Έχοντας πλήρη επίγνωση του πόσο βαρετές είναι οι ιστορίες από τον Στρατό και γνωρίζοντας εκ των προτέρων ότι η πλειοψηφία των αναγνωστών σταμάτησαν ήδη την ανάγνωση αυτού του κειμένου μόλις είδαν την τρισκατάρατη φράση «ιστορίες από τον Στρατό», παίρνω το ρίσκο να κάνω μια σύντομη αναδρομή στην θητεία μου ως φαντάρος, με την ευκαιρία της συμπλήρωσης δύο χρόνων από τη μέρα που παρουσιάστηκα και ενός χρόνου από τότε που απολύθηκα από τον Στρατό. Αν ακόμα δεν έχετε σταματήσει να διαβάζετε, μπορείτε να το κάνετε τώρα. Δε θα παρεξηγηθώ.

11 Φεβρουαρίου, λοιπόν, ήταν όταν ήρθε η ώρα μου να πάω φαντάρος. Βουρκωμένη Δευτέρα. Βουρκωμένη όχι για μένα, αλλά πιο πολύ για τη φουκαριάρα τη μάνα μου, που έκλαιγε σε όλη τη διάρκεια της διαδρομής από την Αθήνα στη Λαμία. Βουρκωμένη και λόγω καιρού: Συννεφιά και ομίχλη συνέθεταν ένα περιβάλλον όχι ιδιαίτερα ευχάριστο, αλλά σίγουρα ταιριαστό με την περίσταση.

Ήμουν απ’αυτούς που μπαίνουν εντελώς ψαρωμένοι στον Στρατό, που δεν έχουν ιδέα για το τι τους περιμένει, που δεν έτυχε να έχουν γνωστούς που να έχουν ήδη πάει φαντάροι, ώστε να ξέρουν πώς να κινηθούν. Και αυτό φάνηκε από την αρχή: Πρέπει να ήμουν ο μόνος από τους περίπου 500 φαντάρους που μπήκαν εκείνη και την επόμενη μέρα στο στρατόπεδο, που του πήραν το κινητό επειδή είχε κάμερα. Σχεδόν όλοι είχαν κινητό με κάμερα, αλλά απλώς τα έκρυψαν. Εγώ ποτέ δεν ήμουν καλός στο κρυφτό.

Εκείνη η πρώτη μέρα ήταν πραγματικά εφιαλτική. Κι αν είχα άγχος για τα εμβόλια του Στρατού (και κυρίως γι’αυτούς που θα μου τα έκαναν), τελικά αυτό πέρασε εντελώς αναίμακτα. Όμως η έλλειψη οργάνωσης ήταν τόσο εξοργιστική που, ενώ πέρασα την πύλη του στρατοπέδου στις 11 το πρωί, παρέλαβα τα ρούχα και τα υπόλοιπα αντικείμενα στις 9 το βράδυ και μπήκα στον θάλαμο στις 9.30. Φυσικά, όλα τα κρεβάτια είχαν πιαστεί εκτός από δύο, ένα πάνω και ένα κάτω. Διάλεξα το πάνω κρεβάτι (επειδή πάντα ήθελα να έχω κουκέτα και το είχα απωθημένο) και, για το υπόλοιπο της θητείας μου, δεν κοιμήθηκα ποτέ σε κάτω κρεβάτι. Ούτε μια φορά.

Η θητεία μου στη Λαμία κύλησε ήρεμα. Δε θα ξεχάσω ποτέ την κούραση των πρώτων δύο εβδομάδων, στις οποίες περπάτησα περισσότερο απ’ό,τι σε ολόκληρη τη μέχρι τότε ζωή μου, αλλά και τις επικές ατάκες του λοχαγού μας, ο οποίος προσπαθούσε να μας κάνει να πατάμε πιο ζωηρά το τακούνι της αρβύλας, υποστηρίζοντας ότι «300 πουτάνες να έφερνα εδώ πιο πολύ θόρυβο θα κανανε!». Και πιθανότατα είχε δίκιο – η διαφορά είναι ότι οι πουτάνες θα πληρώνονταν για να το κάνουν, ενώ εμείς όχι.

