Μια φορά κι έναν καιρό, σε ένα πανέμορφο μέρος του κόσμου, ήταν μια τεράστια πολυκατοικία. Στην πολυκατοικία ζούσαν εκατοντάδες χιλιάδες οικογένειες, άλλες σε μεγάλα διαμερίσματα, άλλες σε μικρότερα. Περίπου 11 εκατομμύρια άνθρωποι έμεναν εκεί. Η συμβίωση δεν ήταν καθόλου εύκολη, βέβαια. Πολλοί από τους ενοίκους ήταν θερμόαιμοι και τσακωνόντουσαν συνεχώς με τους άλλους, άλλοι πίστευαν ότι ο δικός τους όροφος ήταν ο καλύτερος και περιφρονούσαν και απέφευγαν τους ενοίκους των άλλων ορόφων, ενώ κάθε φορά που έπρεπε όλοι μαζί να ψηφίσουν τον νέο διαχειριστή της πολυκατοικίας, οι διαφωνίες τους ήταν τόσο έντονες, που η πολυκατοικία έτριζε συθέμελα. Κι όλα αυτά για 5-6 υποψήφιους, οι οποίοι δεν είχαν σημαντικές διαφορές μεταξύ τους, πέρα από το γεγονός ότι κάποιων οι γονείς είχαν υπάρξει στο παρελθόν διαχειριστές, κι αυτό (για κάποιον άγνωστο λόγο) έκανε τους ενοίκους να πιστεύουν ότι και τα παιδιά τους θα τα κατάφερναν εξίσου καλά.

Ωστόσο, δεν τα κατάφερναν. Βλέπετε, οι παλιοί διαχειριστές δεν ήταν σπουδαγμένοι σαν τα παιδιά τους – μπορεί καλά-καλά να μην γνώριζαν τα θεμελιώδη μαθηματικά που ήταν απαραίτητα για να βγάζουν τα κοινόχρηστα. Όμως, παρά τα όποια λάθη τους, κατάφερναν να κερδίζουν τον σεβασμό των υπολοίπων ενοίκων της πολυκατοικίας, χάρη στην ηγετική τους ικανότητα, αλλά και το ειλικρινό τους ενδιαφέρον για τα τεκταινόμενα στην πολυκατοικία, παράλληλα βέβαια με το προσωπικό τους συμφέρον. Οι τελευταίες γενιές διαχειριστών δεν ήταν καθόλου έτσι. Έβαζαν το προσωπικό τους συμφέρον πάνω από το συμφέρον όλων των υπολοίπων. Έτσι, «φούσκωναν» επίτηδες τα κοινόχρηστα, ώστε να βάζουν στις τσέπες τους τα επιπλέον χρήματα. Έπαιρναν «μίζες» από εταιρείες που αναλάμβαναν τη συντήρηση των ασανσέρ, το πότισμα του κήπου και τον εφοδιασμό με πετρέλαιο τον χειμώνα. «Βόλευαν» φίλους, γνωστούς και ψηφοφόρους, προσφέροντάς τους θέσεις εργασίας μέσα στην πολυκατοικία, οι οποίες δε χρησίμευαν σε τίποτα απολύτως, και αναγκάζοντας τους υπόλοιπους ενοίκους να πληρώνουν (ως «κοινόχρηστα έξοδα») τους μισθούς τους.

Οι ένοικοι της πολυκατοικίας συνήθως δε μάθαιναν τίποτα απ’όλα όσα συνέβαιναν πίσω από την πλάτη τους. Αλλά και όταν τα μάθαιναν, δεν αντιδρούσαν έντονα. Εξάλλου, όσο κι αν ανέβαιναν τα κοινόχρηστα, θα τους περίσσευαν και πάλι αρκετά χρήματα για να αγοράσουν ένα «γκλαμουράτο» αυτοκίνητο, καλύτερο από του γείτονα, ή ένα ολοκαίνουργιο κινητό τηλέφωνο, για να αντικαταστήσουν αυτό που είχαν αγοράσει πριν 3 μήνες. Απλά, στις επόμενες εκλογές, ψήφιζαν άλλο διαχειριστή – ο οποίος, όμως, αποδεικνυόταν χειρότερος από τον προηγούμενο. Και, σύμφωνα με το καταστατικό της πολυκατοικίας, εκλογές γίνονταν κάθε 4 χρόνια, εκτός κι αν το αποφάσιζε νωρίτερα ο διαχειριστής.

