Ημέρα 2η – Φάρσα εξ ουρανού

Αγαπητό ημερολόγιο,

ξέρεις έναν τύπο που τον λένε «Γαλαξιακό Φαρσέρ»; Αυτόν που οι άλλοι τον αποκαλούν «Θεό», «Αλλάχ», «Τύχη» και με άλλα τέτοια προσωνύμια; Τον ξέρεις, ε; Οπότε θα ξέρεις και για τις πλάκες που κάνει. Που σε φέρνει μπροστά σε μια δυσάρεστη έκπληξη, εντελώς απρόσμενα, και μετά κάθεται και σε βλέπει, και σκάει στα γέλια με την αμηχανία σου και τις αντιδράσεις σου στις (συνήθως αξιοσημείωτα πρωτότυπες) φάρσες του.

Ωστόσο, καμιά φορά, προκειμένου να ευχαριστήσει με τον τρόπο του εκείνους τους κοινούς θνητούς που του προσφέρουν το περισσότερο γέλιο, τους προσφέρει και κάποια ευχάριστη έκπληξη, σαν ένδειξη ευγνωμοσύνης. Φυσικά, εγώ είμαι από τα αγαπημένα παιδιά του Γαλάξιακού Φαρσέρ, γιατί «τσιμπάω» εύκολα στις πλάκες του και πέφτω σε όλες τις παγίδες που μου στήνει, χαρίζοντάς του άφθονο γέλιο. Έτσι, σήμερα είπε να μου ανταποδώσει τη χάρη.

Όπως σου είχα πει και χτες, σήμερα το πρωί πήγα στον ΟΑΕΔ για να ανανεώσω την κάρτα ανεργίας μου. Δεν περίμενα ότι θα το έλεγα κάποτε αυτό για οποιαδήποτε δημόσια υπηρεσία, αλλά είναι πραγματική απόλαυση να συναλλάσσομαι με τον ΟΑΕΔ. Οι υπάλληλοι είναι πάντα ευγενικοί, ουρές δεν υπάρχουν, ούτε γκρινιάρηδες παππούδες που διαμαρτύρονται για τα πάντα, και η ατμόσφαιρα δε μυρίζει ξυσμένα αρχίδια. Το μόνο κακό είναι ότι πρέπει να ξυπνήσω πρωί για να κάνω την ανανέωση – καμία κατανόηση για μας που έχουμε πάρει διαζύγιο από το πρωινό ξύπνημα.

Που λες, λοιπόν, πήρα το λεωφορείο και κατέβηκα στον ΟΑΕΔ. Μαζί μου κατέβηκε και μια κοπέλα. Μπήκε κι αυτή στον ΟΑΕΔ, μπροστά μου, και πήρε χαρτάκι προτεραιότητας, αμέσως πριν από μένα. Κάθησε αυτή στη μία γωνία του χώρου αναμονής, κι εγώ στη διαμετρικά αντίθετη. Καθώς κοίταζα ανέμελα γύρω μου, περιμένοντας υπομονετικά να έρθει η σειρά μου, τα βλέμματά μας διασταυρώθηκαν. Τόση ώρα δεν είχα δει το πρόσωπό της, ούτε κι αυτή το δικό μου, και μόνο εκείνη τη στιγμή που κοιταχτήκαμε συνειδητοποιήσαμε ταυτόχρονα ότι ήμασταν παλιοί συμμαθητές στο φροντιστήριο που μας προετοίμαζε (με εντυπωσιακή αποτυχία) για τις Πανελλαδικές Εξετάσεις της Γ’ Λυκείου. Είχαμε να συναντηθούμε από τότε.

Φυσικά, ακολούθησε η παραδοσιακή ελληνική συνήθεια των φιλιών στα μάγουλα (που όσο ζω δεν θα μπορέσω ποτέ να συνηθίσω, αλλά θα συνεχίσω να την εφαρμόζω για να μη με λένε και ψηλομύτη) και τα εξίσου παραδοσιακά «τι κάνεις; Πώς είσαι;», ερωτήσεις που κάνεις πάντα σε κάποιον που έχεις να δεις πολύ καιρό, από ειλικρινές και αγνό ενδιαφέρον, προσπερνώντας το γεγονός ότι για τα προηγούμενα 20 χρόνια δεν έδινες δεκάρα για το αν ζει ή αν πέθανε. Δεν είναι κάτι κακό, είναι απλά μια κοινωνική συνθήκη – όπως το ότι δεν τεμαχίζουμε σε κομματάκια τον γείτονά μας, παρ’ό,τι τον μισούμε θανάσιμα επειδή πετάει τα σκουπίδια του στο οικόπεδό μας. Αν δεν υπήρχαν οι κοινωνικές συμβάσεις, θα είχαμε απομείνει 4-5 νοματαίοι σε ολόκληρο τον πλανήτη.

