Αγαπητό ημερολόγιο,

πιστεύω ακράδαντα ότι ο καθένας από εμάς έχει ταλέντο σε κάποια πράγματα και είναι απολύτως ανίκανος σε κάποια άλλα. Για να μιλήσω για τον εαυτό μου, μπορώ να πω ότι είμαι εξαιρετικά ταλαντούχος, παραδείγματος χάριν, στο πρωινό χουζούρεμα – και θα ήθελα σε αυτό το σημείο να καταγγείλω την κατάπτυστη στάση της Διεθνούς Ολυμπιακής Επιτροπής που επιμένει να μην εντάσσει το πρωινό χουζούρεμα στο πρόγραμμα των Ολυμπιακών Αγώνων και μου στερεί την ευκαιρία να στεφθώ κι εγώ κάποτε Ολυμπιονίκης και να δηλώνω μετά υπερήφανος για το ελληνικό DNA που πάντα κερδίζει σε τέτοιου τύπου αγωνίσματα. Αλλά σε κάποια άλλα πράγματα είμαι τόσο ανίκανος, που ακόμα και ένας τετραπληγικός ιπποπόταμος με σύνδρομο Down θα τα κατάφερνε καλύτερα. Και ένα από αυτά είναι οι συνεντεύξεις για δουλειά.

Θα μπορούσα να γράψω βιβλίο με τις γκάφες που κατά καιρούς έχω κάνει σε συνεντεύξεις, με τίτλο «100+1 τρόποι να ΜΗΝ πάρετε τη δουλειά». Δεν ξέρω ποιος θα ενδιαφερόταν να το διαβάσει, αφού ο κόσμος συνήθως πηγαίνει σε συνεντεύξεις για να πάρει τη δουλειά, και όχι για να ακούσει το κλασικό «θα σας τηλεφωνήσουμε», που είναι το επαγγελματικό αντίστοιχο του «θα σου τηλεφωνήσω» που λέει ο τύπος που κάνει one night stand με μια άγνωστη, και μετά εξαφανίζεται από προσώπου γης.

Με αυτήν περίπου την ψυχολογία ξεκίνησα σήμερα για τη συνέντευξη που είχα το μεσημέρι. Την ψυχολογία της ποδοσφαιρικής ομάδας που προέρχεται από 15 συνεχόμενες ήττες και οι παίκτες της κατά βάθος ελπίζουν ότι στο επόμενο ματς ίσως να σταματήσουν το σερί, αλλά στην πραγματικότητα ξέρουν ότι η επόμενη συντριβή τους περιμένει στη γωνία.

Το κυρίαρχο πρόβλημά μου είναι πάντα η ενδυμασία. Πώς πας ντυμένος σε μία συνέντευξη; Να μια ερώτηση για την οποία κανένα πανεπιστήμιο δε σου δίνει την απάντηση. Να βάλω εκείνο το ακριβό πουκάμισο που φόρεσα μία και μοναδική φορά στην αποφοίτηση, μαζί με το (μοναδικό) λινό μου παντελόνι; Μπααααα, θα φαινόταν πολύ «ακριβό» και δεν θα ήμουν καθόλου ο εαυτός μου. Από την άλλη, άμα ήμουν ο εαυτός μου σε κάθε συνέντευξη, τότε είναι που θα είχα χάσει το παιχνίδι πριν ακόμα προλάβω να πω «καλημέρα» στον συνεντευξιάζοντα. Ναι, ξέρω ότι γενικά στις συνεντεύξεις «πρέπει να είσαι ο εαυτός σου», αλλά αυτό ισχύει για τους φυσιολογικούς ανθρώπους – στην περίπτωσή μου, πρέπει να είμαι οτιδήποτε άλλο εκτός από τον εαυτό μου, αν θέλω να διατηρήσω κάποιες ελπίδες πρόσληψης.