Η ορκωμοσία ήταν μια μεγάλη ανακούφιση. Μετά από τόσες πρόβες, επιτέλους είχαμε καταφέρει να κάνουμε μια αξιοπρεπή παρέλαση – τουλάχιστον δεν άκουσα χάχανα, οπότε καλοί πρέπει να ήμασταν. Αλλά μεγάλη ανακούφιση ήταν κυρίως η άδεια της ορκωμοσίας, χάρη στην οποία επέστρεψα στο σπίτι μου έστω και για τρεις μέρες. Μετά από σχεδόν δύο εβδομάδες εγκλεισμού στο στρατόπεδο, χωρίς καμία επικοινωνία με τον έξω κόσμο, εκτός από τα σπάνια τηλέφωνα, χωρίς ενημέρωση για το τι συνέβαινε στον κόσμο (πράγμα που, αν φαίνεται τραγικό σε σας, φανταστείτε πόσο τραγικό είναι για κάποιον με τη δημοσιογραφική μου περιέργεια). Όταν επέστρεψα στην Αθήνα, ένιωθα σαν άνθρωπος των σπηλαίων που ξαφνικά βρέθηκε σε μία μεγαλούπολη. Ένιωθα λες και είχα μείνει 100 χρόνια πίσω – και λίγα λέω.

Η συνέχεια ήταν αρκετά χαλαρή. Ο ανθυπολοχαγός μου ήταν φοβερός τύπος (ίσως ο μόνος στρατιωτικός που γνώρισα και θα μπορούσα άνετα να βγω μαζί του για έναν καφέ ή ένα ποτάκι), οι άλλοι φαντάροι ήταν στην πλειοψηφία τους καλά παιδιά και ποτέ δεν έτυχε να τσακωθώ με κάποιον (ούτε καν με αυτόν που κοιμόταν στο από κάτω κρεβάτι και μονίμως γκρίνιαζε ότι κουνιόμουν το βράδυ – ήμαρτον!), ο Διοικητής ήταν ένας γελοίος τύπος που μοίραζε καμπάνες στον αέρα, αλλά δε με ενόχλησε ποτέ (εκτός από μια φορά που με είδε να κάθομαι και με έστειλε να διπλώνω σεντόνια στα πλυντήρια – εμπειρία ζωής!), οι εγκαταστάσεις ήταν σχεδόν βιώσιμες (εντάξει, τα 2-3 ποντίκια που μακελέψαμε ήταν εντός προγράμματος), η εκπαίδευση δεν ήταν ιδιαίτερα σκληρή. Και τα Σαββατοκύριακα ήταν καλύτερα κι απ’ό,τι στο σπίτι μου: Ολοήμερη ξάπλα ή ολοήμερη έξοδος στην πόλη της Λαμίας, μιας φοιτητούπολης γεμάτης καφετέριες και φοιτήτριες (οι οποίες, πάντως, όπου έβλεπαν φαντάρους άλλαζαν πεζοδρόμιο – ποιος μπορεί να τις κατηγορήσει;).

Η πρώτη μου φρίκη ήρθε στην έκτη εβδομάδα, όταν μας ήρθαν οι μεταθέσεις μας. Είχα βαρεθεί στη Λαμία και ανυπομονούσα να φύγω από’κει, να πάω στον επόμενο προορισμό μου. Επιπλέον, οι δύο μέρες που θα περνούσα στο σπίτι μου χάρη στο «φύλλο πορείας» μου ήταν απαραίτητες. Όμως, άλλες αι βουλαί του Στρατού: Η ειδικότητά μου ως οδηγού απαιτούσε να παραμείνω στη Λαμία για τρεις ακόμα εβδομάδες, για εκπαίδευση. Κόντεψα να βάλω τα κλάματα. Και πρέπει να παραδεχτώ ότι η αντίδρασή μου ήταν μάλλον ηλίθια, γιατί εκείνες οι τρεις εβδομάδες ήταν πολύ καλύτερες από τις έξι που είχαν προηγηθεί. Λιγότεροι «αστεράτοι», λιγότεροι φαντάροι, περισσότερη παρεΐστικη διάθεση, περισσότερη πλάκα. Οι έξοδοι μπορεί να ήταν λιγότερες, αλλά η καλή παρέα στις σκοπιές και τις περιπολίες ισοστάθμιζε αυτήν την απώλεια.

