– Τι εννοείς, μπαμπά;
– Αλέξανδρε, μην το κάνεις πιο δύσκολο απ’ό,τι είναι. Όσο πιο γρήγορα συνειδητοποιήσεις ότι είναι αλήθεια, τόσο το καλύτερο για όλους μας.
– Να συνειδητοποιήσω ότι είναι αλήθεια; Έτσι απλά;
– Ναι, το ξέρω ότι είναι δύσκολο.

«Δύσκολο»; Απλά «δύσκολο»; Ήταν αδύνατο. Είχα περάσει 18 χρόνια κανονικής, κανονικότατης ζωής, και ξαφνικά μια τέτοια, απίστευτη αποκάλυψη ανέτρεπε τα πάντα. Ό,τι ήξερα μέχρι εκείνη τη μέρα, κατέρρεε μπροστά μου.

– Αλέξανδρε, πρέπει να καταλάβεις. Δεν μπορούσα να σου το πω νωρίτερα.
– Μα δεν μπορώ να το πιστέψω. Δεν το χωράει το μυαλό μου.
– Το ξέρω, είναι φυσικό. Όμως, αν το καλοσκεφτείς, πάντα υπήρχαν σημάδια.
– Σημάδια; Τι σημάδια;
– Για θυμήσου, πώς αντέδρασες όταν πέθανε η μητέρα σου;

Πράγματι, η αντίδρασή μου εκείνη τη μέρα ήταν αλλόκοτη. Ήμουν 7 χρονών και είχα μόλις γυρίσει από το σχολείο. Μπαίνοντας στο σπίτι, τον είδα καθισμένο στον καναπέ, να κοιτάζει στο πουθενά. Όταν αντιλήφθηκε την παρουσία μου σηκώθηκε όρθιος και με αγκάλιασε. Σχεδόν κλαίγοντας, μου εξήγησε ότι η μητέρα μου είχε πεθάνει σε τροχαίο ατύχημα.

Οποιοδήποτε παιδί που μαθαίνει ένα τέτοιο νέο θα βάλει τα κλάματα, θα περάσει από την άρνηση, την διαπραγμάτευση, τον θυμό και τη θλίψη πριν φτάσει στην αποδοχή, θα αποκτήσει ένα τεράστιο ψυχικό τραύμα. Αλλά όχι εγώ. Εγώ απλά έμεινα ανέκφραστος για μερικά δευτερόλεπτα, μέχρι να επεξεργαστώ την νέα πληροφορία. Μετά, άφησα κάτω τη σχολική μου τσάντα και τον ρώτησα τι φαγητό είχαμε. Δε μου φάνηκε παράξενη αυτή η αντίδραση τότε, αλλά μεγαλώνοντας κατάλαβα ότι οι άλλοι άνθρωποι, όταν έχαναν κάποιον δικό τους, αντιδρούσαν έντονα, δεν αποδέχονταν εύκολα τον θάνατο. Πίστευα ότι είχα κάποιου είδους ιδιαίτερη ικανότητα, ότι ήταν κάτι καλό. Ήταν, όμως;

– Ναι, το θυμάμαι…Αλλά αυτό δε σημαίνει τίποτα. Απλώς, είμαι ψύχραιμος. Δεν αντιδρώ έντονα, όπως οι άλλοι.
– Δεν αντιδράς έντονα; Για σκέψου καλύτερα…Δεν αντιδράς ΚΑΘΟΛΟΥ. Μπορείς να θυμηθείς έστω μία φορά που ένιωσες θυμό, λύπη, χαρά, οτιδήποτε; Θυμάσαι έστω μία φορά που έκλαψες ή γέλασες αυθόρμητα;

Προσπάθησα να σκεφτώ κάτι να απαντήσω, αλλά ήταν αδύνατο. Ο πατέρας μου είχε δίκιο: Ποτέ δεν είχα νιώσει τέτοια συναισθήματα. Ποτέ δεν είχα νιώσει κανένα συναίσθημα. Δεν ένιωσα οργή όταν ο καθηγητής μου στα Μαθηματικά πριν από χρόνια με αδίκησε στον έλεγχο – ήξερα τι βαθμό άξιζα, και αυτό μου αρκούσε. Δεν ένιωσα λύπη όταν κάποιοι συμμαθητές μου με κορόιδευαν – ήξερα ότι δεν είχα τίποτα που να με κάνει να ντρέπομαι. Αλλά ούτε και χαιρόμουν όταν έβαζα ένα γκολ στο ποδόσφαιρο που παίζαμε στα διαλείμματα – έκανα απλά αυτό που έπρεπε, αυτό που απαιτούσαν οι κανόνες του παιχνιδιού.

