Αγαπητό ημερολόγιο,

ένα από τα αρκετά χόμπι με τα οποία προσπαθώ απεγνωσμένα να γεμίσω τον αφόρητα υπερβολικό ελεύθερο χρόνο που διαθέτω είναι οι βόλτες στην Αθήνα. Πηγαίνω κάθε τόσο και σε μια διαφορετική περιοχή και σουλατσάρω στους δρόμους, φωτογραφίζοντας ό,τι μου φανεί ενδιαφέρον στην πορεία με τη φωτογραφική μηχανή του κινητού μου – συνήθως συνθήματα σε τοίχους. Όταν, λοιπόν, το αγαπημένο μου χόμπι συνδυάζεται και με καλή παρέα, τότε η μέρα δεν μπορεί παρά να είναι ευχάριστη.

«Ραντεβού στη 1 στην Αττική, έξοδος Αδμήτου», έγραφε το μήνυμα του φίλου μου του Κ. Φαίνεται απίστευτο, αλλά μολονότι έχω οργώσει τους δρόμους της Αθήνας τα τελευταία χρόνια, δεν είχα κατέβει ποτέ σε εκείνο τον σταθμό του τρένου. Δεν ήξερα καν τι υπάρχει εκεί πέρα, πώς λέγονται οι γύρω περιοχές, ποιοι δρόμοι περνούν από εκεί. Όχι πως σήμερα τα έμαθα όλα αυτά, αλλά μπορώ να πω ότι έκανα μια αρχή. Και μάλιστα, έβγαλα και μια φωτογραφία: Ένα σύνθημα που έγραφε «Η οικογένεια είναι φυλακή, λευτεριά στις σχέσεις. Δεν ξέρω αν μια εικόνα αξίζει όντως χίλιες λέξεις, όπως αναφέρει το γνωστό made in China κλισέ, αλλά σίγουρα η εικόνα μια υπεραξία έναντι των λέξεων την έχει.

Συναντηθήκαμε με τον Κ. και τον Γ. στο σημείο που είχαμε συμφωνήσει. Παραδόξως, έφτασα τελευταίος – ήταν μια ευχάριστη έκπληξη, καθώς ανήκω σε αυτήν την ολιγομελή κατηγορία ανθρώπων που προτιμούν να φτάσουν στον προορισμό τους μισή ώρα νωρίτερα, παρά ένα λεπτό αργότερα, με αποτέλεσμα να έχω φάει αθροιστικά στη ζωή μου 24ωρα ολόκληρα περιμένοντας κάποιον έξω από το μετρό, παίζοντας παιχνίδια στο κινητό για να περάσει η ώρα. Και ουκ ολίγες φορές, η αναμονή ξεπέρασε τα καθιερωμένα πλαίσια, καθώς ορισμένοι δεν αρκούνται στο ακαδημαϊκό τέταρτο, αλλά παίζουν και τις καθυστερήσεις. Αλλά αυτή είναι μια πονεμένη ιστορία – ειδικά για τα πόδια μου.

Ο Κ. και ο Γ. είναι συμφοιτητές μου από τη σχολή και καλοί φίλοι. Συναντιόμαστε μια φορά στο τόσο και μιλάμε για τα δύο τοπ ανδρικά θέματα: Μπάλα και γκόμενες. Είμαστε η κλασική αντροπαρέα που θα ξεσηκώσει με τα γέλια της το μαγαζί που θα έχει την ατυχία να την φιλοξενήσει και θα αποσπάσει τα επικριτικά βλέμματα από τους παρακείμενους παππούδες, τις παρακείμενες κοπέλες, και ενίοτε από τους υπερσυντέλικους σερβιτόρους. Με άλλα λόγια, είμαστε η παρέα που λατρεύει να τη μισούν.

Ξεκινήσαμε, λοιπόν, με τα πόδια από την Αττική, περπατήσαμε για δέκα λεπτά σε δρόμους εντελώς άγνωστους για μένα, και ξαφνικά βρεθήκαμε μπροστά σε μια μεγάλη εκκλησία. Ένα ρίγος διαπέρασε το σώμα μου όταν συνειδητοποίησα ότι η εκκλησία αυτή δεν ήταν άλλη από τον διαβόητο…Άγιο Παντελεήμονα!

