Έχω κάνει στη ζωή μου μερικά πράγματα για τα οποία ντρέπομαι. Δεν μπορώ να πω με βεβαιότητα ότι δεν θα τα ξαναέκανα αν είχα μια δεύτερη ευκαιρία, αλλά σίγουρα δεν είμαι περήφανος γι’αυτά. Και υπάρχει και κάτι που ντρέπομαι που ΔΕΝ είχα κάνει μέχρι σήμερα: ΔΕΝ είχα συμμετάσχει ποτέ σε πορεία. Μόνο σε μια διαδήλωση πρόπερσι είχα πάει, όταν είχε καεί η Πάρνηθα πριν από σχεδόν τρία χρόνια. Αλλά σε πορεία ποτέ. Υπάρχουν τόσες αφορμές, τόσοι καλοί λόγοι να βγει κανείς στον δρόμο, κι όμως ποτέ δεν ένιωσα την ανάγκη να το κάνω. Έπρεπε να συμπληρώσω τα 26 μου χρόνια για να το πάρω απόφαση. Και όσο κι αν ντρέπομαι γι’αυτό, χαίρομαι που το αποφάσισα, έστω κι αργά.

Όπως ίσως θυμάστε, είχα αποφασίσει εδώ και πολύ καιρό να πάω στην αποψινή πορεία για τον Μάριο Ζέρβα, τον δάσκαλο κολύμβησης που συνελήφθη πριν από περίπου έναν μήνα (στις 11 Μαρτίου, συγκεκριμένα), για κάποιο λόγο που δε στέκει όπως και αν το δεις, και παραμένει προφυλακισμένος στον Κορυδαλλό μέχρι και σήμερα, εντελώς άδικα. Αν δεν το αποφάσιζα για ένα τόσο σοβαρό θέμα, δεν θα το έκανα ποτέ. Θα μπορούσε να είναι οποιοσδήποτε στη θέση μου – γιατί όχι κι εγώ, ακόμα; Όταν η κάθε μικρή ή μεγάλη εξουσία (ή «εξουσία») ψάχνει για εξιλαστήρια θύματα, είναι πολύ εύκολο να τα βρει – και ακόμα πιο εύκολο να τα δημιουργήσει.

Έφτασα στα Προπύλαια στις 6.45. Σε ένα τέταρτο θα ξεκινούσε η πορεία. Στάθηκα μπροστά από το συντριβάνι (αυτό που δούλευε) και άρχισα να κοιτάζω γύρω μου. Λίγος κόσμος, σκέφτηκα. Βέβαια, ήταν σχετικά νωρίς ακόμα. Ξεκίνησα να διαβάζω τα φυλλάδια που μοίραζαν διάφοροι εκεί γύρω. Ένα από αυτά σχεδόν έκαιγε – προφανώς ήταν φρέσκο-φρέσκο από το φωτοτυπικό. Ένα από αυτά είχε τον εξής τίτλο: «Αν κάποιος χρυσοχοϊδης φαντασιώνεται να σκάψει το λάκκο κάθε κοινωνικής αντίστασης, κάποιος πρετεντέρης κρατάει το φτυάρι…». Γέλασα. Κι ας μην υπήρχε τίποτα το αστείο.

Η στάση των καναλιών και των μεγαλοδημοσιογράφων στο θέμα των προσφάτως συλληφθέντων για συμμετοχή σε τρομοκρατική οργάνωση έχει εξοργίσει πολύ κόσμο. Ντρέπομαι πια να δηλώνω ότι έχω σπουδάσει δημοσιογραφία. Και φυσικά δε βλέπω ποτέ δελτία ειδήσεων – πλέον έχω κόψει και την εφημερίδα. Ενημερώνομαι από το Ίντερνετ, από σελίδες που εμπιστεύομαι και ξέρω ότι δεν θα μου πλασάρουν συμφέροντα καμουφλαρισμένα σε στημένες «ειδήσεις». Δεν είναι, λοιπόν, παράξενο το γεγονός ότι, όταν κάποιοι άρχισαν να γράφουν συνθήματα στους τοίχους του Πανεπιστημίου λίγο αργότερα, ένα από αυτά ήταν το «Λέρες, Ρουφιάνοι, Δημοσιογράφοι». Κάτι μου λέει ότι διάλεξα λάθος επάγγελμα. Επίσης, κάτι μου λέει ότι αν εκείνη την ώρα φώναζα «είμαι δημοσιογράφος», θα ήταν τα τελευταία μου λόγια σ’αυτήν τη ζωή.