Και βέβαια, ποτέ δεν έκλαψα, για κανέναν λόγο. Αλλά το γέλιο;

– Κι όμως, γελάω συχνά! Εδώ κάνεις λάθος!
– Ναι, αλλά γελάς αυθόρμητα; Γελάς επειδή βρίσκεις κάτι αστείο ή επειδή γελάνε και όλοι οι άλλοι;

Και πάλι, ο πατέρας μου είχε δίκιο. Ποτέ δεν κατάλαβα τι ακριβώς είναι το γέλιο. Απλώς έβλεπα τους γύρω μου να το κάνουν, και το έκανα κι εγώ.

– Πίστεψέ με, Αλέξανδρε, εγώ σε ξέρω καλύτερα απ’ό,τι ξέρεις εσύ τον εαυτό σου. Είσαι ένα παιδί που ποτέ δεν αρρώστησε, ποτέ δεν τραυματίστηκε, ποτέ δεν χρειάστηκε να πάει σε γιατρό. Δε σου φαίνεται παράξενο αυτό;

Ήταν όντως παράξενο. Θα μπορούσε να είναι μια απλή σύμπτωση; Όχι, ήταν υπερβολικά πολλές οι «συμπτώσεις» για να είναι τέτοιες.

Είχα πια πειστεί ότι αυτό που μου είχε πει ο πατέρας μου, όσο εξωφρενικό και αν ακουγόταν, τελικά ήταν αλήθεια: Δεν ήμουν άνθρωπος. Ήμουν ένα ανδροειδές – ένα ρομπότ με μορφή ανθρώπου. Να γιατί δεν ένιωσα ποτέ κανένα συναίσθημα. Να γιατί ποτέ δεν αρρώστησα, ποτέ δεν έκλαψα, ποτέ δεν ερωτεύτηκα…

Είχα πλέον παραδοθεί στα επιχειρήματα του «πατέρα» μου – που δεν ήταν φυσικός μου πατέρας, βέβαια, αλλά ένας συνεργάτης της μυστικής υπηρεσίας για χάρη της οποίας δημιουργήθηκα. Τον άκουγα να μου λέει για το πώς με «κατασκεύασε» από υλικά υψηλής τεχνολογίας, πώς λειτουργούσαν τα «ζωτικά» μου όργανα, πώς «έμαθα» να συμπεριφέρομαι σαν άνθρωος, πώς το δέρμα μου ήταν τόσο «ανθρώπινο», και δεν έλεγα τίποτα. Προσπαθούσα να συλλάβω αυτά που μου έλεγε, με την ίδια «έκπληξη» που νιώθει ένα κομπιουτεράκι όταν το διατάζεις να διαιρέσει έναν αριθμό με το μηδέν.

– Και τώρα; Τώρα που τα έμαθα όλα αυτά τι πρέπει να κάνω;
– Από ‘δω και πέρα η ζωή είναι εντελώς δική σου. Μπορείς να κάνεις ό,τι θες. Έτσι κι αλλιώς, η υπηρεσία δεν ενδιαφέρεται πια για σένα. Οι εξελίξεις τα τελευταία 18 χρόνια ήταν ραγδαίες, και υπάρχουν πολύ πιο εξελιγμένα «μοντέλα» από σένα.
– Ό,τι θέλω; Τι εννοείς;
– Εγώ σε μεγάλωσα σαν παιδί μου, αλλά πλέον είσαι αρκετά μεγάλος για να τραβήξεις τον δικό σου δρόμο, όποιος κι αν αποφασίσεις ότι θα είναι αυτός. Θέλεις να παραμείνεις «άνθρωπος», να ζήσεις μια κανονική, ανθρώπινη ζωή, να βρεις μια δουλειά και να προσπαθήσεις να φτιάξεις μια οικογένεια; Κάντο. Θέλεις να τα διαγράψεις όλα, να σταματήσεις να υπάρχεις; Μπορώ να το κάνω για σένα, μέσα σε 10 λεπτά, δε θα πονέσεις καθόλου. Η απόφαση είναι δική σου.