Το ρίγος χρειάστηκε περίπου 5 λεπτά για να διαπεράσει ολόκληρο το σώμα μου, γιατί λόγω του καθημερινού σαπίσματος τρώω περισσότερο και γυμνάζομαι λιγότερο, με αποτέλεσμα να έχω πάρει κάτι κιλά, οπότε κόλλησε για λίγο στα πατσόκοιλα. Σε αυτή τη χρονική διάρκεια, ο εγκέφαλός μου προσπαθούσε να επεξεργαστεί τα νέα δεδομένα. Βλέπεις, στο άκουσμα των λέξεων «Άγιος Παντελεήμονας», η μνήμη μου ανέσυρε την εικόνα που είχε σχηματίσει για την περιοχή από την τηλεόραση: Μια άγρια ζούγκλα του Αμαζονίου, που μόνο αν ήσουν οπλισμένος σαν αστακός θα μπορούσες να διασχίσεις χωρίς να σε ξεκοιλιάσει κάποιο από τα άγρια ζώα που ενδημούν εκεί. Ωστόσο, αυτό που έβλεπα μπροστά μου ήταν μια τυπική αθηναϊκή πλατεία, με καφετέριες, με μια παιδική χαρά, με γιαγιάδες να πίνουν αμέριμνες τον καφέ τους, με ήσυχους μετανάστες. Aποθήκευσα αμέσως τα νέα δεδομένα στη μνήμη. «Overwrite existing data?», έγραψε η οθόνη του μυαλού μου. Ναι, overwrite, απάντησα.

Ξέρω ότι ο Άγιος Παντελεήμονας δεν είναι και η καλύτερη περιοχή της Αθήνας – μπορεί και να είναι η χειρότερη, ειδικά όταν η νύχτα πέφτει στον Παντέλο. Αλλά για να πας ένα μεσημέρι και να πιεις μια λεμονίτα με 2.50 ευρώ, μια χαρά είναι.

Αγνοώντας το context της συνάντησής μας, επικεντρώθηκα στη συζήτησή μας. Ο Κ. είναι άεργος – δεν έχει δουλειά, αλλά δεν ψάχνει κιόλας. Θέλει να ξεκουραστεί και να ζήσει τη ζωή του πριν κάνει το πρώτο του βήμα στην ατραπό της επαγγελματικής ρουτίνας, όταν θα είναι πια πολύ αργά για να αλλάξει γνώμη και να κάνει όσα μπορούσε να κάνει στα 25 του και δεν τα έκανε. Ίσως θα έπρεπε να ακολουθήσω το παράδειγμά του κι εγώ, αν και είμαι απόλυτα συμφιλιωμένος με το γεγονός ότι στα 40 μου θα πάσχω από βαριά κατάθλιψη, μετανιώνοντας για όσα δεν έκανα όταν είχα τη δυνατότητα.

Ο Γ., από την άλλη, δουλεύει σε ένα site από το σπίτι του. Στέλνει κάθε μέρα κείμενα και πληρώνεται με 300 ευρώ το μήνα. Ωστόσο, από αυτά μόνο τα 90 καταλήγουν στην τσέπη του, καθώς η ασφάλιση στο ΤΕΒΕ κοστίζει 420 ευρώ το δίμηνο, άρα ουσιαστικά ο μισθός του είναι…90 ευρώ το μήνα. Ποια γενιά των 600 ευρώ και κουραφέξαλα; Αυτό είναι το μέλλον!

Το ότι καταφέρνουμε να χαμογελάμε (και, διόλου σπάνια, να χασκογελάμε) παρά τα χάλια μας είναι η μεγαλύτερη κατάκτησή μας. Είναι σαν να κοιτάζεις κατάματα τον κακό δράκο του παραμυθιού και να του λες επιδεικτικά «ΧΟΥ ΡΕ!», περιμένοντας να τρομάξει και να φύγει μακριά, πριν ανοίξει το στόμα του και σε κάνει τραγανιστό μπέικον. Αλλά μέχρι να γίνει αυτό, εμείς θα χαμογελάμε. Κόντρα σε όλους και σε όλα.