Τελικά, έκανα κάτι ενδιάμεσο: Έβαλα ένα polo σε μια ζωηρή, ροδακινί απόχρωση (κάπου έχω διαβάσει ότι τα έντονα χρώματα κάνουν καλή εντύπωση στον υποψήφιο εργοδότη, αλλά δεν το έχω επιβεβαιώσει ακόμα εμπειρικά) και το λινό παντελόνι. Πρέπει να έμοιαζα σαν off-season καρνάβαλος, αλλά ας έπαιρνα τη δουλειά, και θα κυκλοφορούσα όλη μέρα με στολή κλόουν αν χρειαζόταν.

Η εταιρεία όπου είχα συνέντευξη ήταν στο κέντρο της Αθήνας, κι έτσι το να πάω μέχρι εκεί με αυτοκίνητο θα ισοδυναμούσε με απόπειρα αυτοκτονίας, και μάλιστα με αρκετά μεγάλη πιθανότητα επιτυχίας. Γι’αυτό και πήγα με το μετρό. Βέβαια, μέχρι να φτάσω στον σταθμό του μετρό έπρεπε να περπατήσω μισή ώρα μέσα στον καυτό ήλιο, κι αυτό γιατί σήμερα είχαν απεργία τα λεωφορεία. Καταλαβαίνεις, λοιπόν, ότι μέχρι να μπω στο μετρό είχα εκκρίνει τέτοιες ποσότητες ιδρώτα, που άμα τον πούλαγα μισό ευρώ το λίτρο, θα γινόμουν πλούσιος. Αλλά επειδή κανένας δεν ενδιαφερόταν να τον αγοράσει, αναγκάστηκα να τον κρατήσω εγώ, με αποτέλεσμα, όταν έφτασα στον προορισμό μου, να μοιάζω λες και είχα μόλις βγει από τη θάλασσα και έψαχνα απεγνωσμένα να βρω πού είχα παρκάρει τα πράγματά μου για να σκουπιστώ.

Επιπλέον, οι οδηγίες για το πώς θα πήγαινα στην εταιρεία φαινόντουσαν εξαιρετικά σαφείς: «Περνάτε απέναντι, προχωράτε ευθεία, στο τέταρτο στενό στρίβετε αριστερά και θα το δείτε μπροστά σας». Ωστόσο, είχαν ξεχάσει να αναφέρουν κάτι πολύ σημαντικό. Γιατί, αν ήταν πραγματικά ακριβείς, θα έγραφαν: «Περνάτε απέναντι, προχωράτε ευθεία, ναι καλέ, εκεί, στην τεράστια ανηφόρα που χρειάζεστε σύνεργα αναρρίχησης για να την σκαρφαλώσετε, και στο τέταρτο στενό (αν καταφέρετε ποτέ να φτάσετε ως εκεί) ζητάτε από κάποιον να σας στύψει για να φύγει ο ιδρώτας, μη μας μαγαρίσετε και το μαγαζί, που θα το δείτε μπροστά σας στα αριστερά». Ξέρεις, αγαπητό μου ημερολόγιο, κάτι τέτοιες μικρές και ασήμαντες λεπτομέρειες είναι που κάνουν τη διαφορά, όπως αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι, θεωρητικά, το «καλό» και το «κακό» διαφέρουν μόσο σε ένα γραμματάκι.