Σε αυτές τις τρεις εβδομάδες οδήγησα συνολικά για λιγότερη από μία ώρα, ενώ για να πάρω το δίπλωμά μου πέρασα μια εξέταση που και μαθητής Δημοτικού θα μπορούσε να περάσει. Αλλά η ευκαιρία να οδηγήσω ένα όχημα 6.000 κυβικών ήταν μια (πρακτικά άχρηστη, αλλά) πολύ ενδιαφέρουσα εμπειρία.

Μετά από αυτήν τη φοβερά επίπονη εκπαίδευση (LOL), ήρθε η ώρα να πάω στη Χίο. Η Χίος είναι ένα πανέμορφο νησί, με σπάνια χαρακτηριστικά και ιδιαίτερο τοπίο. Είναι εξαιρετικό μέρος για διακοπές. Ωστόσο, μετά λύπης μου σας ενημερώνω ότι κάποτε αυτό το νησί θα βυθιστεί στον πάτο του Αιγαίου Πελάγους, από τις κατάρες που του ρίχνουν οι φαντάροι του. Χαρακτηριστικά αναφέρω το σύνθημα «όταν θα φεύγω από δω και θα’μαι μες στο πλοίο/θα σου φωνάξω δυνατά ΓΕΙΑ ΣΟΥ ΠΟΥΤΑΝΑ ΧΙΟ!», που είναι από τα πιο light. Ελπίζω να προλάβω να επιστρέψω στη Χίο πριν συμβεί το μοιραίο.

Όσο όμορφο, λοιπόν, είναι αυτό το νησί, άλλο τόσο είναι καταραμένο από τους φαντάρους που το προστατεύουν (;). Και ποιος μπορεί να τους ρίξει άδικο; Δεν μπορώ να επεκταθώ σε λεπτομέρειες, γιατί την τελευταία φορά που το επιχείρησα έφτασα μία ανάσα από το Στρατοδικείο. Με έσωσε ο Διοικητής μου, ένας πραγματικά σωστός στρατιωτικός, από αυτούς που θα ήθελα να έχω γνωρίσει περισσότερους (αλλά θα ήταν αδύνατον, γιατί είναι ελάχιστοι).

Στη Χίο είχα, επίσης, τους πρώτους (και τελευταίους) καβγάδες μου: Έναν με φαντάρο, έναν βρωμύλο, καθυστερημένο Πατρινό που αποτελεί ντροπή για την ανθρωπότητα, και έναν με ΕΠ.ΟΠ., ο οποίος με ανάγκασε να κάνω αγγαρεία που δεν όφειλα να κάνω. Και οι δύο πέρασαν αναίμακτα. Εξάλλου, είναι αναπόφευκτοι οι καβγάδες στον Στρατό: Τόση τεστοστερόνη μαζεμένη, αποκλείεται να μην οδηγήσει κάποια στιγμή σε καβγά. Πόσο μάλλον όταν σε μερικούς αυτή η τεστοστερόνη συσσωρεύεται επί χρόνια ολόκληρα, μην βρίσκοντας έξοδο κινδύνου – αν με πιάνετε.

Οι βαθμοφόροι και οι ΕΠ.ΟΠ. του στρατοπέδου με μισούσαν, για αυτό που είχα κάνει και με οδήγησε σχεδόν στο Στρατοδικείο. Νομίζω πως πολύ ευχαρίστως θα με σκότωναν και θα με πετούσαν σε ένα χαντάκι, αλλά πάλι με έσωσε ο Διοικητής μου – και ίσως και η τζάμπα μαγκιά τους. Ευτυχώς, οι περισσότεροι φαντάροι ήταν φυσιολογικοί, και κατά βάθος ήξερα ότι είχα την υποστήριξη αυτών των φυσιολογικών ανθρώπων – οι στρατιωτικοί δεν είναι τέτοιοι. Αν ήταν, τότε δε θα είχαν γίνει ποτέ στρατιωτικοί.

