Θα έχετε ίσως παρατηρήσει ότι σπάνια γράφω σοβαρές απόψεις, με επιχειρήματα, για θέματα που μας απασχολούν όλους. Υπάρχουν πολλοί λόγοι γι’αυτό, εκ των οποίων οι σημαντικότεροι είναι οι εξής:

1. Το γεγονός ότι δεν θεωρώ τον εαυτό μου αρκετά σημαντική προσωπικότητα για να επηρεάζει άλλους ανθρώπους – όχι πως οι περισσότεροι δημοσιογράφοι το έχουν αυτό, αλλά τουλάχιστον εγώ έχω την αξιοπρέπεια να μην το κρατάω κρυφό.

2. Το γεγονός ότι ποτέ δεν ήμουν καλός στα debate, και σχεδόν πάντα οι κατά καιρούς «αντίπαλοί» μου έβγαιναν από πάνω – όχι απαραίτητα επειδή είχαν καλύτερα επιχειρήματα, αλλά επειδή φώναζαν περισσότερο.

3. Το γεγονός ότι, γενικά, προτιμώ να προκαλώ χαμόγελα παρά προβληματισμούς.

4. Το γεγονός ότι το σχολείο με έκανε να σιχαίνομαι την έκθεση ιδεών, τόσο ώστε να την αποφεύγω όσο μπορώ.

Ωστόσο, κάποιες φορές απλά δεν μπορείς να κρατηθείς. Όταν αισθάνεσαι τη βλακεία να σε περιτριγυρίζει από παντού, νιώθεις την ανάγκη να βγεις και να φωνάξεις τη γνώμη σου, όσο λίγη εμπιστοσύνη κι αν έχεις σ’αυτήν. Σκέφτεσαι «δεν μπορεί αυτοί οι κρετίνοι να έχουν δίκιο, ενώ εγώ να έχω άδικο». Και συνήθως έχεις δίκιο.

Ειλικρινά, αν δεν πίστευα πως έχω δίκιο σε όσα θα ακολουθήσουν, δε θα τα έγραφα ποτέ. Μπορεί για σας αυτό να φαίνεται εντελώς αυτονόητο, αλλά για μένα δεν είναι. Και μετά από όλες αυτές τις προκαταβολικές εξηγήσεις, νομίζω ότι μπορούμε να περάσουμε στο κυρίως θέμα.

Ήθελα από καιρό να γράψω κάτι για την πρόθεση της κυβέρνησης να παραχωρήσει δικαίωμα ψήφου σε συγκεκριμένους μετανάστες, αλλά πάντα κάτι τύχαινε. Και τις τελευταίες δύο μέρες, δέχτηκα σε δύο παλιά μου κείμενα, από δύο διαφορετικούς αναγνώστες, δύο διαφορετικά εθνικιστικά σχόλια. Το ένα από κάποιον που σιχτίριζε την ώρα που ψήφισε ΠΑΣΟΚ (καλά να πάθει) και διακήρυσσε την απόφασή του να στραφεί στο ΛΑΟΣ στις επόμενες εκλογές, και το άλλο από κάποιον που κατηγορεί τους μετανάστες ότι δεν αγαπάνε πραγματικά την Ελλάδα και ήρθαν μόνο για το χρήμα (τι λες ρε παιδί μου, εσύ ανακάλυψες την Αμερική!) και γι’αυτό είναι η πηγή του κακού. Αλήθεια λέω, μη γελάτε.

Επιπλέον, προχθές είχα ένα group invitation στο Facebook. Ήταν για ένα group το οποίο αντιδρούσε στο σχέδιο της κυβέρνησης για την ψήφο των μεταναστών. Φυσικά απέρριψα την πρόσκληση (και σκέφτηκα σοβαρά να διαγράψω από τους «φίλους» μου αυτόν που μου την έστειλε). Πριν την απορρίψω, βέβαια, πρόλαβα να δω ότι το group αριθμούσε ήδη χιλιάδες μέλη, ενώ περιείχε δεκάδες φωτογραφίες της Χρυσής Αυγής και απίστευτες ρατσιστικές κορώνες.

