Αγαπητό ημερολόγιο,

είναι κάποιες μέρες που πραγματικά δεν θες να σηκωθείς από το κρεβάτι. Μέρες που, αντί να σηκωθείς και να αντιμετωπίσεις τον κόσμο, προτιμάς να αλλάξεις πλευρό και να πέσεις να ξανακοιμηθείς. Μέρες που εκλιπαρείς τη μαμά σου να σου χαρίσει 5 λεπτά ύπνου ακόμα, μέχρι να συνειδητοποιήσεις ότι δεν είσαι 8 χρονών, η μαμά σου δεν είναι εκεί, και το ξυπνητήρι δεν νιώθει κανέναν οίκτο για τη νύστα σου. Είχα ξεχάσει πώς μοιάζουν αυτές τις μέρες, αφού εδώ και μήνες ξυπνάω ό,τι ώρα θέλω, κι έτσι το ξυπνητήρι μού είναι τόσο χρήσιμο, όσο ένας παγοκόφτης σε έναν βεδουίνο. Τα καλά της ανεργίας, βλέπεις.

Σήμερα, όμως, ήταν αλλιώς τα πράγματα. Έπρεπε να ξυπνήσω στις 11, δηλαδή αξημέρωτα (για τα δικά μου δεδομένα), ώστε να είμαι εγκαίρως στο δεύτερό μου interview στην μυστηριώδη εταιρεία με την οποία είχα μπλέξει. Η αλήθεια είναι ότι το ξυπνητήρι κατέβαλε ιδιαίτερα φιλότιμες προσπάθειες να με σηκώσει στην ώρα μου, όμως αντιστάθηκα σθεναρά. Μπορεί να κέρδισε τη μάχη ξυπνώντας με, αλλά δεν μπορούσε να κερδίσει τον πόλεμο, ενάντια στο παγκόσμιας κλάσης χουζούρεμά μου. Ωστόσο, όλοι οι πόλεμοι κερδίζονται με κάποιον Εφιάλτη, και στη δική μου περίπτωση ο προδότης ήταν το ίδιο μου το δεξί πόδι, που εντελώς απροειδοποίητα έπαθε κράμπα, αναγκάζοντάς με να σηκωθώ με αστραπιαίες κινήσεις από το κρεβάτι, την ώρα που το ξυπνητήρι αναφωνούσε θριαμβευτικά «ΑΕΡΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ». Για να είμαι ειλικρινής, δεν είμαι σίγουρος αν όλα αυτά έγιναν όντως ή τα είδα στον ύπνο μου, αλλά το μόνο σίγουρο είναι πως η κράμπα ήταν πραγματική, γιατί ακόμα πονάει το πόδι μου. Και, όπως λέει και μια κινέζικη παροιμία, «η κράμπα είναι ο διακριτικός τρόπος του Θεού να σου πει ότι ήρθε η ώρα να ξυπνήσεις».

(εντάξει, ψέματα λέω, δεν είναι κινέζικη παροιμία, από το μυαλό μου το έβγαλα μόλις τώρα. Αλλά μη μου πεις ότι δεν ψάρωσες. Έχει πλάκα: Ακόμα κι αν πεις ότι, σύμφωνα με μια κινέζικη παροιμία, μία κοτρώνα αξίζει χίλια χαλίκια, ο άλλος θα σου απαντήσει «πωωωωωωωωωωωωω, πολύ βαθυστόχαστο! Τι σοφοί που ήταν αυτοί οι Κινέζοι, ρε παιδί μου…». Δοκίμασέ το και θα με θυμηθείς. Κάπως έτσι έκανε καριέρα κι ο Κοέλιο, τι νομίζεις;)

Ντύθηκα σαν γαμπρός, πλακώθηκα στο αποσμητικό και το άρωμα, ξυρίστηκα καλά – νομίζω ότι όλα αυτά είχα να τα κάνω από το πρώτο μου ραντεβού με κοπέλα, στο Λύκειο. Βέβαια, η διαφορά ήταν ότι τότε προετοιμαζόμουν κατάλληλα για να απαυτώσω, ενώ τώρα προετοιμαζόμουν για να με απαυτώσουν. Αλλά δε βαριέσαι, όλα μια συνήθεια είναι.