Σύντομα, ξεκίνησε και η μουσική υπόκρουση: Μία κοπέλα με ένα laptop και ένα μεγάλο ηχείο έβαλε μία διασκευή του Daddy Cool, με τίτλο «Μπάτσοι Παντού», την οποία δεν είχα ξανακούσει και μου προκάλεσε πολύ γέλιο – μάλιστα, βρήκα το τραγούδι στο Indymedia και το κατέβασα. Μπορείτε να το κάνετε κι εσείς εδώ.

Όσο περνούσε η ώρα, ο κόσμος αυξανόταν. Τα Προπύλαια γέμιζαν σιγά-σιγά. Άρχισα να «κόβω φάτσες». Αφού μέχρι σήμερα η κύρια πηγή ενημέρωσής μου για τις πορείες στο κέντρο της Αθήνας ήταν τα δελτία ειδήσεων, περίμενα ότι θα βρισκόμουν περικυκλωμένος από φρικιά, μαλλιάδες με μούσια, κουκουλοφόρους, ίσως και τον Σατανά τον ίδιο. Φυσικά, κάτι τέτοιο δεν ισχύει: Εντάξει, μπορεί να ένιωθα λίγο σαν τη μύγα μες στο γάλα επειδή είχα ξυριστεί το προηγούμενο βράδυ, αλλά ο κόσμος γύρω μου ήταν, αν μη τι άλλο, φυσιολογικός. Νέοι ως επί το πλείστον άνθρωποι, χαρούμενοι, σε πηγαδάκια, συζητούσαν ζωηρά. Είναι άραγε η γενιά μου και η επόμενη από τη δική μου αυτές που θα αλλάξουν τον κόσμο; Είναι ένα δύσκολο εγχείρημα. Αλλά αξίζει να προσπαθήσουμε.

Σκέφτομαι ότι πίσω από αυτά τα χαμόγελα, πίσω από αυτά τα ζωηρά πρόσωπα, κρύβεται μια οργή. Μια βαθιά οργή για όλα όσα συμβαίνουν γύρω τους. Δεν θα βρισκόντουσαν εκεί, στα Προπύλαια, αν δεν την ένιωθαν. Θα ήταν σε κάποια καφετέρια και θα έπιναν αδιάφορα τον καφέ τους, πριν πάνε σπίτι να δουν κάποιο βλακώδες τηλεριάλιτι. Αλλά όχι: Ήταν εκεί. Και αυτό σημαίνει πολλά. Ή τουλάχιστον έτσι ελπίζω…

Ένα από τα πανώ που είχαν ετοιμάσει οι οργανωμένοι διαδηλωτές έγραφε: «Δεν μας τρομοκρατούν, μας εξοργίζουν». Πολύ θα ήθελα να το πιστεύω αυτό. Αλλά αυτό που βλέπω γύρω μου δεν «κολλάει» με αυτό το πανώ. Εντάξει, αρκετός κόσμος μαζεύτηκε στα Προπύλαια – περισσότερος απ’ό,τι περίμενα, δεδομένου ότι το γεγονός δεν έλαβε καμία απολύτως δημοσιότητα από τα «παραδοσιακά» ΜΜΕ. Αλλά ποιοι είναι αυτοί που «δεν τρομοκρατούνται»; Και πόσοι είναι; Και πώς δείχνουν αυτήν την «οργή»; Δεν ξέρω, κάτι δε μου πάει καλά.

Αυτό που δε μου πέρασε καθόλου από το μυαλό πριν πάω στην προσυγκέντρωση στα Προπύλαια ήταν ο απαράβατος κανόνας του (ελληνικής εμπνεύσεως) ακαδημαϊκού ημιώρου, σύμφωνα με τον οποίο οποιαδήποτε εκδήλωση λαμβάνει χώρα οπουδήποτε στην Ελλάδα (είτε μιλάμε για μια συναυλία, είτε για μια διάλεξη, ή ακόμα και για μια διαδήλωση) δεν επιτρέπεται να ξεκινήσει αν δεν περάσει τουλάχιστον μισή ώρα από την προβλεπόμενη ώρα έναρξης. Έτσι, ξεροστάλιαζα σαν τον μαλάκα μπροστά από το συντριβάνι, μέχρι να αρχίσουν τα πανώ να βγαίνουν δειλά-δειλά στην Πανεπιστημίου κατά τις 7.30. Αλλά εντάξει, έχω συνηθίσει να με στήνουν. Μια ζωή στην ώρα μου. Ελπίζω και ο Χάρος να έρθει στην ώρα του και όχι νωρίτερα, σεβόμενος τα παθήματά μου.