Για κάποιον λόγο, έχουν αυξηθεί οι εθνικιστές εκεί έξω. Θυμάμαι ότι το έλεγα πριν 3-4 χρόνια, πιο πολύ σαν αστείο, ότι «ευτυχώς που η ακροδεξιά στην Ελλάδα δεν έχει έναν ηγέτη της προκοπής, γιατί αλλιώς θα είχαμε ακροδεξιά κυβέρνηση». Ο ηγέτης της ακροδεξιάς δεν έχει αλλάξει – ακόμα ο αχαρακτήριστος ο Καρατζαφέρης είναι. Αλλά βλέπω γύρω μου όλο και περισσότερο ρατσισμό. Γιατί;

Κανονικά, θα έπρεπε να συμβαίνει το αντίστροφο: Οι μετανάστες που έχουν έρθει στην Ελλάδα και μένουν μόνιμα για δέκα ή και είκοσι χρόνια θα έπρεπε να έχουν ενσωματωθεί πλήρως στην ελληνική κοινωνία. Θα έπρεπε, αν το θέλουν και οι ίδιοι, να θεωρούνται εξίσου Έλληνες με μένα και τον Μπουμπούκο. Και αντ’αυτού τι γίνεται; Άλλοι αναγκάζονται να ανανεώνουν τα χαρτιά τους κάθε έξι μήνες, σαν εγκληματίες που πρέπει κάθε τόσο να εμφανίζονται στο αστυνομικό τμήμα. Άλλοι υποφέρουν από ρατσιστές αστυνομικούς, οι οποίοι βγάζουν τα απωθημένα τους πάνω τους. Άλλοι δεν μπορούν καν να ταξιδέψουν για να δουν την οικογένειά τους. Και, φυσικά, ο μεγαλύτερος ρατσισμός είναι τα βλέμματα στα λεωφορεία. Πολλοί από μας αρνούνται να τους δεχτούν στην κοινωνία μας, λες και είμαστε μια κάστα ανθρώπων, και δε δεχόμαστε τους «ακάθαρτους».

Είναι απίστευτο, αλλά κάποιοι πιστεύουν ακόμα στην «καθαρότητα της φυλής μας». Μετά από 400 χρόνια Τουρκοκρατίας, αμέτρητων προσμίξεων με Σλάβους, Αλβανούς, Τούρκους και δεν ξέρω κι εγώ τι άλλο, υπάρχουν άνθρωποι που πιστεύουν σοβαρά (και μάλιστα το διατυμπανίζουν!) ότι είμαστε απόγονοι του Περικλή, του Ομήρου και (φυσικά) του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Και νομίζουν ότι αυτή η «καθαρότητα» θα βρωμίσει αν ενταχθούν στην κοινωνία μας οι μετανάστες.

Είτε μας αρέσει είτε όχι, «καθαροί» λαοί δεν υπάρχουν. Όλοι πάνε με όλους – έχουμε γίνει μια παγκοσμιοποιημένη τσόντα. Οι μετανάστες είναι πλέον κομμάτι κάθε ανεπτυγμένης δυτικής χώρας. Και μάλιστα, από μια άλλη οπτική γωνία, είναι κομμάτι που οι ίδιες οι δυτικές κοινωνίες έχουν κατασκευάσει, εκμεταλλευόμενες κατάφωρα όλες τις υπόλοιπες χώρες. Αναπόφευκτα, οι μετανάστες θα γίνουν πάρα πολλοί στις μεγάλες πόλεις (ενδεχομένως αυτό να έχει ήδη συμβεί), και τότε είτε θα ενσωματωθούν στις χώρες που τους «φιλοξενούν», είτε θα επαναστατήσουν και θα έρθουν σε σύγκρουση με τους «οικοδεσπότες». Δυστυχώς ή ευτυχώς, στις χώρες τους δεν πόκειται να γυρίσουν, γιατί εκεί τα πράγματα δε θα διορθωθούν ποτέ. Επομένως, ή τους ενσωματώνουμε στην κοινωνία μας, ή ερχόμαστε σε σύγκρουση μαζί τους.

