Η σχέση μου με το γράψιμο ξεκίνησε μάλλον ανορθόδοξα. Η γιαγιά μου, που με κρατούσε το πρωί, όταν οι γονείς μου δούλευαν (φυσικά, λεφτά για μπέιμπι σίτερ δεν υπήρχαν), άρχισε από τα 4 μου να μού μαθαίνει γραφή και ανάγνωση. Επίσης, μου έμαθε ξερή και πασιέντζα – αλλά με αυτά θα ασχοληθώ σε κάποιο άλλο post.

Η κακομοίρα η γιαγιά μου προσπαθούσε να μου μάθει να κάνω ωραία γραμματάκια, στρογγυλά και καλλιγραφικά, αλλά εγώ (όπως πάντα) έκανα του κεφαλιού μου, με αποτέλεσμα τα γράμματά μου να μην είναι αναγνώσιμα. Για την ακρίβεια, να μη φαίνονται καν για γράμματα – άλλοι τα λένε «ιερογλυφικά», άλλοι «καλικατζούρες», άλλοι «αλαμπουρνέζικα», αλλά κανένας «γραφικό χαρακτήρα».

Το πρόβλημα είναι ότι ποτέ δεν μπήκα στον κόπο να αλλάξω τον απαίσιο «γραφικό χαρακτήρα» μου. Κι ας δυσκολευόμουν κι ο ίδιος να διαβάσω τι έγραφα, κι ας με ζάλιζαν οι δασκάλες μου για τις «καλικατζούρες» μου. Ο γραφικός μου χαρακτήρας παραμένει εξίσου απαίσιος μέχρι σήμερα. Και είναι μάλλον αργά για να αλλάξει αυτό.

Αντίθετα με τα περισσότερα παιδιά, εμένα μου άρεσε να γράφω. Φυσικά, όπως όλοι οι μεγάλοι διανοητές (και αρκετοί από τους μεγαλύτερους βλάκες), ξεκίνησα γράφοντας τις ασκήσεις μου – κανένας δεν πήρε Νόμπελ στα 8 του, έτσι;

Η πρώτη έμπνευση μου ήρθε τελείως ξαφνικά: Ήταν ένα τυπικό πρωί στο σχολείο. Τετάρτη Δημοτικού. Είχα φτάσει στην τάξη νωρίτερα, και καθόμουν στο θρανίο μου, κοιτάζοντας τα δέντρα έξω από το παράθυρο. Και τότε μου ήρθε. Στην αρχή ήταν μια ομοιοκαταληξία, μετά ένας στίχος, μετά δύο στίχοι…και, πριν το καταλάβω, είχε γίνει ποίημα. Ένα οικολογικό ποίημα, για την ομορφιά της φύσης. Το πρώτο μου αυθεντικό πνευματικό τέκνο. Ήμουν πολύ περήφανος.

Φυσικά, ως εκ γενετής ψώνιο, το έδειξα αμέσως στους συμμαθητές μου, και κατόπιν στη δασκάλα μου. Με εξαίρεση την γκρίνια για τις «καλικατζούρες» μου, οι κριτικές ήταν θετικές – όταν ο μέσος όρος είναι το «η μαμά μου είναι πολύ καλή και μ’αγαπάει», η βιβλιοκριτική είναι εύκολο πράγμα.

Η πλάκα είναι ότι το παράδειγμά μου ενέπνευσε άλλους δύο συμμαθητές μου να γράψουν κι αυτοί από ένα ποίημα την επόμενη μέρα. Η δασκάλα μου τους συνεχάρη κι αυτούς (να πω πως δε ζήλεψα; Ψέμα θα’ναι) και μας έστειλε και τους τρεις στον διευθυντή, για να μας πει κι αυτός «μπράβο». Τι ωραίες εποχές: Ένα «μπράβο» κι ένα χάιδεμα στο κεφάλι και ήσουν ευτυχισμένος για μέρες. Αν και, τώρα που το σκέφτομαι, μια-δυο μέρες αδείας άνευ απουσιών δε θα με χάλαγαν.

Μετά από αυτήν την επιτυχία επαναπαύτηκα στις δάφνες μου. Απ’όσο θυμάμαι, τουλάχιστον, δεν ξανάγραψα τίποτα άλλο εκτός από βαρετές εκθέσεις ιδεών, στις οποίες η δημιουργική γραφή αποτελούσε κακούργημα.

Και ξαφνικά, όπως και την πρώτη φορά, η έμπνευση χτύπησε και πάλι: Η καθηγήτρια της Έκθεσης στην Α’ Γυμνασίου, σε ένα από τα πρώτα μαθήματα της χρονιάς, μας έβαλε να γράψουμε μια έκθεση με θέμα «Μια μέρα στο σχολείο», περισσότερο για να δει πώς είχαμε μάθει να γράφουμε στο Δημοτικό. Θα μπορούσα να γράψω μια τυπική έκθεση για την βαρετή μου καθημερινότητα, για τους συμμαθητές μου, για τα μαθήματα, για το σχολείο. Αλλά όχι: Εκείνη τη μέρα θα έκανα την επανάστασή μου. Έτσι, έγραψα μια εντελώς αντισυμβατική έκθεση, με πολύ χιούμορ, για το πόσο δύσκολα ξυπνούσα το πρωί, για το πόσο βαρετός ήταν ο καθηγητής της Ιστορίας, για το πόσα καλάθια έβαλα στο διάλειμμα, και πολλά άλλα παρόμοια. Ήμουν βέβαιος ότι είχα γράψει ένα αριστούργημα.