Για πρώτη φορά στη ζωή μου, αντιμετώπιζα ένα δίλημμα. Μέχρι τότε, πάντα υπήρχε κάποιος άλλος να μου πει τι να κάνω, να μου δείξει τι «θέλω». Όμως τώρα έπρεπε να αποφασίσω μόνος μου τι «ήθελα». Έπρεπε να διαλέξω ανάμεσα στη ζωή και τον θάνατο – μια «αφύσικη» ζωή σαν εξωγήινος ανάμεσα σε ανθρώπους, ή έναν ανώδυνο θάνατο, με τον οποίο θα έπαυα αυτοστιγμεί να υπάρχω, θα ήταν σαν να μην είχα υπάρξει ποτέ. Η πρώτη απόφαση της ζωής μου ήταν και η πιο δύσκολη.

– Πες μου κάτι…Αν διαλέξω να ζήσω, δε θα νιώσω ποτέ κανένα συναίσθημα;
– Αν δεν ένιωσες τίποτα μέσα σε 18 ολόκληρα χρόνια, πώς περιμένεις να γίνει αυτό στο μέλλον;
– Ούτε χαρά, ούτε λύπη, ούτε έρωτα;
– Τίποτα.

Μα τι ζωή θα ήταν αυτή; Ποιος ο λόγος να ζει κανείς αν δεν μπορεί να νιώσει ερωτευμένος, αν δεν μπορεί να δακρύσει στο τέλος μιας ταινίας, αν δεν μπορεί να ονειρευτεί το βράδυ; Πράγματα που δε με είχαν απασχολήσει ποτέ ως εκείνη τη στιγμή, ξαφνικά μου φαινόντουσαν πολύ σημαντικά. Τα νέα δεδομένα είχαν δημιουργήσει και νέες συνθήκες ζωης για μένα. Κι ας μην είχε αλλάξει τίποτα στην ουσία: Όπως ακριβώς ζούσα μέχρι τότε, έτσι ακριβώς θα μπορούσα να ζω και στο μέλλον. Αλλά η επίγνωση ότι είσαι διαφορετικός από τους άλλους αλλάζει τα πάντα.

Από την άλλη, θα μπορούσα να καταφύγω στην εύκολη λύση του θανάτου. Αφού δεν μπορούσα να βιώσω ανθρώπινα συναισθήματα, τότε δεν θα μπορούσα να έχω και το ανθρώπινο ένστικτο επιβίωσης. Δε θα ένιωθα τίποτα την ώρα που θα έπαυα να υπάρχω, ούτε πριν. Επομένως, η απόφασή μου θα κρινόταν αυστηρά από τη λογική: Τι είναι πιο λογικό; Να συνεχίσω να υπάρχω ή να εξαφανιστώ;

Του ζήτησα λίγο χρόνο για να το σκεφτώ. Μου είπε ότι είχα όσο χρόνο χρειαζόμουν.

Βγήκα στο δρόμο για μια βόλτα, έχοντας επίγνωση ότι αυτή θα μπορούσε να είναι και η τελευταία μου βόλτα στον κόσμο. Προσπαθούσα να αποφασίσω ποια ήταν η σωστή απάντηση στο δίλημμα – γιατί δεν μπορεί, κάποια πρέπει να ήταν σωστή και κάποια λάθος. Δε γίνεται και τα δύο μαζί.

Και τότε, μου ήρθε. Βλέποντας στο απέναντι πεζοδρόμιο τους ανθρώπους, τους «κανονικούς» ανθρώπους, να κυκλοφορούν ανέκφραστοι, μου ήρθε: Θα διάλεγα τη ζωή. Μέσα σε μία πόλη με εκατομμύρια κατοίκους, οι οποίοι αποφεύγουν ο ένας τον άλλο, κρύβουν τα συναισθήματά τους και αδιαφορούν για τους συνανθρώπους τους, ένα ανδροειδές μπορεί εύκολα να περάσει απαρατήρητο. Ίσως να μην κατάφερνα ποτέ να κάνω μια οικογένεια, όπως οι κανονικοί άνθρωποι, γιατί ποτέ δεν θα μπορούσα να νιώσω έρωτα ή αγάπη – και λοιπόν; Το μόνο που είχα να κάνω ήταν να συνεχίσω να ζω ακριβώς όπως έζησα τα πρώτα μου 18 χρόνια. Αυτό ακριβώς ήταν το «λογικό»: Να συνεχίσω αυτό που ξεκίνησε, μέχρι να φτάσει το φυσικό του τέλος.

