο έχουν λεπτομερέστατες εκλάμψεις από τις εμπειρίες τους στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, και μετά από λίγο δεν θυμούνται πώς λένε τη γυναίκα τους για να τη φωνάξουν να τους αλλάξει την πάπια.

Από σήμερα, που λες, είμαι και επισήμως άνεργος. Ναι, πάλι. Πήγα σήμερα το μεσημέρι στην εταιρεία, παρέδωσα ό,τι μου είχαν δώσει, υπέγραψα και τα απαραίτητα για τη γραφειοκρατία και έφυγα 10 κιλά πιο ελαφρύς (ευτυχώς μετά πήγα σε κάτι Everest λίγο πιο κάτω και τα ξαναπήρα). Ξέρεις, λένε ότι όταν χάνεις τη δουλειά σου είναι σαν να πεθαίνει κάποιος στο σπίτι σου. Τηρουμένων των αναλογιών, στην προκειμένη περίπτωση θα’λεγα ότι η απώλεια της συγκεκριμένης δουλειάς ήταν σαν να κάηκε μια λάμπα στο σπίτι μου. Το πρόβλημα είναι ότι έχω ξεμείνει από λάμπες, και το σούπερ μάρκετ είναι κλειστό λόγω διακοπών. Τουτέστιν, για τρίτο συνεχόμενο Αύγουστο θα χάσω τις διακοπές μου (αν και ο πρώτος από αυτούς ήταν στον Στρατό, σε νησί, οπότε ήταν «κάτι-σαν-διακοπές» αλλά δε μετράει) και θα μείνω να βλέπω από την τηλεόραση τις πατροπαράδοτες αυγουστιάτικες πυρκαγιές και τα παραδοσιακά λαμόγια που κλαίγονται μπροστά στις κάμερες για τα αυθαίρετα σπίτια τους που καίγονται.

Αλλά να σου πω κάτι, μεταξύ μας; Χέστηκα για τις διακοπές. Αλήθεια. Πρώτα απ’όλα, είμαι εδώ και ενάμιση χρόνο άνεργος, με κάποια μικρά διαλειμματάκια. Από τι να κάνω διακοπές; Από την ξάπλα; Και άντε και πήγα διακοπές. Να πληρώσω εξωφρενικά ποσά για ξενοδοχεία, εισιτήρια πλοίων, φαγητό και εισόδους σε παραλίες, όταν μπορώ κάλλιστα να κάτσω στο σπιτάκι μου, να πηγαίνω όποτε θέλω για μπάνιο σε κάποια από τις ελεύθερες παραλίες της Αττικής και να βλέπω στην τηλεόραση τα ρεπορτάζ για τον «συνωστισμό στο λιμάνι του Πειραιά»; Γιατί να το κάνω στον εαυτό μου; Όταν θα φτάσω στα 40 μου να είμαι απελπιστικά κουρασμένος από την εξουθενωτική δουλειά μου και θα έχω απόλυτη ανάγκη από διακοπές, θα τα κάνω όλα αυτά. Αλλά τώρα, θα κάτσω στο δωμάτιό μου, με το αρκουδίσιον μου και με το Internet μου, και δε θα στενοχωρηθώ καθόλου.

Άσε και το άλλο: Η Αθήνα τον Αύγουστο είναι η ιδανική πόλη. Καθόλου κίνηση, βρίσκεις παντού να παρκάρεις, ησυχία – λίγο πράσινο παραπάνω να είχε, και θα ήταν ο επίγειος Παράδεισος. Το θεωρώ τουλάχιστον χαζό να βλαστημάς επί 11 μήνες αυτήν τη γαμημένη πόλη που σου κάνει τη ζωή μαύρη και, τον ένα μήνα που αυτή επιτέλους γίνεται ανθρώπινη, εσύ να σηκώνεσαι και να φεύγεις. Γι’αυτό σου λέω, Αθήνα και πάλι Αθήνα.

(βέβαια, θα μπορούσε κάποιος πικρόχολος να πει πως όλα αυτά τα λέω για να πείσω τον εαυτό μου ότι δεν είναι και τόσο απαίσιο το ότι θα μείνω όλο τον Αύγουστο στην Αθήνα, εγώ και τα αδέσποτα στους δρόμους, την ώρα που αυτός και όλοι οι υπόλοιποι θα πλατσουρίζουν στις παραλίες του Αιγαίου. Αλλά αυτό ας έρθει να μου το πει αφού τον τσιμπήσουν οι εισαγόμενες τσούχτρες από το Σουέζ, οι οποίες απ’όσο ξέρω δεν έχουν φτάσει ακόμα στο Πόρτο Ράφτη. Beat that.)