Έτσι όπως πάει το πράγμα, οδεύουμε προς το δεύτερο ενδεχόμενο. Και μόλις προσπαθεί επιτέλους μια κυβέρνηση να προσφέρει σε ορισμένους μετανάστες ένα δικαίωμα που θα έπρεπε να θεωρείται αυτονόητο, το δικαίωμά τους δηλαδή να ψηφίζουν αυτούς που τους κυβερνούν, μετά από τόσα χρόνια διαμονής στη χώρα, οι ακροδεξιοί ξεσηκώνονται. Όμως με ποια λογική μπορεί κανείς να στερήσει από έναν άνθρωπο που γεννήθηκε εδώ, ανατράφηκε εδώ, σπούδασε εδώ και δουλεύει  εδώ το δικαίωμα να ψηφίσει αυτόν που θα τον κυβερνήσει;

Τα άλλα κόμματα δεν πολυασχολούνται με το θέμα – ίσως δεν το θεωρούν τόσο σημαντικό. Η Νέα Δημοκρατία μοιάζει με αναποφάσιστο επιβάτη, που δεν ξέρει σε ποιο τρένο πρέπει να μπει: Αφού δεν μπορεί ούτε να υποστηρίξει την κυβέρνηση (τι σκατά αντιπολίτευση θα ήταν;), αλλά ούτε και να συμμαχήσει με το ΛΑΟΣ (αφενός επειδή ο Καρατζαφέρης τους πρόλαβε, και αφετέρου επειδή δε θέλουν να υιοθετήσουν ακραίες απόψεις), αναγκαστικά κάθεται στο σταθμό και περιμένει την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος. Και τελικά το μόνο που καταφέρνει είναι να χάσει και τα δύο τρένα. Όσο για τα κόμματα της Αριστεράς, το μεν ΚΚΕ κατηγορεί τον καπιταλισμό, ο δε ΣΥΡΙΖΑ απαντά με ασάφειες και «ήξεις-αφήξεις» – αμφότερα κάνουν αυτό που ξέρουν καλύτερα.

(Προς αποφυγήν παρεξηγήσεων: Δεν είμαι ΠΑΣΟΚος. Κι εγώ τσαντίστηκα που πέρασαν νύχτα στη Βουλή το νομοσχέδιο για τους φόρους. Αλλά όταν μια κυβέρνηση κάνει κάτι καλό, οφείλουμε να της το αναγνωρίζουμε, αν δεν είμαστε εμπαθείς.)

Με άλλα λόγια, η μόνη αντιπολίτευση είναι το ΛΑΟΣ, το οποίο απαιτεί δημοψήφισμα. Στην αρχή μου φαινόταν παράξενο που το ΛΑΟΣ για κάθε θέμα ζητούσε δημοψήφισμα, αλλά τώρα κατάλαβα γιατί το κάνει: Επειδή σε ένα δημοψήφισμα την απόφαση την παίρνει ο όχλος, και αυτό βολεύει όποιους μπορούν πιο εύκολα να επηρεάσουν τον όχλο. Και σε τέτοιες περιπτώσεις, οι εθνικιστικές κορώνες και οι ξενοφοβικές κραυγές θα είχαν πολύ μεγαλύτερη επίδραση στον όχλο από οποιοδήποτε λογικό επιχείρημα.

Πράγματι, υπάρχει μια ομάδα ανθρώπων που ολοένα αυξάνει σε πληθυσμό και απειλεί τη χώρα μας. Και αυτή είναι η ομάδα των εθνικιστών. Των ανθρώπων που τα μετράνε όλα με βάση το «εθνικό συμφέρον» που έχουν εμπνευστεί από μόνοι τους, αποφασισμένοι να το υπερασπιστούν μέχρι τελευταίας ρανίδος του υπερήφανου αίματός τους. Αυτοί είναι που, με τα οπισθοδρομικά τους πιστεύω, παρεμποδίζουν την ομαλή πορεία της κοινωνίας μας προς την ένταξη των μεταναστών και την κοινωνική ηρεμία. Για να μην αναφερθώ στην ανάμιξή τους στα «εθνικά» θέματα, που μόνο συμφορές έχει προκαλέσει όσες φορές επετράπη.

