Αγαπητό ημερολόγιο,

όπως πολύ καλά ξέρεις, όλα τα καλά πράγματα σ’αυτήν τη ζωή κρατάνε λίγο. Έτσι, οι μέρες της ησυχίας σου ήταν μετρημένες, και σήμερα έφτασαν στο τέλος τους, γιατί παραιτήθηκα από τη δουλειά. Οπότε πάρε ένα κουτί Depon, γιατί ο πονοκέφαλος είναι κάτι παραπάνω από βέβαιος. Σκοπεύω να σε πρήξω μέχρι παραμορφώσεως με την σπαραξικάρδια γκρίνια μου.

Σου κάνω μια περίληψη προηγουμένων, γιατί έχουν περάσει και τρεις εβδομάδες από την τελευταία φορά που σου έγραψα και μπορεί να τα έχεις ξεχάσει. Που λες, βρήκα στο Internet αυτή τη δουλειά σαν πωλητής, πήγα σε συνέντευξη, με πήραν και για δεύτερη συνέντευξη, και την επόμενη μέρα ξεκίνησα την εκπαίδευσή μου. Εκεί ακριβώς σε είχα κόψει. Πάμε παρακάτω, λοιπόν.

Η δουλειά μου ήταν να πηγαίνω σε σπίτια σε προκαθορισμένες περιοχές, να χτυπάω τα κουδούνια και να προσπαθώ να πείσω τους ενοίκους τους να αποκτήσουν μία υπηρεσία. Μη με ρωτήσεις τι υπηρεσία, δεν μπορώ να μπω σε λεπτομέρειες – ξέρεις, κάποια πράγματα είναι τόσο μυστικά, που δεν μπορείς να τα πεις ούτε στο ημερολόγιό σου, γιατί αν τυχόν αυτό πέσει στα χέρια του «εχθρού», τότε δε σε σώζει τίποτα. Τα ξέρω εγώ, τα είχα περάσει όταν κράταγα ημερολόγιο στον Στρατό και παραλίγο να περάσω από Στρατοδικείο όταν το ανακάλυψαν οι ανώτεροί μου. Δεν είναι ότι δεν εμπιστεύομαι εσένα, μην το πάρεις στραβά – τους άλλους είναι που δεν εμπιστεύομαι.

Όπως καταλαβαίνεις, λοιπόν, ήμουν ένας κοινός πλασιέ. Φυσικά, κανένας αξιοπρεπής πλασιέ δεν αυτοπροσδιορίζεται ως «πλασιέ». Αυτοαποκαλούμασταν «συνεργάτες», που είναι πολύ πιο μουράτο και πολύ πιο εμψυχωτικό για κάποιον που κάνει αυτήν τη δουλειά. Αν και, όπως έμαθα αργότερα, αυτός ο αυτοπροσδιορισμός δεν είχε την παραμικρή επίδραση σε οποιονδήποτε άλλο πέρα από εμένα.

Η εκπαίδευση δεν ήταν τίποτα το δύσκολο. Το μόνο που χρειαζόταν ήταν να δώσω ένα μικρό τεστάκι, ώστε να φανεί ότι έχω καταλάβει τα θεωρητικά, να μάθω ένα «ποιηματάκι», εν είδει εισαγωγής στον πελάτη, και να έχω μονίμως ένα χαμόγελο μέχρι τ’αυτιά. Το χαμόγελο ήταν το πιο εύκολο απ’όλα – και μόνο το γεγονός ότι είχα κάτι να κάνω εκτός από το να σαπίζω όλη μέρα σε ένα κρεβάτι ήταν αρκετό για να μοιάζω με τον Τζόκερ χωρίς το μακιγιάζ. Το αφεντικό της εταιρείας είχε δίκιο: Δεν χρειαζόταν τίποτα άλλο για να κάνεις αυτή τη δουλειά, παρά μόνο ενθουσιασμός και θετική διάθεση. Α, και να μαθαίνεις εύκολα. Απλά πράγματα.