Οι οδηγίες από το τηλέφωνο ήταν σαφείς: «Φέρε και κάτι για να κρατάς σημειώσεις». Πήρα ένα παλιό τετράδιο, που είχα να το χρησιμοποιήσω από τότε που ήμουν φοιτητής (και όταν λέω «χρησιμοποιήσω», εννοώ «κουβαλήσω μόνο και μόνο για να δείχνω ότι δεν είμαι τουρίστας») και ένα στιλό που χρησίμευε μόνο για τα sudoku που λύνω περιστασιακά, απλά για να βεβαιώνομαι κάθε τόσο ότι μου έχουν απομείνει έστω και λίγα ζωντανά εγκεφαλικά κύτταρα, και έφυγα από το σπίτι.

Όπως συνήθως, έφτασα νωρίτερα στον προορισμό μου και, όπως συνήθως, έκανα μια βόλτα γύρω από την εταιρεία για να δω τι υπήρχε στην ευρύτερη περιοχή. Εντόπισα ένα ψιλικατζίδικο, ένα βιβλιοπωλείο, ένα μαγαζί με νεανικά ρούχα και μια ανορθόγραφη πιτσαρία, καθώς και πολλά γκραφίτι στους τοίχους. Επίσης, ανακάλυψα μια εναλλακτική διαδρομή, χάρη στην οποία μπορούσα να αποφύγω την εξοντωτική ανηφόρα που οδηγούσε στο κτίριο της εταιρείας, καθώς και ένα μικρό παρκάκι, όπου κάθησα να ξαποστάσω μετά το σκαρφάλωμα της εν λόγω ανηφόρας. Και όταν πια είχα στεγνώσει από τον ιδρώτα, πήρα το δρόμο για το interview.

Όταν έφτασα στη ρεσεψιόν, ήταν ήδη εκεί άλλοι τρεις «αντίπαλοι», δύο κοπέλες και ένας άνδρας. Τη μία από τις κοπέλες την αναγνώρισα, είχαμε μπει μαζί και στην προχθεσινή συνέντευξη. Οι άλλοι δύο μου ήταν παντελώς άγνωστοι. Και επειδή το να ανοίγω κουβέντες με αγνώστους δεν ήταν ποτέ το φόρτε μου, προτίμησα να ανοίξω ένα από τα περιοδικά που βρίσκονταν πάνω στο τραπέζι και να προσποιηθώ ότι με ενδιέφερε ένα άρθρο, δείχνοντας απορροφημένος. Ούτε καν θυμάμαι τι διάβαζα. Πού και πού έριχνα κλεφτές ματιές γύρω και έβλεπα τους άλλους να προσπαθούν μάταια να ανοίξουν κάποια συζήτηση της προκοπής, και κατόπιν να επιδίδονται με ζήλο στην πατροπαράδοτη τοιχανάλυση, την οποία σου είχα αναλύσει και προχθές.

Μετά από λίγα λεπτά εμφανίστηκε το αφεντικό της εταιρείας, μάς χαιρέτησε όλους ξεχωριστά δια χειραψίας και μάς οδήγησε στην ίδια αίθουσα όπου είχε γίνει και η πρώτη συνέντευξη. Καθήσαμε στις άβολες καρέκλες (οι οποίες προφανώς ήταν εργονομικά σχεδιασμένες ειδικά για ανθρώπους που δεν έχουν καθόλου κώλο) και ξεκίνησε η διαδικασία. Η οποία δεν ήταν καθόλου «συνέντευξη» – στην πραγματικότητα ήταν ένας μονόλογος του αφεντικού για το πόσο γαμάτη και φοβερή είναι η δουλειά που προσφέρει (είναι εντυπωσιακό το πόσο όμορφα μπορεί να περιγράψει κάποιος τη δουλειά του πλασιέ, αν θέλει), και πόσο εύκολο και σίγουρο είναι ότι ο καθένας μπορεί να βγάζει 1.500 ευρώ το μήνα, και πόσο απίστευτες επιτυχίες έχει καταγράψει η εταιρεία του, με λίγα μόνο διαλείμματα για ερωτήσεις του τύπου «τι σου άρεσε από αυτά που άκουσες;» και «ωραίο δεν είναι;».