Μετά από μία εβδομάδα, η καθηγήτρια έφερε στην τάξη διορθωμένες τις εκθέσεις μας. Ήταν μάλλον απογοητευμένη. Άρχισε να μας διαβάζει την καλύτερη έκθεση της τάξης. Φυσικά, δεν ήταν η δική μου. Ήταν μια βαρετή έκθεση για την καθημερινότητα του σχολείου.

Και μετά διάβασε την χειρότερη. Μαντέψτε ποια ήταν…

Ήθελα να ανοίξει η γη να με καταπιεί και να με χωνέψει. Κρατούσε την έκθεσή μου σαν να ήταν σκουπίδι. Ειρωνευόταν την κάθε πρόταση, προκαλώντας γέλιο σε όλη την τάξη. Είμαι σίγουρος ότι αν κάπνιζε, θα έβγαζε επιτόπου τον αναπτήρα της και θα την έκαιγε μπροστά σε όλους, προς παραδειγματισμό. Μα ποιο ήταν το έγκλημά μου, τέλος πάντων; Ποτέ δεν τόλμησα να την ρωτήσω. Δεν ήμουν σίγουρος ότι ήθελα να ακούσω την απάντηση.

Για το υπόλοιπο της χρονιάς, ήμουν τύπος και υπογραμμός: Οι εκθέσεις μου ήταν υπέροχα βαρετές και εξόχως προβλέψιμες. Αλλά κάτι έλειπε.

Την επόμενη χρονιά, είχαμε άλλο καθηγητή στην Έκθεση. Η αλήθεια είναι ότι ποτέ δεν τον συμπάθησα, κυρίως επειδή, στην πρώτη ενημέρωση γονέων, είχε πει στον πατέρα μου ότι κοιτάζω κορίτσια στην τάξη (πώς με είχε καταλάβει ο πούστης; ). Κι όμως, τελικά ήταν ο μόνος καθηγητής που με είχε ψυχολογήσει σωστά. Καλύτερα κι από τους γονείς μου.

Κάποια στιγμή, μας έβαλε μια έκθεση με θέμα «Μια μέρα στη βιβλιοθήκη». δεν θα μπορούσε να μου πέσει χειρότερο θέμα: Έβρισκα τις βιβλιοθήκες αφόρητα βαρετές, και ποτέ δεν είχα αντέξει πάνω από μία ώρα σε οποιαδήποτε βιβλιοθήκη. Τι θα μπορούσα να γράψω;

Και τότε μου ήρθε μια «φλασιά»: Λίγες μέρες νωρίτερα είχα διαβάσει στο τελευταίο τεύχος του «ΚΟΜΙΞ» μια από τις καλύτερες ιστορίες κόμικ ever, με θέμα την ιστορική Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας. Και ιδού, επιτέλους μία ενδιαφέρουσα ιδέα! Άρχισα να γράφω με πάθος (βγάζοντας τη γλώσσα έξω από το στόμα καθ’όλη τη διάρκεια της συγγραφής, ακριβώς όπως κάνω και τώρα όταν έχω έμπνευση), και μετά από μιάμιση περίπου ώρα είχα ολοκληρώσει το αριστούργημά μου: Μια ευφάνταστη περιπέτεια τοποθετημένη στην σύγχρονη βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας, διαποτισμένη με όλα τα ιστορικά στοιχεία που είχα απορροφήσει από το κόμικ.

Φυσικά, είχα άγχος για το αποτέλεσμα – εξάλλου, είχα ήδη μία τραυματική εμπειρία. Δεν ήμουν σίγουρος ότι ήθελα να τις ζευγαρώσω.

Την επόμενη εβδομάδα, ήρθαν τα αποτελέσματα. Ο καθηγητής μας μάς είπε ότι σχεδόν όλες οι εκθέσεις ήταν ίδιες, εκτός από μία. Δε χρειαζόταν να πει ποια ήταν αυτή η μία για να το καταλάβω, ήταν μάλλον προφανές για μένα. Αρχικά διάβασε μία από τις «άλλες» εκθέσεις – φυσικά, μια τυπικά βαρετή σχολική έκθεση. Και μετά διάβασε τη δική μου. Και έψαχνα να βρω προβολέα να με φωτίσει, να με δουν όλοι. Θαύμαζε τη φαντασία μου και έδειχνε ενθουσιασμένος που κάποιος είχε ξεχωρίσει από τον σωρό της μετριότητας. Έλαμπα ολόκληρος. Ναι, είχε ξυπνήσει το κοιμισμένο ψώνιο μέσα μου.

Εκείνη τη μέρα κατάλαβα ότι μου άρεσε να γράφω.

(η συνέχεια αύριο, γιατί το παράκανα. Αλλά αφού το θέμα είναι «γιατί μου αρέσει να γράφω», λογικό δεν είναι να γράφω πολλά;)

Advertisements