Τα λεφτά φαίνονταν πολύ καλά: 25 ευρώ για κάθε πώληση. Αν κατάφερνα να κάνω δύο πωλήσεις τη μέρα, θα έβγαζα πάνω από 1.200 ευρώ. Ακόμα και μία να έκανα τη μέρα, πάλι θα έβγαζα 600 ευρώ. Καθόλου άσχημα. Το θέμα ήταν αν θα κατάφερνα να πιάσω αυτούς τους στόχους και αν ήταν όλα τόσο εύκολα όσο τα περιέγραφε το αφεντικό της εταιρείας. Όμως, ήμουν διατεθειμένος να προσπαθήσω για να βγάλω αυτά τα λεφτά. Εξάλλου, δεν είχα και τίποτα καλύτερο να κάνω, οπότε άξιζε να δοκιμάσω την τύχη μου. Δεν είχα τίποτα να χάσω.

Το πρώτο πράγμα που με κέρδισε στην εταιρεία ήταν το εργασιακό περιβάλλον. Είναι πολύ σημαντικό για μένα να δουλεύω σε έναν ευχάριστο χώρο, και εκεί ο χώρος έμοιαζε με φοιτητικό πάρτυ: Δυνατή μουσική, νέοι άνθρωποι γεμάτοι θετική διάθεση, κλιματισμός (απαραίτητο αυτό) και γενικά εξαιρετικό κλίμα. Τόσο εξαιρετικό, που λίγο με ένοιαζε το ότι έπρεπε καθημερινά να αντιμετωπίζω τον παραδοσιακό μου εχθρό, το πρωινό ξύπνημα. Όταν ξέρεις ότι ξυπνάς για να πας σε ένα πάρτυ, είναι πολύ πιο εύκολο να ξεκολλήσεις από το κρεβάτι.

Μετά από μερικές μέρες θεωρητικής εκπαίδευσης, ήρθε η ώρα να βγω και στους δρόμους, ξυρισμένος και ντυμένος στην τρίχα: Πουκάμισο, γραβάτα (δεμένη από τον πατέρα μου, γιατί εγώ ακόμα δεν ξέρω πώς να τη δένω, και δε βλέπω να μαθαίνω σύντομα – εδώ μου πήρε κάτι χρόνια να μάθω να δένω τα κορδόνια μου!), λινό παντελόνι και καλά παπούτσια, για να μη νομίζουν οι άνθρωποι που θα μ’έβλεπαν ξαφνικά στην πόρτα τους ότι ήμουν ο διαρρήκτης της γειτονιάς. Μαζί με μία πιο έμπειρη κοπέλα περπατούσαμε για ώρες στην περιοχή της Κηφισιάς, ψάχνοντας υποψήφιους πελάτες. Το μεσημέρι, που σταματήσαμε για το καθιερωμένο διάλειμμα (γιατί δεν είναι και πολύ ευγενικό να χτυπάς κουδούνια στις 4 το μεσημέρι, και ακόμα κι αν σου ανοίξει ο άλλος, πιο πιθανό είναι να σε πάρει στο κυνήγι με την καραμπίνα, παρά να αγοράσει αυτό που προωθείς), είχα απελπιστεί. Ελάχιστοι μας είχαν ανοίξει την πόρτα, κι απ’αυτούς οι περισσότεροι ήταν εντελώς αρνητικοί σε αυτό που τους προσφέραμε. Πίστευα ότι δεν θα μπορούσα ποτέ να τα καταφέρω σ’αυτήν τη δουλειά. Ωστόσο, το απόγευμα τα πράγματα ήταν αισθητά καλύτερα. Οι περισσότεροι είχαν επιστρέψει από τις δουλειές τους και μας άνοιγαν τις πόρτες, ενώ πολλοί από αυτούς ήταν χαλαροί και πρόθυμοι τουλάχιστον να ακούσουν τι είχαμε να τους προσφέρουμε πριν μας κλείσουν την πόρτα κατάμουτρα. Μπορεί και πάλι να μην κάναμε πώληση, αλλά η ψυχολογία μου ήταν σαφώς καλύτερη.

Μετά από 4-5 μέρες, στις οποίες βγήκα σε τρεις διαφορετικές περιοχές με τρία διαφορετικά παιδιά από την εταιρεία, ήρθε η ώρα μου να αναλάβω μια δική μου περιοχή. Ήμουν ενθουσιασμένος. Πίστευα ότι θα μπορούσα άνετα να πετύχω τον στόχο μου, μετά από τόση εκπαίδευση. Αλλά φευ: Η πρώτη μέρα πέρασε και δεν άγγιξε. Δεν απογοητεύτηκα καθόλου, γιατί ήταν απλά η πρώτη μέρα. Η δεύτερη μέρα έκλεισε επίσης με μηδενικό. Και πάλι δεν απογοητεύτηκα, γιατί ήμουν ακόμα στην αρχή. Την τρίτη μέρα πανικοβλήθηκα λίγο – τρεις μέρες θα έπρεπε να είναι αρκετές για να «ανοίξω λογαριασμό», και το γεγονός ότι έμοιαζα με τον Βέγγο στον «φαλακρό πράκτορα 000» ήταν άκρως ανησυχητικό.