Λοιπόν, απόψε πέφτω να κοιμηθώ νωρίς, στα πλαίσια της προσπάθειάς μου να αναπληρώσω τις δεκάδες ώρες χαμένου ύπνου που θυσιάστηκαν για ένα πουκάμισο αδειανό, για μια Ελένη, για μια π@@@@α κα@@@μενη. Αν δεν γράψω καθόλου αύριο, μην ανησυχήσεις. Πιθανότατα θα κοιμάμαι όλη μέρα.

Καληνύχτα, κι αν δεν σε δω αύριο, καλημέρα, καλησπέρα και ξανακαληνύχτα.

Αγαπητό ημερολόγιο,

θυμάμαι στην 4η Δημοτικού, στο μάθημα των Αγγλικών, μια ιστορία που είχαμε διαβάσει στο βιβλίο

του μαθήματος. Ήταν, λέει, ένας ζητιάνος που πεινούσε πολύ, και σκέφτηκε το εξής κόλπο για να

φάει: Χτύπησε την πόρτα ενός σπιτιού, και είπε στην οικοδέσποινα που του άνοιξε την πόρτα ότι

η πέτρα την οποία κρατούσε στα χέρια του ήταν μαγική, και μπορούσε να κάνει πεντανόστιμο

οποιοδήποτε φαγητό. Φυσικά, στην πραγματικότητα επρόκειτο για μια κοινή πέτρα που είχε βρει

στον δρόμο. Η οικοδέσποινα τον πίστεψε, τον έβαλε στο σπίτι της, αυτός έβαλε την πέτρα σε ένα

τσουκάλι με νερό που έβραζε και της είπε να φέρει λάχανο.Μετά της είπε να φέρει καρότα,

κρεμμύδια, πατάτες, κρέας, και ένα σωρό πράγματα. Μέχρι που στο τσουκάλι υπήρχε μια

πεντανόστιμη σούπα, με μια πέτρα στη μέση. Η οικοδέσποινα τη δοκίμασε και ενθουσιάστηκε με το

πόσο νόστιμη ήταν, πιστεύοντας ότι η μαγική πέτρα είχε κάνει το θαύμα της. Ο ζητιάνος φυσικά

έφαγε μέχρι σκασμού. Στο τέλος της ιστορίας, ο χορτάτος ζητιάνος χαρίζει τη μαγική πέτρα στην

πανευτυχή οικοδέσποινα και φεύγει. Δεν θυμάμαι ποιο είναι το δίδαγμα της ιστορίας, αλλά νομίζω

πως πρέπει να είναι κάτι σαν «όσο υπάρχουν ηλίθιοι άνθρωποι σε αυτόν τον κόσμο, δηλαδή για

πάντα, θα υπάρχουν και πονηροί άνθρωποι που θα ψάχνουν τρόπους να τους εκμεταλλευτούν».

Βέβαια, δεν ξέρω τι είδους δίδαγμα θα ήταν αυτό για ένα παιδί 10 χρονών, αλλά δεν μπορώ να

συμπεράνω κάτι καλύτερο. Κι εξάλλου, καλύτερα αυτά να τα μαθαίνουν μικρά τα παιδιά, για να

ξέρουν τι τα περιμένει όταν μεγαλώσουν.

Μη με ρωτήσεις πού κολλάει αυτή η ιστορία, γιατί δεν κολλάει πουθενά. Είναι ένα από αυτά τα

εντελώς ασυνάρτητα flashbacks που μου έρχονται κάθε τόσο στο μυαλό και με αφήνουν να

αναρωτιέμαι πώς στο διάολο μπορεί να θυμάμαι τέτοιες μικρολεπτομέρειες από το μακρινό

παρελθόν, ενώ εδώ και ενάμιση χρόνο δεν έχω καταφέρει να μάθω τον αριθμό του κινητού μου (ο

οποίος είναι και πανεύκολος, γιατί τελειώνει σε τέσσερα μηδενικά – ακόμα και κλειδαράς θα

ζήλευε τον αριθμό μου). Καμιά φορά νιώθω πως ο εγκέφαλός μου έχει γερασει πριν την ώρα του.

Μου θυμίζω εκείνους τους παππούδες που μια στο τόσο έχουν λεπτομερέστατες εκλάμψεις από τις

εμπειρίες τους στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, και μετά από λίγο δεν θυμούνται πώς λένε τη γυναίκα

τους για να τη φωνάξουν να τους αλλάξει την πάπια.

Από σήμερα, που λες, είμαι και επισήμως άνεργος. Ναι, πάλι. Πήγα σήμερα το μεσημέρι στην

εταιρεία, παρέδωσα ό,τι μου είχαν δώσει, υπέγραψα και τα απαραίτητα για τη γραφειοκρατία και

έφυγα 10 κιλά πιο ελαφρύς (ευτυχώς μετά πήγα σε κάτι Everest λίγο πιο κάτω και τα ξαναπήρα).

