Όταν είσαι 18, τα πάντα σου φαίνονται μίζερα, παντού γύρω σου βλέπεις μαύρα χάλια, και θέλεις να αλλάξεις τον κόσμο. Μεγαλώνοντας, τα πάντα σου φαίνονται μίζερα, παντού γύρω σου βλέπεις μαύρα χάλια, αλλά ξέρεις ότι δεν μπορείς να αλλάξεις τον κόσμο, οπότε απλά τον αποδέχεσαι παθητικά. Και μετά συμβαίνει *κάτι* γύρω σου, το οποίο σε κάνει ξανά 18 χρονών.

Κάτι τέτοιο συνέβη πρόσφατα στη γειτονιά μου, και χάρη σε αυτό ξαναβρήκα την πίστη μου στις απεργίες, στην κοινωνική αντίδραση, στην «επανάσταση», ακόμα και στο ανθρώπινο είδος εν γένει. Μια πίστη η οποία με είχε εγκαταλείψει εδώ και χρόνια, αλλά πλέον επιστρέφει δριμύτερη.

Ο δρόμος στον οποίο βρίσκεται το σπίτι μου ήταν ένας κλασικός δρόμος των προαστίων της Αθήνας. Διπλής κατεύθυνσης (αλλά όχι αρκετά φαρδύς για δρόμος διπλής κατεύθυνσης), με πολλά καταστήματα κατά μήκος του, και δεκάδες αυτοκίνητα σταθμευμένα και στις δύο πλευρές του ήδη στενού δρόμου, τα οποία δυσκόλευαν αφάνταστα τη διέλευση των αυτοκινήτων. Ήταν ένας δρόμος που απέφευγα όσο μπορούσα όταν οδηγούσα, γιατί ήξερα ότι κάπου θα «κολλήσω», εξαιτίας κάποιου καραγκιόζη, ο οποίος θα είχε διπλοπαρκάρει στην άκρη του δρόμου, εμποδίζοντας την ομαλή κυκλοφορία των οχημάτων.

Και το καλύτερο δεν σας το είπα ακόμα: Από αυτόν τον δρόμο περνούσαν και λεωφορεία. Λεωφορεία που ανέβαιναν και κατέβαιναν τον δρόμο, και πάντα αντιμετώπιζαν προβλήματα. Ειδικά αν τύχαινε να «συναντηθούν» σε κάποιο σημείο του δρόμου, τότε πια ήταν μαθηματικά βέβαια η ταλαιπωρία, αφού σχεδόν ποτέ δεν υπήρχε τρόπος να κάνει στην άκρη το ένα λεωφορείο, ώστε να περάσει το άλλο. Η δικτατορία των (παράνομα) σταθμευμένων αυτοκινήτων έκανε ό,τι ήθελε.

Ποτέ δεν πέρασε από το μυαλό μου ότι θα μπορούσε να γίνει κάτι γι’αυτήν την κατάσταση. Πίστευα ότι επρόκειτο για κλασική περίπτωση νεοελληνικής βλακείας, η οποία είναι ανίατη. Τι θα μπορούσε, άλλωστε, να κάνει κάποιος; Ουσιαστικά, όλους τους εξυπηρετούσε αυτή η κατάσταση. Γιατί, όσο και να γκρινιάζουμε, η ασυδοσία μας βολεύει όλους κατά βάθος: Κάποια στιγμή, θα θελήσουμε να την εκμεταλλευτούμε κι εμείς προς όφελός μας, και τότε πρέπει αυτή να είναι νομιμοποιημένη, ώστε να μην υποστούμε καμία συνέπεια. Κι εγώ, άλλωστε, μερικές φορές εκμεταλλεύτηκα αυτήν την κατάσταση. Δεν είμαι και περήφανος που το παραδέχομαι, αλλά έτσι είναι.

Οι μόνοι που πραγματικά πλήττονταν από αυτήν την κατάσταση ήταν οι οδηγοί των λεωφορείων, οι οποίοι καθημερινά «έφτυναν αίμα» για να ξεφύγουν από τον εφιάλτη αυτού του δρόμου. Η δουλειά τους, όμως, δεν είναι να κάνουν μανούβρες για να αποφύγουν τα παρκαρισμένα οχήματα, ούτε να κορνάρουν μανιασμένα για να καταλάβει ο μαλάκας που έχει παρκάρει πάνω στον δρόμο ότι εμποδίζει τη διέλευση του λεωφορείου. Η δουλειά τους είναι να εκτελούν ένα συγκεκριμένο δρομολόγιο, μέσα σε συγκεκριμένα χρονικά πλαίσια (τα οποία και συνήθως δεν τηρούνται για άλλους λόγους, αλλά αυτή είναι μια άλλη ιστορία που δεν κολλάει εδώ).