Επί μία ώρα περίπου τον άκουγα να περιγράφει έναν εργασιακό παράδεισο, όπου όλοι περνούσαν καλά, έβγαζαν τρελά λεφτά και κάθε τόσο έπαιρναν σημαντικές προαγωγές. Και στο μυαλό μου είχα μόνο μια απορία: «ΟΚ, ποια είναι η παγίδα;». Δεν τολμούσα να τον ρωτήσω, βέβαια, αλλά κατά βάθος ήξερα ότι υπήρχε μια παγίδα πίσω από το λαχταριστό κομμάτι τυρί που έβλεπα. Κι όμως, ακόμα κι έτσι, ήμουν τόσο πεινασμένος που δεν είχα αντίρρηση να ρισκάρω να πιαστώ σ’αυτήν την παγίδα, προκειμένου να φάω κι εγώ λίγο τυράκι.

Κρατούσα σημειώσεις απ’όσα έλεγε, αν και οι περισσότερες από αυτές ήταν απλοί πολλαπλασιασμοί χρημάτων επί μέρες, επί εβδομάδες, επί μήνες, επί χρόνια. Ήταν φανερό το πώς είχε φτάσει πριν τα 25 του χρόνια να έχει δική του εταιρεία: Είχε φοβερό ταλέντο στο να «πλασάρει» πράγματα. Και ήταν τόσο καλός σε αυτό που, αν και ήξερα ότι ήταν αδύνατο να είναι όλα τόσο τέλεια όσο τα περιέγραφε, σχεδόν είχα πειστεί από την ρητορεία του.

Όταν τελείωσε η διαδικασία, μας πήρε έναν-έναν ξεχωριστά στο γραφείο του για να μας μιλήσει ιδιαιτέρως. Εμένα με άφησε τελευταίο – δεν ήξερα αν αυτό ήταν καλό ή κακό. Όταν ήρθε η σειρά μου, μού έκανε μόνο μία ερώτηση: Γιατί να επενδύσει σε μένα; Του απάντησα ότι μαθαίνω γρήγορα. είμαι φιλότιμος και έχω πολλή όρεξη για δουλειά. Ήταν μια απάντηση εντελώς κλισέ, σαν αυτές που δίνουν οι υποψήφιες των καλλιστείων στη φάση των ερωτήσεων, προσπαθώντας εις μάτην να αποδείξουν ότι έχουν και κάτι άλλο να επιδείξουν, εκτός από ωραία βυζιά. Ε λοιπόν, αν συμμετείχα στα καλλιστεία (και είχα βυζιά), θα αναδεικνυόμουν Σταρ Ελλάς, γιατί φάνηκε να ικανοποιήθηκε από την απάντησή μου.

Πράγματι, μια ώρα αργότερα μου τηλεφώνησε και μου είπε να πάω αύριο το απόγευμα ξανά στην εταιρεία, ώστε να ξεκινήσω την απαιτούμενη εκπαίδευση. Ξέρεις τι σημαίνει αυτό, αγαπητό μου ημερολόγιο;…Τι είπες;…Ότι επιτέλους βρήκα δουλειά;…Α, ναι, κι αυτό…Αλλά βασικά εγώ εννοούσα ότι αύριο δεν θα χρειαστεί να ξυπνήσω αξημέρωτα! YES!!!

Λοιπόν, μόλις μια εβδομάδα αφού ξεκίνησα να σου γράφω τις σκέψεις μου, βρήκα δουλειά. Αυτό σημαίνει ότι μου έφερες γούρι, υποθέτω. Αλλά επίσης σημαίνει ότι πρέπει να σταματήσω να σου γράφω. Η παρέα σου ήταν εξαιρετική, όμως θα πρέπει να σε αποχωριστώ. Πάντως, μη βάλεις και τα κλάματα. Κάτι μου λέει ότι δεν θα κρατήσει για πολύ αυτό, και ότι σύντομα θα επιστρέψω στις σελίδες σου για να βρω παρηγοριά από την δυσβάσταχτη πραγματικότητά μου.

Καληνύχτα, και μην ξεχνάς εκείνη την κινέζικη παροιμία που λέει: «Ποτέ δεν ξέρεις τι θα γίνει στο τέλος της ταινίας, εκτός κι αν παίζει ο Τσακ Νόρις».

(έλα, παραδέξου ότι την πάτησες πάλι με την κινέζικη παροιμία…Α, το κατάλαβες αυτή τη φορά, ε; Κρίμα, δεν πιάνει πάντα.)

Advertisements