Ξέρεις, λένε ότι όταν χάνεις τη δουλειά σου είναι σαν να πεθαίνει κάποιος στο σπίτι σου.

Τηρουμένων των αναλογιών, στην προκειμένη περίπτωση θα’λεγα ότι η απώλεια της συγκεκριμένης

δουλειάς ήταν σαν να κάηκε μια λάμπα στο σπίτι μου. Το πρόβλημα είναι ότι έχω ξεμείνει από

λάμπες, και το σούπερ μάρκετ είναι κλειστό λόγω διακοπών. Τουτέστιν, για τρίτο συνεχόμενο

Αύγουστο θα χάσω τις διακοπές μου (αν και ο πρώτος από αυτούς ήταν στον Στρατό, σε νησί, οπότε

ήταν «κάτι-σαν-διακοπές» αλλά δε μετράει) και θα μείνω να βλέπω από την τηλεόραση τις

πατροπαράδοτες αυγουστιάτικες πυρκαγιές και τα παραδοσιακά λαμόγια που κλαίγονται μπροστά στις

κάμερες για τα αυθαίρετα σπίτια τους που καίγονται.

Αλλά να σου πω κάτι, μεταξύ μας; Χέστηκα για τις διακοπές. Αλήθεια. Πρώτα απ’όλα, είμαι εδώ

και ενάμιση χρόνο άνεργος, με κάποια μικρά διαλειμματάκια. Από τι να κάνω διακοπές; Από την

ξάπλα; Και άντε και πήγα διακοπές. Να πληρώσω εξωφρενικά ποσά για ξενοδοχεία, εισιτήρια

πλοίων, φαγητό και εισόδους σε παραλίες, όταν μπορώ κάλλιστα να κάτσω στο σπιτάκι μου, να

πηγαίνω όποτε θέλω για μπάνιο σε κάποια από τις ελεύθερες παραλίες της Αττικής και να βλέπω

στην τηλεόραση τα ρεπορτάζ για τον «συνωστισμό στο λιμάνι του Πειραιά»; Γιατί να το κάνω στον

εαυτό μου; Όταν θα φτάσω στα 40 μου να είμαι απελπιστικά κουρασμένος από την εξουθενωτική

δουλειά μου και θα έχω απόλυτη ανάγκη από διακοπές, θα τα κάνω όλα αυτά. Αλλά τώρα, θα κάτσω

στο δωμάτιό μου, με το αρκουδίσιον μου και με το Internet μου, και δε θα στενοχωρηθώ καθόλου.

Άσε και το άλλο: Η Αθήνα τον Αύγουστο είναι η ιδανική πόλη. Καθόλου κίνηση, βρίσκεις παντού να παρκάρεις, ησυχία – λίγο πράσινο παραπάνω να είχε, και θα ήταν ο επίγειος Παράδεισος. Το θεωρώ τουλάχιστον χαζό να βλαστημάς επί 11 μήνες αυτήν τη γαμημένη πόλη που σου κάνει τη ζωή μαύρη και, τον ένα μήνα που αυτή επιτέλους γίνεται ανθρώπινη, εσύ να σηκώνεσαι και να φεύγεις. Γι’αυτό σου λέω, Αθήνα και πάλι Αθήνα.

(βέβαια, θα μπορούσε κάποιος πικρόχολος να πει πως όλα αυτά τα λέω για να πείσω τον εαυτό μου ότι δεν είναι και τόσο απαίσιο το ότι θα μείνω όλο τον Αύγουστο στην Αθήνα, εγώ και τα αδέσποτα στους δρόμους, την ώρα που αυτός και όλοι οι υπόλοιποι θα πλατσουρίζουν στις παραλίες του Αιγαίου. Αλλά αυτό ας έρθει να μου το πει αφού τον τσιμπήσουν οι εισαγόμενες τσούχτρες από το Σουέζ, οι οποίες απ’όσο ξέρω δεν έχουν φτάσει ακόμα στο Πόρτο Ράφτη. Beat that.)

Λοιπόν, απόψε πέφτω να κοιμηθώ νωρίς, στα πλαίσια της προσπάθειάς μου να αναπληρώσω τις δεκάδες ώρες χαμένου ύπνου που θυσιάστηκαν για ένα πουκάμισο αδειανό, για μια Ελένη, για μια π@@@@α κα@@@μενη. Αν δεν γράψω καθόλου αύριο, μην ανησυχήσεις. Πιθανότατα θα κοιμάμαι όλη μέρα.

Καληνύχτα, κι αν δεν σε δω αύριο, καλημέρα, καλησπέρα και ξανακαληνύχτα.

Advertisements