Μετά από μια τόσο διαταραγμένη δημιουργικά παιδική ηλικία, η εφηβεία δεν θα μπορούσε παρά να είναι ακόμα πιο διαταραγμένη. Είναι η εποχή που συμβαίνουν οι πιο σημαντικές αλλαγές στη ζωή του ανθρώπου. Και το σχολείο φροντίζει ώστε η μετάβαση από τη μία φάση στην άλλη να γίνει όσο το δυνατόν πιο επώδυνη.

Ειλικρινά, δεν θυμάμαι καμία από τις εκθέσεις που έγραψα από την Γ’ Γυμνασίου και έπειτα, με εξαίρεση αυτήν που έπεσε στις πανελλαδικές της Γ’ Λυκείου. Ήξερα ότι πλέον δεν υπήρχε τρόπος να κάνω την έκθεσή μου «διαφορετική» από τον σωρό σε οτιδήποτε, γιατί τότε η αποτυχία ήταν απολύτως σίγουρη. Κι έτσι, ό,τι κι αν έγραφα σε αυτές τις εκθέσεις δεν ήταν τίποτα παραπάνω από αυτά που «έπρεπε» να γράψω. Ήμουν μια μηχανή του κιμά: Με τάιζαν κακής ποιότητας κρέας και έφτυνα πάνω στο χαρτί κακής ποιότητας κιμά. Έτσι «έπρεπε».

Δεν άργησα να συνειδητοποιήσω ότι, αν ήθελα να γράψω κάτι δικό μου, ολόδικό μου, θα έπρεπε να στραφώ αλλού. Το σχολείο δεν ευνοούσε τέτοιες πρωτοβουλίες. Κι έτσι άρχισα να πειραματίζομαι στα τετράδιά μου, την ώρα του μαθήματος. Ήταν η ιδανική ώρα για γράψιμο: Οι καθηγητές ποτέ δε μου έδιναν ιδιαίτερη σημασία (ήμουν από εκείνους τους ήσυχους μαθητές, που κάθονται σε μια γωνία και κρατάνε σημειώσεις…και καλά), με τους συμμαθητές μου δεν είχα ιδιαίτερη επικοινωνία, και γενικά δεν υπήρχε τίποτα γύρω μου ικανό να με αποσπάσει από την ασχολία μου. Η απόλυτη συγκέντρωση.

Για κάποιον λόγο που πραγματικά δεν έχω ακόμα καταλάβει, ξεκίνησα να γράφω ποιήματα. Προφανώς, θα ήταν πολύ πιο απλό να ξεκινήσω από τον πεζό λόγο, που ούτε ομοιοκαταληξίες χρειάζεται, ούτε μέτρο, ούτε τίποτα. Αλλά εγώ έγραφα ποιήματα. Ποιήματα για τον ανεκπλήρωτο έρωτα, τον χαμένο έρωτα, τον τέλειο έρωτα, τον έρωτα σε όλες του τις φάσεις, τέλος πάντων. Εντάξει, στην εφηβεία ήμουν, τι να έγραφα; Για την πυρηνική σύντηξη;

Φυσικά, όλα όσα έγραφα ήταν αποκλειστικά για μένα. Δεν τα έδειχνα σε κανέναν. Ντρεπόμουν. Εξάλλου, ήταν πράγματα που δεν είχαν απολύτως καμία αξία για οποιονδήποτε άλλον πέρα από εμένα. Εκείνη την περίοδο της ζωής μου, το να γράφω ήταν απλά μια διέξοδος, ένας τρόπος να εκφράζω αυτά που, για τον έναν ή τον άλλο λόγο, δεν μπορούσα να πω ελεύθερα στους γυρω μου. Ήταν σαν μηνύματα σε μπουκάλια, που τα έριχνα στην μπανιέρα μου.