Βγήκα στον άδειο δρόμο. Δεν υπήρχε ίχνος αυτοκινήτου. Μόνο άνθρωποι, που είχαν καταλάβει τον δρόμο με το «έτσι θέλω». Μια ιδιότυπη, υπέροχη «δικτατορία των πεζών». Υπέροχη για μένα, βέβαια, και όχι για τους οδηγούς που πρέπει να ταλαιπωρήθηκαν αφάνταστα εξαιτίας μας. Παράπλευρες απώλειες.

Η πορεία ξεκίνησε (επιτέλους!) λίγο πριν τις 8. Για άγνωστο μέχρι στιγμής λόγο, βρέθηκα χωμένος στο μπλοκ της ΚΟΕ, η οποία δεν ξέρω τι είναι, δε με ενδιαφέρει να μάθω, αλλά ξέρω σίγουρα πως είδα ένα σφυροδρέπανο στα σημαιάκια της. Ήμουν ακριβώς στη μέση της πορείας: Μπροστά οι «οργανωμένοι» με τα πανώ τους, πίσω οι «ανεξάρτητοι» σαν εμένα.

Στην αρχή, τα συνθήματα ήταν μάλλον χλιαρά. Μόλις, όμως, έκαναν την εμφάνισή τους τα ΜΑΤ στα πεζοδρόμια της Πανεπιστημίου, ακολουθώντας την πορεία διακριτικά, άρχισαν τα «χοντρά» συνθήματα: «Κάτω από τα κράνη σας έχετε σκατά/τι να καταλάβετε από λευτεριά», «Σε κάθε γωνία υπάρχει αστυνομία/η χούντα δεν τελείωσε το ’73», και φυσικά το all-time classic «Και τώρα ένα σύνθημα που όλους μας ενώνει/μπάτσοι, γουρούνια, δολοφόνοι». Αν δεν ξεσπάσεις στην Αστυνομία, πού θα ξεσπάσεις;

Βέβαια, το αγαπημένο μου σύνθημα απ’όλη την πορεία ήταν το «Η ανατροπή δεν είναι εκπομπή/Πρετεντέρη ψόφα, να κάνουμε γιορτή». Είπαμε, το μίσος προς τους μεγαλοδημοσιογράφους (και ειδικά προς τον συγκεκριμένο) δεν είναι αδικαιολόγητο. Ο Πρετεντέρης είναι πλέον το σύμβολο της δημοσιογραφικής καφρίλας. Και είναι σχεδόν εξίσου μισητός με τα ΜΑΤ – για μένα, ακόμα περισσότερο.

Κάτι που με ενόχλησε: Επειδή ακριβώς βρισκόμουν κοντά στους «οργανωμένους» διαδηλωτές, παρατήρησα ότι αυτοί φώναζαν με όλη τους τη δύναμη τα συνθήματα του υποβολέα τους όταν αυτά ήταν τύπου «Εμπρός, λαέ, μη σκύβεις το κεφάλι». Όταν, όμως, ακουγόταν το «Λε-λε-λευτερια, για τον Μάριο λευτεριά», δεν φώναζαν καθόλου, ή φώναζαν με εμφανώς λιγότερο πάθος. Όταν συμμετέχεις σε μία πορεία δήθεν για να υποστηρίξεις έναν άνθρωπο που έχει αδικηθεί, είναι φάουλ να μην κρατάς έστω τα προσχήματα. Εντάξει, το ξέρουμε ότι συγκεκριμένες παρατάξεις κατεβαίνουν στις πορείες μόνο και μόνο για να προωθήσουν τη δική τους ατζέντα – αλλά γαμώτο, λίγο σεβασμό. Όσες φορές ακούστηκε το σύνθημα «Η δίψα για τη λευτεριά/είναι μεγαλύτερη απ’όλα τα κελιά», αυτό έγινε από τους ανεξάρτητους διαδηλωτές. Αυτούς που βρέθηκαν στην πορεία για τον Μάριο, κι όχι για τους εαυτούς τους.