Μετά από μια άκρως ανακουφιστική Κυριακή (μετά από 6 ημέρες εξοντωτικής ορθοστασίας), η επόμενη εβδομάδα με βρήκε να χτυπάω κουδούνια στο Αιγάλεω, όπου δεν είχα ξαναπάει ποτέ στη ζωή μου. Η πρώτη μέρα ήταν και εκεί απογοητευτική, με το κοντέρ να γράφει και πάλι «0». Και πάνω που είχα αρχίσει να χάνω τις ελπίδες μου (και μια φορά παραλίγο και τις αισθήσεις μου, λόγω της ανυπόφορης ζέστης), εμφανίστηκε μια άγια γυναίκα, την οποία και κατάφερα να πείσω να αγοράσει την υπηρεσία! Ναι, είχα μόλις πετύχει την πρώτη μου πώληση! Ήμουν περήφανος, ήμουν ενθουσιασμένος, ήμουν κατά 25 ευρώ πλουσιότερος!

Έμεινα όλη την εβδομάδα στο Αιγάλεω, και δεν κατάφερα να κάνω άλλη πώληση. Είμαι και γκαντέμης: Σε μία από τις πολυκατοικίες που είχε η περιοχή μου έμενε ένας θείος μου (δεν είχα ιδέα ότι έμενε εκεί), όμως ούτε σε αυτόν κατάφερα να πουλήσω την υπηρεσία, επειδή την είχε ήδη! Είχα αρχίσει να το ξανασκέφτομαι. Μήπως τελικά δεν έκανα γι’αυτήν τη δουλειά; Μήπως είχε γίνει υπερβολικά κουραστική, με σχεδόν 12 ώρες τη μέρα στους δρόμους με 40 βαθμούς Κελσίου; Μήπως είχε αρχίσει να γίνεται λίγο ασύμφορη, αφού είχα ημερήσια έξοδα πάνω από 5 ευρώ τη μέρα και έσοδα 25 ευρώ σε δύο βδομάδες; Η αλήθεια είναι ότι δε σκόπευα να παραιτηθώ, αφ’ενός επειδή αυτό θα σήμαινε ότι θα επέστρεφα στη βαρετή ζωή του ανέργου (και στη συγγραφή αυτού του ημερολογίου – χωρίς παρεξήγηση), και αφ’ετέρου επειδή είμαι υπερβολικά εγωιστής για να αποδεχθώ από μόνος μου ότι δεν είμαι ικανός να κάνω το οτιδήποτε και να φύγω σαν αποτυχημένος. Εξάλλου, η παρέα των άλλων παιδιών της εταιρείας ήταν τόσο ευχάριστη, που θα άξιζε να μείνω μόνο και μόνο για να τους βλέπω κάθε μέρα. Αλλά το σαράκι είχε μπει στο μυαλό μου, και είχε αρχίσει να τρέφεται με φόβους και αρνητικές σκέψεις.

Χθες άλλαξα και πάλι περιοχή, η οποία έμελλε να είναι και η τελευταία μου. Μεταφέρθηκα στην Αγία Παρασκευή. Ωραία περιοχή, πάντα την είχα σε εκτίμηση. Η χθεσινή μέρα ήταν κάπως δύσκολη. Πολλοί δε μου άνοιγαν την πόρτα, λες και ο διαρρήκτης θα ερχόταν στην πόρτα τους με γραβατούλα και θα χτυπούσε ευγενικά και το κουδούνι για να μπει μέσα. Επιπλέον, κάποιες πολυκατοικίες απαγόρευαν ρητώς την είσοδο «μικροπωλητών και διαφημιστών» στους χώρους τους. Και καλά, μικροπωλητής σίγουρα δεν ήμουν, αλλά διαφημιστής; Πήρα τηλέφωνο κάποια από τα παιδιά και μου είπαν ότι και σε αυτές τις περιπτώσεις έπρεπε να μπω κανονικά στην πολυκατοικία, κι άμα με έβριζε κανένας, απλά σηκωνόμουν κι έφευγα. Δεν το έκανα. Φοβήθηκα. Όχι ότι θα φώναζε κανείς την Αστυνομία – σιγά μη μου ρίχνανε και ισόβια. Αλλά όταν ο άλλος σου απαγορεύει ξεκάθαρα να μπεις στο σπίτι του, δε θέλει και λίγο θράσος για να τον αγνοήσεις ελαφρά τη καρδία και να χτυπήσεις κανονικά την πόρτα του σαν να μην τρέχει τίποτα; Ε, εγώ αυτό το θράσος δεν το είχα. Και ούτε θα το αποκτήσω ποτέ.

