Ένα από τα (πολλά) πράγματα που μου τη δίνουν είναι να μιλάνε όλοι για ένα συγκεκριμένο θέμα, κι εγώ να μην μπορώ να συμμετάσχω στη συζήτηση, επειδή δεν ξέρω τίποτα για το θέμα. Εξάλλου, οι γνώμες είναι σαν τις πορδές – όλοι έχουν από μία. Εγώ κώλο δεν έχω;

Το μόνιμο θέμα συζήτησης εδώ και ένα μήνα περίπου σε παρέες, στα blogs και στο Twitter είναι το Avatar. Και «τι φοβερό που είναι το Avatar», και «τι μελαγχολία με έπιασε όταν τέλειωσε», και «τι γαμάτα που είναι τα 3D γυαλιά», δεν άκουγες τίποτα άλλο. Όλοι ήταν τόσο ενθουσιασμένοι, που έμοιαζαν σαν να είχαν καπνίσει δέκα μπάφους ο καθένας. Ε, μετά από ένα μήνα προβολής, το πήρα κι εγώ απόφαση να δω το Avatar.

Δεν ήταν μία από τις ταινίες που σκόπευα να δω στο σινεμά όταν άκουσα γι’αυτήν, γιατί δεν είμαι από αυτούς που εκπλήσσονται με τα απίστευτα χολιγουντιανά γραφικά και τους εντυπωσιακούς χαρακτήρες κατασκευασμένους από άψυχα pixels. Ναι, ήξερα ότι είναι η ταινία που ονειρευόταν να κάνει ο Κάμερον τα τελευταία 10 χρόνια (ε, δεν μπορεί, για να την ετοιμάζει τόσα χρόνια, δεν μπορεί να ήταν και για πέταμα), αλλά αρκούσε αυτό για να με πείσει να πληρώσω 12 ευρώ για να δω μια ταινία;

Τελικά, ας πούμε ότι υπέκυψα σε αυτό που στα αγγλικά λέγεται peer pressure και που δεν ξέρω πώς ακριβώς λέγεται επιστημονικά στα ελληνικά. Πήγαν όλοι οι άλλοι και το είδαν, κι εγώ απλά δεν ήθελα να είμαι ο μαλάκας που κατούρησε στο πηγάδι. Κάπως έτσι κάνουν ρεκόρ εισπράξεων μερικές ταινίες, από κάτι πρόβατα σαν εμένα.

Βέβαια, δεν ήμουν προετοιμασμένος να δω μια ταινία. Θα ήταν πιο ακριβές να πω ότι ήμουν προετοιμασμένος να πάω στο λούνα παρκ. Να ζήσω μια πρωτόγνωρη εμπειρία από άλλον πλανήτη (κυριολεκτικά). Ναι, είχα μεγάλες προσδοκίες, τις οποίες μου είχαν δημιουργήσει οι πολύ καλές κριτικές που ακολουθούσαν την ταινία, και οι οποίες προέρχονταν από εντελώς διαφορετικούς ανθρώπους, γνωστούς και αγνώστους. Δεν μπορεί όλοι να έκαναν λάθος. Ωστόσο, οι μεγάλες προσδοκίες συνήθως διαψεύδονται. Όσο περισσότερα περιμένεις να έρθουν, τόσο λιγότερο ενθουσιάζεσαι όταν τελικά έρχονται. Έτσι δεν είναι;

Πρώτα απ’όλα, δεν πέρασε καν από το μυαλό μου η πιθανότητα να μην δω το Avatar σε 3D. Αν υπάρχει μία ταινία που εκμεταλλεύεται στο έπακρο την τεχνολογία του 3D, αυτή είναι το Avatar. Νομίζω ότι όσοι το είδαν σε κανονική έκδοση, έχασαν το 70% της ομορφιάς αυτής της ταινίας.