Όταν η πορεία έφτασε στο Σύνταγμα, κατά τις 8.50, είδα κάποιους περίεργους να βγάζουν φωτογραφίες από τα μπαλκόνια των ξενοδοχείων. Αναρωτήθηκα αν συμβαίνουν τέτοια πράγματα, τέτοιες διαδηλώσεις στο εξωτερικό. Και τι θα έλεγαν αυτοί οι τουρίστες γυρίζοντας στην πατρίδα τους, δείχνοντας τις φωτογραφίες που έβγαλαν στο ταξίδι τους στην Ελλάδα; «Εδώ είμαι στην Ακρόπολη, φοβερή εμπειρία. Και εδώ είναι μια γαμάτη πορεία, δεν ξέρω γιατί, αλλά είχε φάση». Σκέφτηκα ότι κι εγώ στη θέση τους το ίδιο ακριβώς θα έκανα.

Με το που έφτασε και πάλι η πορεία κοντά στο Πανεπιστήμιο, ακούστηκε το πρώτο «μπουμ». Αυτό δεν ήταν καλό. Ακολούθησαν κι άλλα «μπουμ». Μαζευτήκαμε όλοι στην αριστερή μεριά της Πανεπιστημίου, μάλλον καθοδηγούμενοι από ένα ένστικτο επιβίωσης. Πλησιάζοντας περισσότερο, είδαμε αυτό ακριβώς που περιμέναμε: Μικρή ομάδα κουκουλοφόρων πετούσε πέτρες και ό,τι άλλο έβρισκε πρόχειρο σε μια διμοιρία των ΜΑΤ που αμυνόταν. «Μεμονωμένο περιστατικό», σκέφτηκα. Ναι, καλά…

Κακά τα ψέματα, ήμουν βέβαιος από καιρό ότι θα συνέβαιναν πάλι επεισόδια. Αλλά, μετά από μια τόσο ειρηνική πορεία, χωρίς παρατράγουδα, απλώς ήλπιζα ότι ίσως και να τη γλιτώναμε. Ναι, καλά…

Την ελπίδα μου την γκρέμισαν οι «γνωστοί-άγνωστοι». Όταν τελείωσε η πορεία, κινήθηκα προς το Σύνταγμα, άπειρος ων. Περνώντας έξω από την Στοά Κοραή, είδα τους κουκουλοφόρους να απομακρύνονται από τους αστυνομικούς που πετροβολούσαν και να πλησιάζουν προς τα εκεί. Όταν πια είχα απομακρυνθεί αρκετά, τους άκουσα να συζητάνε μεταξύ τους: «Αυτός είναι; Αυτός είναι που έκανε τη μαλακία;». Και αμέσως άρχισαν να επιτίθενται στην καφετέρια που βρίσκεται στην είσοδο της Στοάς Κοραή. Το μένος τους ήταν απίστευτο: Πετούσαν πέτρες, κλωτσούσαν τα τζάμια για να σπάσουν, προσπαθούσαν να διαλύσουν τα σιδερένια ρολά. Μίσος. Γιατί τόσο μίσος; Ποια να ήταν η «μαλακία» που πλήρωσε ο ιδιοκτήτης του μαγαζιού; Δεν έχει σημασία. Σημασία έχει ότι κάπου έπρεπε να ξεδώσουν τα «παιδιά».

Τα οποία «παιδιά», στο μεταξύ, είχαν πολλαπλασιαστεί. Ήταν περίπου 50 πλέον. Και, έχοντας πια ισοπεδώσει την καφετέρια, έψαχναν άλλους στόχους. Άρχισαν να πετάνε πέτρες στο σήμα της τράπεζας που βρισκόταν ακριβώς δίπλα. Κάποιοι ήταν εύστοχοι. Κάποιος άλλος είχε σχεδόν κρεμαστεί από το πεζοφάναρο της Πανεπιστημίου και προσπαθούσε να το καταστρέψει. Τι να σκεφτόταν, άραγε; Μάλλον τίποτα απολύτως.