Ανέβηκα στον 3ο όροφο, όπως μου είχαν πει, και εκεί βρήκα άλλους 3 σαν εμένα να κοιτάζουν με αγωνία τους τοίχους, λες και προσπαθούσαν να αποκρυπτογραφήσουν κάποιο μυστικό γραμμένο εκεί με μπλάνκο. Η γραμματέας με καλωσόρισε και μου έδωσε ένα χαρτί να συμπληρώσω. Εκτός από τα προσωπικά μου στοιχεία, υπήρχε και ένα σκέλος στο οποίο έπρεπε να βάλω σε σειρά προτεραιότητας 8 πράγματα που ζητάω να έχει μια δουλειά, όπως «χρήματα», «δυνατότητα ταξιδιών», «συνεχής εκπαίδευση» και τέτοια. Εκεί δυσκολεύτηκα λίγο, αλλά τελικά κατέληξα ότι το σημαντικότερο είναι το ευχάριστο εργασιακό περιβάλλον και το λιγότερο σημαντικό είναι οι ευκαιρίες να δείξω ηγετικό χαρακτήρα – εδώ δεν έχω καταφέρει ακόμα να επιβληθώ στο ηλίθιο σκυλί μου για να μην κατουράει στο σαλόνι, θα επιβληθώ σε καμιά δεκαριά ανθρώπους; Τα λεφτά τα έβαλα κάπου στη μέση – αν μπορούσα να ζήσω χωρίς λεφτά, θα τα έβαζα τελευταία, αλλά είναι αναγκαίο κακό. Δεν ήταν ωραία, αλήθεια, όταν τα λεφτά ήταν απλά ένα μέσο για να περνάς καλά και όχι αυτοσκοπός; Πρέπει να ήταν, αλλά δεν την πρόλαβα αυτήν την εποχή, κι ούτε βλέπω να ξανάρχεται σύντομα.

Μετά από 10 λεπτά, κι ενώ είχε προστεθεί και μια ακόμα κοπέλα στην παρέα των τοιχαναλυτών (εξηγώ για σένα που είσαι αμόρφωτο ημερολόγιο και δεν γνωρίζεις αυτόν τον επιστημονικό όρο. Τοιχανάλυση: Κλάδος της ψυχανάλυσης, ο οποίος ασχολείται με τις μύχιες σκέψεις και τα παιδικά τραύματα των τοίχων, τα οποία ο τοιχαναλυτής επιχειρεί να εντοπίσει παρακολουθώντας το αντικείμενό του προσεκτικά και για ώρα, χωρίς να κάνει τίποτε άλλο πέρα από το να ανοιγοκλείνει τα βλέφαρά του κάθε τόσο), εμφανίστηκε ένας καλοντυμένος νεαρός άνδρας, που δε χρειαζόταν να σκεφτεί κανείς πολύ για να καταλάβει ότι ήταν αυτός που θα μας έκανε τη συνέντευξη. Μας χαιρέτησε όλους, έναν-έναν, και μας οδήγησε σε μία μικρή αίθουσα, όπου υπήρχε μόνο ένα οβάλ τραπέζι με 6 καρέκλες και μια οθόνη στον τοίχο.

Καθήσαμε όλοι περιμετρικά του τραπεζιού, και τότε ήταν που κατάλαβα ότι επρόκειτο για κάτι που δε μου είχε ξανατύχει σε κανένα από τα 20κάτι interviews στα οποία είχα παραβρεθεί: Θα μας έπαιρνε συνέντευξη και στους 5 μαζί! Φυσικά, κάτι τέτοιο συνήθως είναι πολύ απαιτητικό, καθώς δεν αρκεί απλά να πλασάρεις τον εαυτό σου και να εξηγήσεις για ποιους λόγους είσαι τόσο γαμάτος που αν δε σε πάρουν στην εταιρεία θα τραβάνε τα μαλλιά τους για το κελεπούρι που άφησαν να φύγει μέσα απ’τα χέρια τους, αλλά πρέπει να πείσεις τον άλλο ότι είσαι καλύτερος κι από τα άλλα 4 ρεμάλια που θέλουν να σου φάνε τη θέση. Στην προκειμένη περίπτωση, ωστόσο, τα πράγματα ήταν πολύ πιο απλά, αφού η όλη διαδικασία δεν κράτησε πάνω από 10 λεπτά. Όσο χρειαζόταν, δηλαδή, για να μας εξηγήσει τι ακριβώς δουλειά θα έκανε ο/η τυχερός/ή που θα έπαιρνε τη δουλειά και να προλάβουμε να συστηθούμε σε στυλ «είμαι ο Θανάσης και είμαι καλά».