Η χθεσινή μέρα τέλειωσε κι αυτή χωρίς πώληση, ταΐζοντας γενναιόδωρα το σαράκι του μυαλού μου με μαύρες σκέψεις. Όμως και πάλι, ήμουν αποφασισμένος να παλέψω και να μείνω στην εταιρεία. Τι λες να άλλαξε, λοιπόν, μέσα σε μία μέρα; Θα σου πω αμέσως.

Η σημερινή μέρα ξεκίνησε καλά. Μπορεί ολόκληρο το πρωί να μην κατάφερα να πείσω κανέναν, όμως όλοι όσοι μου άνοιξαν την πόρτα ήταν φιλικοί και θετικοί άνθρωποι – τουλάχιστον, η ψυχολογία μου διατηρήθηκε σε ικανοποιητικά επίπεδα. Το μεσημέρι, λίγο πριν από τις 3, χτύπησα σε ένα διαμέρισμα. Μου άνοιξε μια μεγάλη γυναίκα, της εξήγησα τι πρόσφερα, αρνήθηκε ευγενικά και έκλεισε την πόρτα. Μετά από λίγο, κι ενώ ήμουν έτοιμος να κατέβω στον κάτω όροφο, η πόρτα άνοιξε ξανά, και ένας έξαλλος νεαρός (προφανώς ο γιος της) μου ζητούσε εξηγήσεις για το ακατάλληλο της ώρας. Του έδειξα την κάρτα μου και του είπα την αλήθεια: Ότι η εταιρεία απαιτούσε να χτυπάμε κουδούνια μέχρι τις 3.30, αλλά εγώ στις 3 σταματούσα, γιατί δεν το θεωρούσα σωστό. Του είπα ότι έτσι κι αλλιώς εκείνη την ώρα τελείωνα και δεν θα χτυπούσα άλλο κουδούνι. Μάλλον με λυπήθηκε, γιατί δεν είπε τίποτα παραπάνω, απλά μου έδωσε την κάρτα μου και έκλεισε την πόρτα. Φυσικά, έφυγα τρέχοντας από την πολυκατοικία και έκατσα σε ένα κοντινό παγκάκι μέχρι να πάει 3.30 και να κάνω και επισήμως διάλειμμα.

Ωστόσο, αυτό το συμβάν δε με επηρέασε και τόσο πολύ, γιατί ούτε άσχημα μου φέρθηκε ο άνθρωπος, ούτε και είχε άδικο σε αυτά που είπε. Το τελειωτικό χτύπημα ήρθε το απόγευμα.

Κατά τις 6, βρέθηκα σε μία άλλη πολυκατοικία, από την οποία είχα περάσει και το πρωί. Είχα μιλήσε με αρκετούς από τους ενοίκους της, οι περισσότεροι εκ των οποίων μου έκλεισαν ευγενικά την πόρτα στα μούτρα. No hard feelings, όμως, κι έτσι άρχισα να χτυπάω τα εναπομείναντα κουδούνια. Σε ένα από αυτά μου απάντησε η διαχειρίστρια της πολυκατοικίας, η οποία μου είπε να ανέβω στον όροφό της να της εξηγήσω τι ακριβώς έκανα. Ανέβηκα με το ασανσέρ και βρέθηκα μπροστά στο αρχέτυπο της διαχειρίστριας: Χοντρή, 50άρα, με ρόμπα και πασουμάκια. Και με δολοφονικό βλέμμα. Της εξήγησα ευγενικά τι έκανα, και αυτή συνέχισε να με κοιτάει λες και της είχα πει ότι ήθελα να βιάσω τις κόρες της. Κατόπιν, με «έλουσε» με έξοχα κοσμητικά επίθετα, μπήκε μαζί μου στο ασανσέρ, με κατέβασε στο ισόγειο και με πέταξε έξω από την πολυκατοικία, σπρώχνοντάς μέ ελαφρά στην πλάτη. Η εξώπορτα έκλεισε πίσω μου με δύναμη, κι εγώ έμεινα να αναρωτιέμαι από πού είχε έρθει αυτός ο αδέσποτος μετεωρίτης που είχε προσκρούσει στο κεφάλι μου.