Όπως και στα περισσότερα παραμύθια, έτσι και στο δικό μας υπάρχει ένας δράκος – στην περίπτωσή μας, θηλυκός: «Κρίση», τον λέγανε. Αυτή η κακή δράκαινα, λοιπόν, είχε σαν σκοπό της ζωής της να καταστρέψει όσα περισσότερα σπίτια μπορούσε στο πέρασμά της. Πέρασε από πολλές χώρες και γκρέμισε αρκετά σπίτια, πατώντας πάνω τους με οργή και κλωτσώντας μακριά τα συντρίμμια, μέχρι που κάποτε αποφάσισε να επιτεθεί και στην πολυκατοικία μας, αποφασισμένη να την γκρεμίσει.

Όταν, λοιπόν έφτασε μπροστά στην πολυκατοικία, πήρε μια βαθιά ανάσα, ώστε να προετοιμαστεί για το καταστροφικό της έργο. Ωστόσο, όταν εξέπνευσε τον αέρα που είχε εισπνεύσει, έγινε το απίστευτο: Η πολυκατοικία γκρεμίστηκε, απλά με την ανάσα της Κρίσης! Η δράκαινα απογοητεύτηκε από την ευκολία με την οποία έπεσε η πολυκατοικία, και συνέχισε το δρόμο της, σε αναζήτηση νέων θυμάτων.

Τι είχε συμβεί, όμως; Είναι πολύ απλό: Τα θεμέλια της πολυκατοικίας ήταν σαθρά. Η πολυκατοικία δεν ήταν κατασκευασμένη για να αντέχει τόσα εκατομμύρια κόσμου για τόσα χρόνια. Επιπλέον, δεν είχε γίνει καμία συντήρηση τα τελευταία χρόνια, και είχε αρχίσει ήδη να φαίνεται η φθορά στους τοίχους και τα πατώματα, όμως κανένας από τους διαχειριστές δεν ανησυχούσε ποτέ μήπως συνέβαινε κάτι κακό. Αλλά να που συνέβη.

Η συνέχεια είναι δραματική. Οι περισσότεροι από τους ενοίκους της πολυκατοικίας εγκλωβίστηκαν κάτω από τα ερείπια, αδυνατώντας να ξεφύγουν. Μάταια προσπαθούσαν να αποτινάξουν από πάνω τους τις βαριές πέτρες που τους είχαν καταπλακώσει. Ήταν ανήμποροι.

Η ειρωνεία είναι ότι οι κύριοι υπεύθυνοι για την κατάρρευση, δηλαδή οι προηγούμενοι διαχειριστές, ο διαχειριστής εκείνης της περιόδου και οι συνεργάτες τους, δεν έπαθαν το παραμικρό. Οι περισσότεροι είχαν ακούσει για την επερχόμενη επίθεση της Κρίσης και είχαν φροντίσει εκείνη την περίοδο να μετακομίσουν ή να λείπουν από το σπίτι. Επιπλέον, κανείς δεν αποδεχόταν ότι ευθυνόταν για το κακό που είχε γίνει, αφού η εμφάνιση της Κρίσης έξω από την πολυκατοικία εκείνη τη μέρα ήταν γι’αυτούς επαρκής απόδειξη πως για ό,τι συνέβη, υπεύθυνη ήταν η Κρίση. Έτσι, ο διαχειριστής ανέλαβε το δύσκολο έργο της διάσωσης των υπολοίπων ενοίκων, αλλά και της ανασυγκρότησης της πολυκατοικίας, εν γένει.