Στις τελευταίες τάξεις του Λυκείου, έκανα κάτι που σήμερα θα λεγόταν «στροφή στο ποιοτικό». Άφησα στην άκρη τους έρωτες (που, στο κάτω-κάτω, τόσα χρόνια τους είχα εξαντλήσει και στο τέλος θα καταντούσα να γράφω καψουροτράγουδα) και το γύρισα σε πιο σημαντικά θέματα – κυρίως, στο γιατί ο κόσμος ήταν τόσο σκατά και πώς θα μπορούσα να τον αλλάξω. Ήταν μια άλλη κλασική εφηβική φάση, η θέλω-να-αλλάξω-τον-κόσμο-αλλά-δεν-ξέρω-τι-να-κάνω-οπότε-σας-βρίζω-όλους-κι-έχω-τη-συνείδησή-μου-ήσυχη.

Κάπου εκεί είναι που άρχισαν κι άλλοι να διαβάζουν αυτά που έγραφα. Όχι με τη θέλησή μου, βέβαια, αλλά για πόσο καιρό μπορείς να κρύβεις κάτι τέτοιο, όταν έχεις γύρω σου ανά πάσα στιγμή 25 συμμαθητές που ξεχειλίζουν κι αυτοί από νεανική περιέργεια, όπως κι εσύ, και άρα είναι αναπόφευκτο ότι κάποια στιγμή θα σε ρωτήσουν «τι κάνεις εκεί;», και αν απαντήσεις «τίποτα» απλώς θα τους εξάψεις την περιέργεια, με αποτέλεσμα αυτοί να σε ξαναρωτήσουν, οπότε εσύ είτε θα τους πεις την αλήθεια, είτε θα εξακολουθήσεις να λες ψέματα για να τους αποφύγεις. Όπως και να’χει, το αποτέλεσμα είναι το ίδιο: Τελικά, διαβάζουν αυτά που γράφεις.

Κατά βάθος, πίστευα ότι και να έβλεπαν τα ποιήματά μου, δε θα καταλάβαιναν τι έγραφα. Ο απαίσιος γραφικός μου χαρακτήρας λειτουργούσε αρκετά αποτελεσματικά ως γραμμή άμυνας απέναντι στα περίεργα βλέμματα – κανείς δεν είχε τη διάθεση να βγάλει τα μάτια του για να αποκρυπτογραφήσει τα ορνιθοσκαλίσματα του μαλάκα στο τελευταίο θρανίο. Αλλά έκανα λάθος. Τελικά, αν κάποιος θέλει πραγματικά να διαβάσει κάτι, θα το διαβάσει. Κι ας το’χει γράψει φαρμακοποιός με πάρκινσον.

Παρά τον αρχικό μου εκνευρισμό, οι περισσότεροι είδαν με καλό μάτι την «συλλογή» μου (την οποία είχα συγκεντρώσει σε ένα κόκκινο ντοσιέ με ζελατίνες, που οι γονείς μου νόμιζαν ότι χρησιμοποιούσα για σημειώσεις του σχολείου). Φυσικά, σε κάποιους φάνηκε «αδερφίστικο», επειδή τότε ήταν της μόδας η ραπ, το γκραφίτι και τα κατεβασμένα παντελόνια. Αλλά στους περισσότερους άρεσε αυτό που διάβαζαν. Και για πρώτη φορά, δεν ένιωθα ντροπή γι’αυτά που έγραφα.

Σύντομα, άρχισα να το παίρνω πιο σοβαρά. Βλέποντας πως κάποιοι ήθελαν να διαβάζουν τα ποιήματά μου, τους τα έδειχνα με το που τα τελείωνα. Καμιά φορά, περίμεναν και οι ίδιοι, και με ρωτούσαν πότε θα τελειώσω το επόμενο για να το διαβάσουν. Επιτέλους, είχα ένα κοινό απέναντί μου, ένα κοινό που θα διάβαζε, θα συμφωνούσε, θα διαφωνούσε, θα έκανε παρατηρήσεις, θα αντιδρούσε, τέλος πάντων. Δεν το ήξερα τότε, αλλά κατά βάθος όλοι όσοι γράφουν, γράφουν περισσότερο για τους άλλους, παρά για τον εαυτό τους. Ακόμα και όταν νομίζουν ότι γράφουν για τον εαυτό τους.