Επιστρέφοντας προς την Αττική για να πάρουμε το τρένο του γυρισμού (πώς τα γράφω ο πούστης, λες και γυρίζαμε από φαντάροι στον Έβρο!), είδα μια καφετέρια που λεγόταν «Tetris». Φαινόταν κάπως παρακμιακή, αλλά σκέφτηκα μεγαλοφώνως ότι σε αυτήν την καφετέρια θα καθόμουν μόνο και μόνο για το όνομά της, που μου θυμίζει το αγαπημένο μου παιδικό παιχνίδι, χάρη στο οποίο είχα για χρόνια εφιάλτες με τουβλάκια που πέφτανε από τον ουρανό και έπρεπε να τα τακτοποιήσω για να μη χάσω. Τότε, ο Κ. μου απάντησε: «Ναι, αλλά φαντάζεσαι να σου έφερνε την απόδειξη και να έβλεπες πάνω «Α. Τετρής»; Ξενέρωμα». Γελάσαμε όλοι δυνατά. Το γέλιο είναι το καλύτερο αντίδοτο για όλα τα δηλητήρια.

Κατόπιν όλων αυτών, γύρισα στο σπίτι, όπου η σοβαρότερη ασχολία μου ήταν να κοιτάω για ώρες τη lava lamp που μου είχε πάρει η Δ. στη γιορτή μου πέρυσι. Είναι φοβερό το πώς εντυπωσιάζομαι από κάτι τέτοια παιδιάστικα πράγματα – αν και όχι τόσο φοβερό, αν σκεφτεί κανείς ότι μερικές φορές μου’ρχεται να παίξω με τα αυτοκινητάκια μου, που τα έχω κρατήσει σε ένα κουτί για να τα δείξω κάποτε το παιδί μου και να μου πει «καλά, με τέτοιες μαλακίες παίζατε όταν ήσουν μικρός; Βάλε τώρα ένα Need For Speed Full Nitro Speed Underground 5 στο Playstation 12 να γουστάρουμε». Πάντως, αντιστέκομαι σθεναρά στον πειρασμό να ανοίξω το κουτί. Αλλά αν δε βρω δουλειά σύντομα, δεν αποκλείεται να ξανακυλήσω.

Α, είπα για δουλειά και θυμήθηκα να σου πω ότι ξέχασα το σημαντικότερο γεγονός της μέρας, που συνέβη το πρωί. Ναι, το ξέρω ότι είμαι σπαστικός που δε σου γράφω τα γεγονότα με χρονολογική σειρά, αλλά δεν είμαι καθηγητής ιστορίας, κι ούτε θα ήθελα να είμαι (είναι τυχαίο που ποτέ δεν συμπάθησα κανέναν από τους καθηγητές ιστορίας που είχα; Μάλλον όχι.).

Που λες, αυτή τη φορά το τηλέφωνό μου δε χτύπησε για να ακούσω για νιοστή φορά πόσα χρωστάω στην εταιρεία κινητής τηλεφωνίας, που μου έχει κόψει το κινητό εδώ και κάτι μήνες. Αντίθετα, ήταν από μια διαφημιστική εταιρεία, όπου είχα στείλει το βιογραφικό μου. Ναι, ρε, έχω interview αύριο! Απίστευτο; Καλά, μη σου πέσουν και τα συκώτια απ’τη χαρά. Πάλι με το βιογραφικό στο χέρι θα μείνω μάλλον. Αλλά ποτέ δεν ξέρεις.

Αύριο θα έχω νέα. Αν είναι καλά, θα σου γράψω με μπλάνκο, αλλιώς με το μαύρο στυλό. Ελπίζω να μην ξεχαστώ σαν τον άλλο τον αρχαίο μαλάκα που ξέχασε να αλλάξει τα μαύρα πανιά και έστειλε τον πατέρα του να βλέπει τα ραδίκια ανάποδα.

Καληνύχτα από έναν επαγγελματία μικροκαλλιεργητή φλούδων ελπίδων.

Advertisements