Για να μην τα πολυλογώ, το «ζουμί» των όσων μας είπε ο τύπος συνοψίζεται πολύ απλά στην φράση «ψάχνω για άτομα με ενθουσιασμό και όρεξη για δουλεια» που είπε δυο-τρεις φορές. Μετά τη δεύτερη φορά που την άκουσα, μου φάνηκε ότι κάτι μου θύμιζε αυτή η φράση. Έτσι, άνοιξα εκείνη την ώρα το «λεξικό διφορούμενων εννοιών» που έχω ενσωματωμένο στον εγκέφαλό μου και ανέτρεξα στο σχετικό λήμμα. Είχα δίκιο. Το λεξικό έγραφε: «Ψάχνω για άτομα με όρεξη για δουλειά = Ψάχνω για μαλάκες». Τότε κατάλαβα ότι θα ήμουν ιδανικός για αυτήν τη δουλειά.

Όταν ολοκληρώθηκε η διαδικασία, ο συνεντευξιάζων μας χαιρέτησε πάλι έναν προς έναν και μας έβαλε στο ασανσέρ, όπου, μόλις έκλεισε η πόρτα, ξεσπάσαμε και οι πέντε σε ανεξήγητα γέλια. Δεν κατάλαβα ακριβώς τι ήταν τόσο αστείο, αλλά δεν μπορώ να μη γελάσω όταν βλέπω άλλους ανθρώπους να γελάνε (ακόμα και όταν γελάνε εις βάρος μου, που δεν είναι και τόσο σπάνιο φαινόμενο), οπότε έβαλα κι εγώ τα γέλια. Μετά χαιρετηθήκαμε και τράβηξε ο καθένας τον δρόμο του γυρισμού. Δεν θα περίμενε κανείς τόσο ευχάριστη συμπεριφορά από ανθρώπους που υποτίθεται ότι διαγκωνίζονται για μια θέση στον ήλιο (αλήθεια, τι ηλίθια έκφραση, ειδικά όταν την ακούς το καλοκαίρι, που ψάχνεις τρόπο να αποφύγεις τον ήλιο). Περιμένω τηλέφωνο αύριο για να μάθω αν αποκλείστηκα στα προκριματικά ή συνεχίζω στη φάση των ομίλων.

Η υπόλοιπη μέρα κύλησε τόσο αδιάφορα, που δε θυμάμαι τίποτα. Ενδέχεται να με απήγαγαν εξωγήινοι, να πραγματοποίησαν ακατονόμαστα πειράματα πάνω μου και μετά να μου έσβησαν τη μνήμη και να με πέταξαν στο κρεβάτι μου, γιατί το επόμενο πράγμα που θυμάμαι αφού έφυγα από την εταιρεία είναι να βρίσκομαι ξαπλωμένος στο κρεβάτι μου το βράδυ. Κρίμα για τους εξωγήινους, δηλαδή, που προφανώς αναζητούσαν ένα τυπικό δείγμα γήινου και έπεσαν στην περίπτωση ενός μακρινού ξαδέλφου τους από τον γειτονικό πλανήτη, που κατά λάθος βρέθηκε στη Γη και κανείς δεν ξέρει ακόμα πώς έφτασε εκεί. Στοιχηματίζω πως το UFO τους λέγεται «S.S. Mitsotakis».

Λοιπόν, αγαπητό μου ημερολόγιο, αν είχες αρχίδια θα σου τα είχα κάνει τσουρέκια, οπότε κλείνω εδώ και σε καληνυχτίζω. Και μην ξεχνάς: Όταν η ζωή σου δίνει ένα χαστούκι, γύρνα και δώσ’της μια κλωτσιά στα απόκρυφα. Το μόνο που θα καταφέρεις θα είναι να την τσαντίσεις περισσότερο, αλλά τουλάχιστον θα το ευχαριστηθείς.

Advertisements