Στην Γ’ Λυκείου, δύο συμμαθητές μου με έπεισαν (τι με έπεισαν, δηλαδή, μόνο που δε με πέρασαν από φάλαγγα) να δώσω τα ποιήματά μου σε μία καθηγήτριά μου που ήταν υπεύθυνη για την σχολική εφημερίδα. Είπαμε, καλά να με διαβάζουν 5-6 νοματαίοι, αλλά όλο το σχολείο; Δεν ήμουν έτοιμος για κάτι τέτοιο. Τελικά, τρία ποιήματά μου δημοσιεύτηκαν στο τεύχος που βγήκε πριν τις πανελλαδικές. Κανένας δεν τα παρατήρησε, εκτός από αυτούς που τα είχαν ήδη διαβάσει. Αυτό που κατάλαβα από εκείνη την ιστορία είναι ότι, μερικές φορές, μετράει περισσότερο το πού θα δημοσιευτεί κάτι, παρά το τι θα δημοσιευτεί. Πού να ήξερα τότε ότι αυτή είναι η βασική αρχή της σύγχρονης δημοσιογραφίας…

Στο «λεύκωμα» του σχολείου, εγώ ήμουν ο «ρομαντικός». Μου έμεινε η στάμπα. Με είχαν όλοι για αθεράπευτα ρομαντικό. Τελικά, ή έκαναν λάθος, ή απλά θεραπεύτηκα.

Το Πανεπιστήμιο ήταν μια εντελώς διαφορετική υπόθεση. Εκεί έμαθα τα σημαντικότερα πράγματα για το πώς να γράφω. Όχι, δεν είχαμε κανένα σχετικό μάθημα δημιουργικής γραφής. Είχαμε, όμως, ένα πολύ ενδιαφέρον forum, στο οποίο μου δόθηκε η ευκαιρία να γράψω πολλά διαφορετικά κείμενα, σε πολλά διαφορετικά στυλ και, καμιά φορά, και με διαφορετικά ψευδώνυμα. Και τέρμα τα ποιήματα: Πλέον, έγραφα κανονικά κείμενα.

Για πρώτη φορά, είχα απέναντί μου ένα κοινό εντελώς διαφορετικό από αυτό που είχα συνηθίσει: Εντελώς άγνωστο. Δε με ξέρανε, και δεν τους ήξερα. Καμία συμπάθεια ή αντιπάθεια εκ των προτέρων. Η απόλυτη αντικειμενικότητα.

Εκείνη την περίοδο άρχισα να καταλαβαίνω πόσο σημαντικό είναι να έχεις ένα αμερόληπτο κοινό όταν γράφεις. Ένας ή δύο φίλοι μου, που ήξεραν ποιος ήμουν, μου έκαναν πάντα θετικά σχόλια σε ό,τι έγραφα στο forum. Αντίθετα, τα σχόλια των αγνώστων αναγνωστών (τι ωραίο που ακούστηκε αυτό!) ήταν ανάμεικτα: Άλλοι συμφωνούσαν, άλλοι διαφωνούσαν. Και φυσικά, αν και πολύ θα με βόλευε να επαναπαυτώ στους επαίνους, εγώ λάμβανα πολύ περισσότερο υπ’όψιν τις κριτικές των αμερόληπτων αγνώστων. Γιατί αυτούς έπρεπε να ακούω, αυτοί θα μου έδειχναν τον δρόμο για να γίνω καλύτερος. Όσο κι αν μου άρεσε να μου γλείφουν τ’αυτιά (και σε ποιον δεν αρέσει;), όσο κι αν με πόναγε να διαβάζω αρνητικά σχόλια, ήξερα ότι αυτούς έπρεπε ν’ακούσω.