Επίσης, οι υπηρεσίες ήταν σχεδόν απάνθρωπα πολλές, ειδικά κατά περιόδους. Το ρεκόρ μου ήταν 42 μέσα, 1 έξω – μία αρκετά καλή επίδοση, νομίζω.

Το ευχάριστο ήταν ότι, για λόγους στρατιωτικής τρέλας, γύρισα σχεδόν ολόκληρη τη Χίο. Βόρεια και νότια – μιλάμε για δύο διαφορετικά νησιά, ενωμένα μάλλον κατά λάθος. Αλλά υπέροχα και τα δύο.

Όταν ήρθε η δεύτερη και τελευταία μετάθεση, ανακουφίστηκα. Η εμπειρία μου στη Χίο ήταν τραυματική και δεν ήθελα να μείνω ούτε λεπτό παραπάνω. Και ένα στρατόπεδο που βρισκόταν 40 χιλιόμετρα μακριά από το σπίτι μου ήταν ένας καλός τρόπος να αρχίσω την επούλωση των τραυμάτων.

Σε εκείνο το στρατόπεδο ήμουν πλέον «παλιός». Όχι πως το εκμεταλλεύτηκα ποτέ, αλλά ήταν μια ωραία αίσθηση, να ξέρεις ότι κανένας δε θα σε «χώσει», δε θα πατήσει πάνω σου για να περάσει το δικό του. Εντάξει: ΣΧΕΔΟΝ κανένας. Αλλά πάντα υπάρχουν εξαιρέσεις.

Εκεί τα πράγματα ήταν πολύ καλύτερα: Οι υπηρεσίες ήταν λιγότερες, οι αγγαρείες επίσης. Μπήκα σε ένα γραφείο, και η δουλειά μου κάθε πρωί ήταν να κάθομαι εκεί και να προσποιούμαι ότι κάνω κάτι. Πράγμα που έγινε πολύ πιο εύκολο, βέβαια, όταν πήρα μαζί μου και το laptop. Δε διστάζω να το πω: Ήμουν σαν στο σπίτι μου. Και αυτοί οι τελευταίοι μήνες στο συγκεκριμένο στρατόπεδο ήταν ένα πολύ καλό διάστημα προσαρμογής, ώστε να επανέλθω στην κοινωνία ως πολίτης χωρίς παρενέργειες. Εντάξει, παρενέργειες υπήρξαν και υπάρχουν – πού και πού μου φεύγει καμιά κλανιά, αλλά πλέον το ελέγχω.

Σήμερα, λοιπόν, είμαι πολίτης. Ο Στρατός μου άφησε κανα-δυο κουσούρια, μου έμαθε κάποια άχρηστα πράγματα (που ξέχασα τη στιγμή που πήρα πίσω την αστυνομική μου ταυτότητα), μου έμαθε πόσο σημαντικό πράγμα είναι η ελευθερία για να το εμπιστευτείς στον οποιονδήποτε και με παρέδωσε στην κοινωνία πάνω-κάτω όπως με παρέλαβε: Εξίσου άχρηστο.

Θέλω να ευχηθώ ολόψυχα καλή θητεία σε όσους μπαίνουν αυτές τις μέρες στον Στρατό, αλλά και σε όσους υπηρετούν τώρα, και «καλοί πολίτες» σε όσους απολύονται αυτές τις μέρες ή πρόκειται να απολυθούν σύντομα – κι ας έκαναν τρεις μήνες λιγότερη θητεία από μένα (τυχεροί…). Και ειδικά στους «δικούς μου» – ξέρουν αυτοί…

Υπομονή, παιδιά…Όλοι στο τέλος πολίτες γινόμαστε…

Advertisements