Καθ’όλη τη διάρκεια αυτών των βανδαλισμών, οι υπόλοιποι που συμμετείχαμε στην πορεία είχαμε υποχωρήσει στην πλευρά του Πανεπιστημίου, γύρω από την είσοδο του μετρό, και παρακολουθούσαμε αμέτοχοι τους «μπαχαλάκηδες» να τα κάνουν λίμπα. Ήμασταν πολύ περισσότεροι: Αν αποφασίζαμε να τους σταματήσουμε, θα μπορούσαμε να το κάνουμε. Αλλά ποιος τολμάει να τα βάλει με τους τρελούς; Κανένας. Έτσι, καθόμασταν και τους κοιτάζαμε, με ένα ανάμικτο αίσθημα έκπληξης και αηδίας.

Η συνέχεια ήταν η αναμενόμενη: Οι «μπαχαλάκηδες» επιτέθηκαν στα ΜΑΤ, που ανταπέδωσαν με δακρυγόνα. Αυτή ήταν και η στιγμή που αναγκάστηκα εκ των πραγμάτων να φύγω κακήν-κακώς, όπως και όλοι οι άλλοι: Η ατμόσφαιρα ξαφνικά έγινε αποπνικτική, έτσουζαν τα μάτια, η μύτη και ο λαιμός μου – καλά, τι σκατά χημικά βάζουν σ’αυτά τα δακρυγόνα;

Κατέληξα να περπατάω στην «καθαρή» Ακαδημίας, για να ξαναβρώ την ανάσα μου. Πηγαίνοντας προς το Σύνταγμα, αναρωτιόμουν τι είχαμε πετύχει με αυτήν την πορεία: Είχαμε ταλαιπωρήσει δεκάδες οδηγούς, είχαμε κάνει δεκάδες μετανάστες να αναρωτιούνται τι σκατά φωνάζαμε με τέτοιο πάθος, είχαμε βροντοφωνάξει δεκάδες συνθήματα εναντίον του ΠΑΣΟΚ, του ΔΝΤ και του Πρετεντέρη (καμία σχέση με τον Μάριο) είχανε κλείσει οι φωνές μας από τα συνθήματα…Και όλα αυτά γιατί; Για να εκμεταλλευτούν την περίσταση ένα τσούρμο βλάκες και να τα χαλάσουν όλα. Γιατί πρέπει πάντα οι βλάκες να κάνουν κουμάντο σε αυτόν τον κόσμο; Γιατί;

Απογοητεύτηκα. Είδα πολλούς νεαρούς ανθρώπους μέσα στην πορεία να φωνάζουν με παλμό και ενθουσιασμό, να πιστεύουν πραγματικά στον στόχο αυτής της πορείας, όμως είδα ακόμα περισσότερα κομματόσκυλα να φωνάζουν συνθήματα για την παράταξή τους, ακυρώνοντας ουσιαστικά τον λόγο της συμμετοχής τους. Είδα ανθρώπους να ενδιαφέρονται πραγματικά για τον σκοπό της πορείας, αλλά βάζω στοίχημα ότι περισσότεροι από τους μισούς που συμμετείχαν δεν μπήκαν καν στον κόπο να μάθουν τι σημαίνει αυτό το «Ζ» στο «Μάριος Ζ.». Και όλα αυτά σε μία πορεία που υποτίθεται ότι οργανώθηκε από ανεξάρτητους φορείς. Φαντάσου να την έκανε το ΚΚΕ, δηλαδή…

Τέλος πάντων, αν κάτι πρέπει να μείνει από αυτήν την πορεία είναι το σύνθημα για τον Μάριο: «Λε-λε-λευτεριά, για τον Μάριο λευτεριά». Αν αυτή η πορεία βοηθήσει έστω και κατά 1% στην αποφυλάκιση του Μάριου Ζέρβα, θα μπορούμε να λέμε ότι πέτυχε. Και θα μπορούμε να πάμε και στην επόμενη πορεία με αναπτερωμένο ηθικό, πεπεισμένοι ότι μπορούμε να αλλάξουμε τον κόσμο – ή έστω, να αποκαταστήσουμε μια αδικία. Αυτή η ελπίδα μπορεί να μας κρατήσει ζωντανούς. Όσο αντέξει κι αυτή μέχρι να πεθάνει. Πρώτη αυτή, και μετά εμείς.

Τελευταία συμβουλή: Κρατήστε την ελπίδα ζωντανή. Resistance is NOT futile.

Advertisements