Γύρισα αμέσως στο σπίτι. Ο «πατέρας» μου με περίμενε. Κρατούσε στο χέρι ένα περίεργο εργαλείο.

– Το ήξερα ότι δε θα σου έπαιρνε πολλή ώρα. Πήρες την απόφασή σου;
– Ναι, την πήρα. Θα ζήσω.
– Θα…Τι είπες;
– Θα ζήσω. Αποφάσισα να ζήσω.
– Ει-είσαι σίγουρος;
– Ναι, απόλυτα σίγουρος…Τι συμβαίνει;
– Αλέξανδρε, πρέπει να το ξανασκεφτείς…Δε γίνεται αυτό που λες…
– Τι εννοείς; Εσύ ο ίδιος μου είπες ότι μπορώ να διαλέξω τον δικό μου δρόμο!
– Ναι, έτσι σου είπα…Ωστόσο, είσαι προγραμματισμένος από την αρχή με τέτοιο τρόπο, ώστε, μπροστά σε ένα τέτοιο δίλημμα, να αποφασίσεις να πεθάνεις…Απλά ήθελα να σε κάνω να πιστέψεις ότι ήταν δική σου απόφαση…
– Μα…Αν ήμουν προγραμματισμένος να διαλέξω τον θάνατο, τότε πώς διάλεξα τη ζωή;
– Δύο πιθανότητες υπάρχουν: Είτε έγινε κάποιο προγραμματιστικό λάθος, είτε ανέπτυξες κάποιου είδους συναίσθημα μπροστά στο ενδεχόμενο του θανάτου – πράγμα πρωτοφανές και ανεξήγητο.
– Εννοείς ότι ήσουν έτοιμος να με σκοτώσεις, και η απόφασή μου σου αλλάζει τα σχέδια;
– Ήμουν σίγουρος ότι θα αποφάσιζες να πεθάνεις, είχα ετοιμάσει τα πάντα. Αλλά τώρα δεν μπορώ να το κάνω. Η απόφαση είναι όντως δική σου.
– Άρα είμαι…ελεύθερος;
– Είσαι ό,τι θέλεις.
– Να σε ρωτήσω κάτι τελευταίο;
– Φυσικά.
– Πιστεύεις ότι ήταν προγραμματιστικό λάθος ή ένστικτο επιβίωσης;
– Ίσως είναι καλύτερα να μην το μάθεις ποτέ. Ούτε εσύ, ούτε εγώ, ούτε κανένας.
– Σ’ευχαριστώ, «πατέρα».

Έφυγα από το σπίτι και δεν τον ξαναείδα ποτέ. Όπως είχα αποφασίσει, έζησα και ζω ανάμεσα στους «κανονικούς» ανθρώπους, χωρίς να καταλάβει ποτέ κανένας ότι δεν είμαι ένας από αυτούς – βέβαια, κάποιοι παραξενεύονται που ποτέ δεν πήρα έστω και μία αναρρωτική άδεια από τη δουλειά, αλλά αυτό δεν είναι αρκετό. Δεν ερωτεύτηκα ποτέ, και για κάποιον ανεξήγητο λόγο δε με ερωτεύτηκε ποτέ κανένας και καμία. Σαν να καταλάβαιναν όλοι υποσυνείδητα ότι ήμουν διαφορετικός. Καλύτερα έτσι.

Και το καλύτερο; Δεν έμαθα ποτέ αν τελικά η απόφασή μου στο δίλημμα ήταν ένα απλό προγραμματιστικό λάθος ή ένα περίπλοκο, «ανθρώπινο» ένστικτο επιβίωσης. Και ο «πατέρας» μου είχε δίκιο. Καλύτερα που δεν το έμαθα ποτέ. Δεν ήθελα να μάθω. Ακόμα σκέφτομαι ότι ίσως να ήταν κάτι σαν επαναστατική πράξη εκείνη η απόφαση, μια επανάσταση κόντρα στη «φύση» μου. Μια σχεδόν «ανθρώπινη» επανάσταση…Ποιος ξέρει…Αλλά και ποιος θέλει να μάθει, αλήθεια;

Advertisements