Τι έκανε, λοιπόν, ο διαχειριστής για να διασώσει τους ενοίκους; Ανέθεσε τη διάσωσή τους σε ανθρώπους ανίκανους, οι οποίοι αντί να απελευθερώνουν από τα συντρίμμια τους ανθρώπους, τους εγκλώβιζαν ακόμα περισσότερο. Κι αν είχαν μια ελπίδα να γλιτώσουν από μόνοι τους, οι «διασώστες» τους την στερούσαν. Πάντως, με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο, οι περισσότεροι κατάφεραν να βγουν ζωντανοί.

Όταν βγήκαν από τα συντρίμμια, όμως, βρέθηκαν μπροστά σε μια δυσάρεστη έκπληξη: Ο διαχειριστής τούς ζητούσε ποσά που δεν μπορούσαν να συγκεντρώσουν, ώστε να πληρωθούν αυτοί που ανέλαβαν τη διάσωση, αλλά και τα δάνεια που είχε συνάψει με τοκογλύφους, ώστε να μπορέσουν οι ένοικοι της πολυκατοικίας να ανεγείρουν μια νέα, καλύτερη πολυκατοικία, πάνω στα συντρίμμια της παλιάς.

Οι επιζώντες της κατάρρευσης βρέθηκαν μπροστά σε μια εξοργιστική κατάσταση: Καλούνταν να πληρώσουν υπέρογκα ποσά, εξαιτίας μιας καταστροφής για την οποία δεν έφταιγαν. Επιπλέον, έπρεπε να πληρώσουν τα εξωφρενικά δάνεια και τις αμοιβές των ανίκανων διασωστών, έξοδα που μόνος του ο διαχειριστής είχε δημιουργήσει, δήθεν για το καλό τους. Και όλα αυτά, αυτοί οι άνθρωποι που υπέφεραν τόσο πολύ για να βγουν από τα συντρίμμια, τα άκουγαν από κάποιον ο οποίος όλο αυτό το διάστημα δεν είχε χάσει τίποτα, δεν είχε πάθει ούτε μια αμυχή, δεν είχε καν ιδρώσει για τίποτα. Και είχε το θράσος να τους ζητάει να δώσουν τα πάντα, «για το καλό τους».

Επειδή πρόκειται για παραμύθι, ας δούμε το happy end: Οι διασωθέντες της πολυκατοικίας εξεγέρθηκαν, αρνήθηκαν να υπακούσουν στις απαιτήσεις του διαχειριστή τους και τον καθαίρεσαν, μαζί με όλους τους συνεργάτες του και όσους είχαν συνεργαστεί με τους προηγούμενους διαχειριστές. Ανέλαβαν όλοι από κοινού τη διαχείριση της νέας, υπό ανέγερση πολυκατοικίας, ακύρωσαν τα δάνεια που είχε συνάψει ο προηγούμενος διαχειριστής, αρνήθηκαν να πληρώσουν τους «διασώστες» που κόντεψαν να τους σκοτώσουν, συνεργάστηκαν ιδανικά μεταξύ τους, μάζεψαν όσα χρήματα μπορούσαν, και τελικά κατασκεύασαν μια νέα, βελτιωμένη πολυκατοικία, που έφτανε να χωρέσει αυτούς κι άλλους τόσους. Οι ένοικοι της πολυκατοικίας ξέχασαν τις διαφορές τους, κι έζησαν αυτοί καλά, κι εμείς…άσε μας εμάς. Γιατί εμείς δε ζούμε σε παραμύθι, και αυτά μόνο στα παραμύθια συμβαίνουν. Εμείς πρέπει τώρα να γράψουμε το δικό μας happy end. Μπορούμε. Εμπρός, ας αρχίσουμε να γράφουμε. Έχουμε πολλή δουλειά.

Advertisements