Ένιωσα απαίσια. Η δουλειά του πωλητή είναι ούτως ή άλλως δύσκολη, αλλά κάτι τέτοιοι τύποι την κάνουν ανυπόφορη. Δε μου είχε φερθεί απλά άσχημα (και δεν θα ήταν η πρώτη, άλλωστε). Μου είχε φερθεί σαν σκουπίδι που το είχαν πετάξει μπροστά στην πόρτα της, κι αυτή απλά το κλώτσησε να φύγει μακριά. Νομίζω ότι μέσα μου έκλαψα εκείνη την ώρα, αλλά ήμουν υπερβολικά εγωιστής για να κλάψω και απ’έξω. Έκατσα σε ένα παγκάκι για να συνέλθω. Μετά από ένα τέταρτο, δεν είχα συνέλθει ακόμα. Και τότε ήταν που αποφάσισα ότι δεν θέλω να κάνω μια δουλειά που η κάθε μαλακισμένη διαχειρίστρια μπορεί να κοιτάζει αφ’υψηλού και να με αντιμετωπίζει σαν πατημένο σκυλοκούραδο. Δε μου αξίζει αυτό – σε κανέναν δεν αξίζει. Εκτός ίσως από την συγκεκριμένη διαχειρίστρια, στην οποία εύχομαι ολόψυχα κάποια μέρα να αναγκαστεί (όπως εγώ) να κάνει αυτήν τη δουλειά και να τύχει της ίδιας αντιμετώπισης από κάποια σκρόφα του δικού της βεληνεκούς.

Δεν μπήκα σε άλλη πολυκατοικία. Πήρα τον φάκελό μου και έφυγα με προορισμό το σπίτι μου. Λίγο αργότερα, έστειλα στο αφεντικό της εταιρείας SMS, όπου τον ενημέρωνα ότι παραιτούμαι. Δε μου απάντησε τίποτα. Και το εκτίμησα ιδιαίτερα αυτό, γιατί σιχαίνομαι τους αποχαιρετισμούς. Αύριο θα πάω από τη ρεσεψιόν της εταιρείας να παραδώσω την κάρτα μου και τον φάκελό μου. Και αυτό θα είναι το επίσημο τέλος της σύντομης περιπέτειάς μου στις πωλήσεις και η αρχή μιας νέας, λαμπρής περιόδου ανεργίας.

Πάντως, το πρόσημο ήταν θετικό. Έμαθα χρήσιμα πράγματα (όπως λέει και η Δ., «οι πωλήσεις είναι σχολείο, κι εγώ θέλω να μάθω»), έγινα πιο κοινωνικός, γνώρισα καταπληκτικά παιδιά (ήδη μου λείπει η παρέα τους), έχασα 3 κιλά από το περπάτημα και έβγαλα και 25 ολόκληρα ευρώ, τα οποία δεν ξέρω που θα επενδύσω ακόμα. Κάτι άκουσα ότι έχει πέσει το Χρηματιστήριο, θα πάω να αγοράσω καμιά μετοχή.

Και τώρα, ξεκούραση. Πατάω επιτέλους τον διακόπτη off που έχω κρυμμένο στο πίσω μέρος του κεφαλιού μου και βάζω τις μπαταρίες μου στον φορτιστή, μέχρι να πάρουν αρκετή ενέργεια. Και από αύριο, επιστρέφω στην αναζήτηση εργασίας. Και φυσικά, επιστρέφω στο ημερολόγιό μου. Ναι, το ξέρω ότι δε σου έλειψα καθόλου. Αλλά κάπου πρέπει να τα λέω κι εγώ, αλλιώς θα σκάσω.

Καληνύχτα και καλώς σε ξαναβρήκα. Τώρα που μπαίνει και ο Αύγουστος, δε βλέπω να με ξεφορτώνεσαι σύντομα. Έλα, μην κλαις. Θα περάσει κι αυτό κάποτε.

Advertisements