Το πρώτο πράγμα που έκανα μόλις βολεύτηκα στη θέση μου στο σινεμά, ήταν να βγάλω μια φωτογραφία του εαυτού μου με τα 3D γυαλιά φορεμένα. Μου φάνηκε απαίσια. Έμοιαζα με τον Cyclops από τους X-Men. Παρ’όλα αυτά, την κράτησα και την ανέβασα και στο Facebook – εξάλλου, πιστεύω ότι θα κάνει πολύ καιρό να βγει η ταινία που θα με αναγκάσει να ξαναφορέσω αυτά τα γυαλιά, οπότε η στιγμή που απαθανάτισε αυτή η φωτογραφία ήταν ιστορική.

(εντάξει, δεν είναι αυτή η αληθινή φωτογραφία, αλλά μοιάζει πολύ. Με μόνη διαφορά ότι εγώ στη φωτογραφία χαμογελάω.)

Όταν άρχισε η ταινία, ζαλίστηκα λίγο – δεν έχω συνηθίσει να βλέπω ταινίες όπου άλλα πράγματα και άνθρωποι είναι μπροστά, ενώ άλλα είναι στο βάθος. Αλλά μετά από ένα λεπτό περίπου είχα συνηθίσει. Και μου άρεσε.

Η πρώτη στιγμή που η ταινία με εξέπληξε ήταν όταν ο πρωταγωνιστής γύρισε και με σημάδεψε με το όπλο. Ναι, εμένα προσωπικά! Ή τουλάχιστον έτσι μου φάνηκε. Με τις τρισδιάστατες ταινίες δεν μπορείς ποτέ να είσαι σίγουρος.

Αλλά εκεί που πραγματικά πετάχτηκα από το κάθισμά μου ήταν όταν ένα αντικείμενο (που ούτε καν θυμάμαι τι ήταν, πάνω στην τρομάρα μου) ερχόταν με μεγάλη ταχύτητα καταπάνω μου. Ένιωσα λίγο γελοίος, γιατί φυσικά δεν έπαθα τίποτα, ενώ απ’όσο μπόρεσα να δω, κανένας άλλος γύρω μου δεν είχε τρομάξει το ίδιο. Ευτυχώς που φόραγα τα γυαλιά και δεν μπορεί να με αναγνωρίσει κανείς.

Ας περάσουμε τώρα στο ζουμί: Η υπόθεση της ταινίας δεν είναι ούτε τόσο πρωτότυπη (δόξα τω Θεώ, το Χόλιγουντ έχει εξαντλήσει τη φαντασία του στον τομέα της επιστημονικής φαντασίας), η πλοκή της δεν είναι απρόβλεπτη (***spoiler alert για τους 2-3 από σας που δεν το έχετε δει ακόμα***: Έχει χάπι εντ) και οι ηθοποιοί δεν είναι ακριβώς τα ταλέντα του αιώνα – εδώ που τα λέμε, πάλι καλά που έμειναν λεφτά από το μπάτζετ και για να πληρωθούν ηθοποιοί. Με τόσα ειδικά εφέ, και 10 κορμούς δέντρων να έβαζαν να παίξουν τους πρωταγωνιστικούς ρόλους, κανείς δε θα καταλάβαινε τη διαφορά.

Αλλά ειλικρινά, όλα αυτά δε μετράνε. Το Avatar είναι ένα πραγματικό διαμάντι. Πέρα από τα απίστευτα εφέ, που απεικονίζουν με φοβερό ρεαλισμό έναν εντελώς φανταστικό πλανήτη, με εντελώς φανταστική χλωρίδα και πανίδα, με μία εντελώς φανταστική ράτσα εξωγήινων, είναι τα μηνύματα που περνάει αυτή η ταινία, που δεν περνάνε καθόλου απαρατήρητα. Το Avatar είναι μία καθαρά αντιπολεμική ταινία: Ο στρατιωτικός ιθύνων νους των ανθρώπων εμφανίζεται ως παράφρων δολοφόνος και, μολονότι είναι ένας εξωφρενικός, υπερβολικός χαρακτήρας, το μήνυμα περνάει.