Έτσι, με αφορμή ένα σχεδόν καθημερινό μικροατύχημα που συνέβη πριν από δύο εβδομάδες, οι οδηγοί των λεωφορείων της συγκεκριμένης γραμμής πήραν μια τολμηρή απόφαση: Άλλαξαν από μόνοι τους την διαδρομή του λεωφορείου, αποφεύγοντας να περνούν από τον συγκεκριμένο δρόμο και στερώντας ουσιαστικά τη συγκοινωνία από τους κατοίκους που διέμεναν σε αυτόν.

Όταν το πληροφορήθηκα, μου φάνηκε χαζό. Σκέφτηκα ότι θα κρατούσε 2-3 μέρες, και μετά θα υπήρχαν διαμαρτυρίες από τους κατοίκους, και αντιδράσεις από τους ανωτέρους των οδηγών, και θα αναγκάζονταν να επιστρέψουν στην γνωστή, εφιαλτική τους διαδρομή. Έτσι λειτουργούν πάντα τα πράγματα στην Ελλάδα. Σωστά;

Λάθος. Γιατί οι οδηγοί δεν το έβαλαν κάτω. Πήγαν στον Δήμαρχο, έκαναν τα παράπονά τους, συνέχισαν την ιδιότυπη «απεργία» τους.

Και πάλι, δεν πίστευα ότι κάτι θα άλλαζε. Η ελληνική πραγματικότητα με έχει κάνει πολύ δύσπιστο για να δώσω βάση σε τέτοιου είδους διαμαρτυρίες.

Και ξαφνικά, την προηγούμενη εβδομάδα βγήκα από το σπίτι και δεν πίστευα στα μάτια μου: Κανένα σταθμευμένο αυτοκίνητο, ούτε δεξιά, ούτε αριστερά από τον δρόμο. Οι άκρες των πεζοδρομίων βαμμένες κίτρινες, υποδηλώνοντας ότι απαγορεύεται η στάθμευση (πολύ χρήσιμο για όσους δεν καταλαβαίνουν την πινακίδα που βρίσκεται πάνω στο πεζοδρόμιο, αυτή με το κόκκινο «Χ»). Μια ερυθρόλευκη ταινία κολλημένη κατά μήκος του δρόμου, και πάνω της κάθε 50 μέτρα μια ανακοίνωση: «Παρακαλούμε μην παρκάρετε εδώ, γιατί εμποδίζετε τη διέλευση των λεωφορείων». Και τα αυτοκίνητα να πηγαινοέρχονται χωρίς καθυστερήσεις και επιδέξιες μανούβρες! Έπρεπε να κοιτάξω στη γωνία και να δω το όνομα του δρόμου για να σιγουρευτώ πως βρισκόμουν στον ίδιο δρόμο που με ταλαιπωρούσε τα τελευταία 10 χρόνια.

Την ίδια μέρα, τα λεωφορεία επανήλθαν στο κανονικό τους δρομολόγιο. Από τότε δεν έχει δημιουργηθεί κανένα πρόβλημα στη διέλευση των οχημάτων. Τώρα πια δεν αποφεύγω να κυκλοφορώ με το αυτοκίνητο σε αυτόν τον δρόμο – αντίθετα, το απολαμβάνω!

Φυσικά, υποψιάζομαι πως όλο αυτό δεν έγινε από τη μία μέρα στην άλλη. Φαντάζομαι ότι θα πέσανε κλήσεις με το τσουβάλι. Όπως και να’χει, δυσκολεύομαι ακόμα να πιστέψω τι έγινε, και κυρίως ΠΩΣ έγινε: Από μια τολμηρή πρωτοβουλία μερικών οδηγών λεωφορείου, οι οποίοι αποφάσισαν να αλλάξουν αυτό που τους ταλαιπωρούσε καθημερινά – και όχι μόνο αυτούς.

Έτσι αλλάζει ο κόσμος, κυρίες και κύριοι. Με τολμηρές πρωτοβουλίες. Με αντίδραση στις καθημερινές «δικτατορίες». Και δε χρειάζεται να είσαι 18 χρονών για να το καταλάβεις αυτό.

Hasta la revolucion!

Advertisements