Δεν χρειάζεται να μπω σε λεπτομέρειες για το τι έγινε σε αυτό το forum. Αρκεί να πω ότι απέκτησα φανατικούς θαυμαστές, ακόμα πιο φανατικούς εχθρούς (οι οποίοι τελικά μου έδειξαν και την πόρτα της εξόδου) και ανεκτίμητη εμπειρία.

Εδώ και τρία χρόνια, το βασικό μου μέσο έκφρασης είναι το blog μου. Πάντα μου άρεσε η ιδέα του να έχω μια δική μου γωνίτσα και όποιος θέλει να έρχεται και να με βλέπει, και με το blog μου πετύχαινα ακριβώς αυτό: Να έχω μια δική μου γωνίτσα στην απεραντοσύνη του Διαδικτύου. Να γράφω αυτά που σκέφτομαι, να τα διαβάζουν κι άλλοι, να μου κάνουν σχόλια, να τους απαντάω, να μου απαντάνε ξανά, μετά να μπαίνω κι εγώ στις δικές τους γωνίτσες, να τους κάνω σχόλια, να μου απαντάνε, και ούτω καθεξής. Μέσα σε αυτά τα τρία χρόνια έχουν αλλάξει πολλά. Το μόνο που δεν έχει αλλάξει είναι ότι εξακολουθεί να μου αρέσει να γράφω. Ίσως και να μου αρέσει περισσότερο πια. Όταν μου συμβαίνει κάτι περίεργο, ή θέλω να μοιραστώ κάτι με τον κόσμο, δεν παίρνω τηλέφωνο τους φίλους μου. Απλά, το γράφω. Το μετουσιώνω σε κείμενο. Του δίνω σάρκα και οστά.

Λοιπόν, φτάσαμε στο σήμερα, κι ακόμα δεν έχω απαντήσει στο ερώτημα που θετει ο τίτλος του κειμένου. Ή ίσως έχω δώσει την απάντησή μου με μία ιδιότυπη έκθεση ιδεών, η οποία ξέφυγε από το θέμα και ξεπέρασε το ανώτατο όριο λέξεων. Δε με πειράζει πια: Προτιμώ να με μηδενίσουν οι αναγνώστες μου, παρά κάποια στριμμένη εξετάστρια που περνάει κλιμακτήριο και κρατάει τους βαθμούς από το 15 και πάνω για τον εαυτό της και τον Θεό.

Αλλά ας το κάνω και λίγο πιο λιανά. Γιατί μου αρέσει να γράφω;

– Γιατί είναι ο καλύτερος τρόπος να εκφράσω αυτά που νιώθω, τα οποία δεν θα καταλάβαιναν οι φίλοι μου αν τους τα έλεγα.

– Γιατί είναι ο καλύτερος τρόπος για να περνάω 2 ώρες τη μέρα στο σπίτι, με κλειστή τηλεόραση και ροκ μουσική από τον Media Player, χωρίς να κοιμάμαι.

– Γιατί λατρεύω την αλληλεπίδραση με αγνώστους, οι οποίοι δε μου χρωστάνε καλές κουβέντες και δε μου χαρίζονται όταν κάνω μαλακία.

– Γιατί μου αρέσει να με διαβάζουν. Αλλιώς δε θα έγραφα καν.

– Γιατί είναι ο καλύτερος τρόπος να διατηρώ τον εγκέφαλό μου σε λειτουργία, όσο το πτυχίο μου παραμένει ένα άχρηστο κομμάτι χαρτί.

– Γιατί είμαι εντελώς ανίκανος στο σχέδιο, επομένως δεν μπορώ να διοχετεύσω αλλού τη δημιουργικότητά μου.

– Γιατί, τελικά, είναι αυτό που ξέρω να κάνω καλύτερα. Και ίσως το μόνο πράγμα που θέλω να μάθω να κάνω ακόμα καλύτερα.

– Γιατί, απλά. μ’αρέσει!

Advertisements