Επίσης, το Avatar προσφέρει και μια γερή τζούρα οικολογικής συνείδησης. Στο μακρινό μέλλον, στο οποίο διαδραματίζεται η υπόθεση, οι άνθρωποι σχεδόν κατέστρεψαν τον δικό τους πλανήτη, και τώρα σχεδιάζουν να καταστρέψουν και την Πανδώρα, μόνο και μόνο για να αποκτήσουν ένα πολύτιμο πέτρωμα. Οι (κακοί) άνθρωποι καταστρέφουν με πολυβόλα, φλογοβόλα, εκρηκτικά και ένα σωρό άλλα όπλα ό,τι βρουν μπροστά τους. Αντίθετα, οι (καλοί) εξωγήινοι όχι μόνο αγαπάνε τη φύση, αλλά και είναι ένα με αυτήν. Κυριολεκτικά.

Η πλάκα είναι ότι, σε αυτήν την ταινία, όλοι μας είμαστε οι «κακοί» της υπόθεσης, κι όμως δεν μπορούμε παρά να συμπορευτούμε με τους εξωγήινους στον δίκαιο αγώνα τους και να μισήσουμε τους «κακούς» ανθρώπους – δηλαδή τους εαυτούς μας. Όταν τελείωσε η ταινία, το πρώτο πράγμα που σκέφτηκα ήταν ότι ντρεπόμουν που δεν είχα μπλε δέρμα, και άρα ήμουν με τους «κακούς». Και μετά σκέφτηκα πόσο μπροστά ήταν οι Eiffel 65, που μια δεκαετία νωρίτερα είχαν γράψει το θρυλικό τραγούδι «I’m blue, dabadee, dabadaaaaa» κλπ κλπ. 10 χρόνια μπροστά.

Παρ’όλα αυτά, πρέπει να παρατηρήσω ότι δεν ένιωσα συναισθήματα μελαγχολίας που βγήκα από αυτόν τον υπέροχο κόσμο και επανήλθα απότομα στα ίδια σκατά του κανονικού κόσμου, όπως πολλοί άλλοι που διαβάζω στα blogs ή ακούω από γνωστούς μου. Η Πανδώρα ήταν όντως ένας υπέροχος κόσμος, και η τεχνολογία του 3D όντως σε βάζει μέσα σε αυτόν τον υπέροχο κόσμο, αλλά όχι αρκετά για να μελαγχολήσεις που τον αφήνεις. Ίσως, πάλι, να φταίει που κάθε τόσο έβγαινα από την Πανδώρα για να πιάσω το μπουκαλάκι της Coca Cola που είχα ακουμπισμένο δίπλα μου. Ναι, μπορεί να έφταιγε κι αυτό.

Συμπερασματικά, εφαρμόζοντας την δικής μου εμπνεύσεως κλίμακα ταινιοκριτικής, πρέπει να πω ότι η ταινία ήταν ακόμα καλύτερη απ’ό,τι την περίμενα, παρά τις ήδη υψηλές προσδοκίες που μου είχαν καλλιεργήσει όλοι οι άλλοι που την είχαν δει πριν από μένα. Πρέπει να είναι στο κλειστό club των πλέον αγαπημένων μου ταινιών, που πολύ σπάνια δέχεται νέα μέλη. Και, ακολουθώντας το παράδειγμα όλων των προηγούμενων, το λέω κι εγώ: Όποιος δεν το έχει δει, ας τρέξει όσο προλαβαίνει. Αν περιμένετε να βγει σε DVD, θα χτυπάτε το κεφάλι σας στο DVD player με αυτά που θα έχετε χάσει.

Avatar 3D και τα μυαλά στα κάγκελα!

Advertisements