Βέβαια, η απάντηση στην ερώτηση «τι κάνεις» ήταν μάλλον αναμενόμενη, δεδομένου του χώρου στον οποίο βρισκόμασταν: «Τι να κάνω, ψάχνω». Πάνε εκείνες οι εποχές που έλεγες ένα γενικό και αόριστο «καλά» και ο άλλος πειθόταν αμέσως ότι είσαι καλά. Τώρα ΔΕΝ είσαι καλά και το δείχνεις και με το «καλημέρα».

Να μην τα πολυλογώ, είπαμε τα νέα μας (όσα προλάβαμε να πούμε μέσα σε 5 λεπτά αναμονής στον ΟΑΕΔ, 10 λεπτά αναμονής του λεωφορείου και 10 λεπτά διαδρομής με το λεωφορείο), κανονίσαμε να βγούμε για καφέ, και μάλιστα με όλη την τρελοπαρέα του φροντιστηρίου (αν τους βρούμε, δηλαδή) και μοιραστήκαμε την απόγνωσή μας. Είναι ωραίο να νιώθεις ότι ξαλαφρώνεις από ένα βάρος συζητώντας με κάποιον που αντιμετωπίζει το ίδιο πρόβλημα, έστω κι αν φορτώνεσαι κι εσύ το δικό του βάρος. Στατιστικά είναι ακριβώς το ίδιο, αλλά να που οι αριθμοί δε λένε πάντα την αλήθεια. Και αυτή είναι η απάντησή μου στον καθηγητή μου των Μαθηματικών στη Β’ Λυκείου, που αναρωτιόταν γιατί δεν ακολούθησα τη θετική κατεύθυνση, αφού τα πήγαινα τόσο καλά με τους αριθμούς. Δεν ήμουν αρκετά ετοιμόλογος τότε για να δώσω μια τεκμηριωμένη απάντηση, αλλά ποτέ δεν είναι αργά. Καλά, καμιά φορά είναι αργά.

Θα ήθελα, με την ευκαιρία που μου δίνεται μέσα από αυτό το ημερολόγιο, να εκφράσω την ευγνωμοσύνη μου στον αξιότιμο Γαλαξιακό Φαρσέρ για την ευχάριστη έκπληξη που μου επεφύλασσε σήμερα, και να του υποσχεθώ ότι θα εξακολουθήσω να πέφτω σε όλες του τις παγίδες που μου στήνει και να μην τον απογοητεύω ποτέ. Θα είμαι πάντα γι’Αυτόν ο ανυποψίαστος τύπος που ποτέ δεν καταλαβαίνει ότι το λουλούδι στο πέτο πιτσιλάει νερό, ή ότι κάθε φορά που ο άλλος προτείνει το χέρι για χειραψία κρατάει στην παλάμη του μια συσκευή ήπιου ηλεκτροσόκ. Πάντα.

Κατά τ’άλλα, ήταν μια μάλλον βαρετή μέρα. Είδα την Βραζιλία να σοδομίζει τη Χιλή στο Μουντιάλ, είδα τους πολιτικούς να εξανίστανται επειδή η Τζούλια Αλεξανδράτου έκανε νυχτερινή επιθεώρηση στο Πολεμικό Μουσείο (να μορφωθεί ήθελε ρε το κορίτσι, και γι’αυτό θα την κατηγορήσουμε πια;), είδα το Χάρο με τα μάτια μου όταν κινδύνεψα για λίγο να δω Τριανταφυλλόπουλο (ευτυχώς πρόλαβα και άλλαξα κανάλι αμέσως, πριν αρχίσω να παραλύω), διάβασα και μερικές παλιές «Βαβέλ» που έχω φυλαγμένες στο συρτάρι για ώρα ανάγκης, αυτά.

Αύριο έχει γενική απεργία, λέει. Σκέφτομαι να απεργήσω από το ημερολόγιό μου σε ένδειξη διαμαρτυρίας για κάποιον λόγο που δεν ξέρω, να καταλάβω το σπίτι μου, απαγορεύοντας σε όλους την είσοδο και την έξοδο από αυτό, απαιτώντας λύση στο πρόβλημα που δεν ξέρω ακριβώς ποιο είναι, και εκτοξεύοντας αιχμηρά συνθήματα όπως «στο ημερολόγιο την ώρα μου σκοτώνω – σκάσε γουρούνα Γιόκο Όνο». Θα συνεννοηθώ με τους υπόλοιπους συνδικαλιστές και θα σου ανακοινώσω την απόφασή μου.

Καληνύχτα και λευτεριά σε όσους είναι στα λιμάνια.

Advertisements