Πρέπει όλοι να καταλάβουμε κάποια πράγματα. Οι μετανάστες δεν είναι μπαμπούλες, δεν είναι πράκτορες των αμερικανών που μας επιβουλεύονται, δεν είναι σατανάδες που θέλουνε να μας φάνε τις δουλειές, δεν είναι κατά συρροήν δολοφόνοι, βιαστές, ληστές και έμποροι ναρκωτικών. Οι μετανάστες είναι άνθρωποι σαν εμάς. Άνθρωποι που προσπαθούν να κάνουν το καλύτερο για τους εαυτούς τους και τις οικογένειές τους, όπως θα έκανε κάθε άνθρωπος στη θέση τους. Όπως, εξάλλου, έχουν κάνει και οι Έλληνες κατά καιρούς. Και όταν ένας άνθρωπος φτάνει σε μία ξένη χώρα και δεν έχει την παραμικρή βοήθεια, τότε δεν θα διστάσει να κλέψει για να ζήσει, ενώ είναι πολύ εύκολο να μπλέξει σε κάποια «σκοτεινή» μπίζνα, ειδικά στα ναρκωτικά.

Όλοι αυτοί οι «Ελληναράδες» που κατηγορούν τους μετανάστες για τα πάντα, ξέρουν άραγε τι έκαναν οι Έλληνες όταν μετανάστευσαν σε ξένες χώρες για να ζήσουν; Τι νομίζουν, ότι ήταν όλοι άγιοι άνθρωποι που δούλεψαν τίμια για να βγάλουν το ψωμί τους; Ο Νικ δε Γκρικ τι νομίζουν ότι ήταν, ταβερνιάρης στην Αστόρια; Ή μήπως νομίζουν ότι οι Έλληνες μετανάστες πήγαν εκεί για να βοηθήσουν την αμερικανική ή τη γερμανική κοινωνία να αναπτυχθεί, από αγάπη για την κουλτούρα τους; Αφού, λοιπόν, οι Έλληνες μετανάστες δεν ήταν και «Παναγίες», πώς έχουμε την απαίτηση να είναι τέτοιες οι μετανάστες που έρχονται στην Ελλάδα;

Ναι, το ξέρω: Οι μετανάστες στην Ελλάδα (και ειδικά στην Αθήνα) είναι πάρα πολλοί. Ίσως να μην μπορούμε να τους αντέξουμε. Και λοιπόν; Ποια είναι η λύση; Να τους πετάξουμε όλους στη θάλασσα και να σωθούμε; Να τους στριμώξουμε σε οριοθετημένα γκέτο» και να μην τους αφήνουμε να βγαίνουν παραέξω; Αν εσείς ήσασταν στη θέση τους αυτό θα το θεωρούσατε δίκαιο;

Και να σας πω και κάτι; Το παραδέχομαι: Κι εγώ φοβάμαι καμιά φορά. Άμα βρεθώ σε κάποιο σκοτεινό στενάκι και βλέπω λίγο πιο κάτω έναν μετανάστη, σκιάζομαι. Όχι επειδή είναι κακός άνθρωπος και θέλει να με σφάξει. Αλλά επειδή φοβάμαι ότι ίσως να με ληστέψει. Όχι επειδή του αρέσει να το κάνει από χόμπι, αλλά επειδή είναι αναγκασμένος να το κάνει. Ο καθένας θα έκανε οτιδήποτε προκειμένου να ζήσει.

Το πρόβλημα είναι πως οι περισσότεροι από μας κοιτάζουν το θέμα αφ’υψηλού. Γιατί εμείς έχουμε το σπιτάκι μας, την οικογένειά μας, την τηλεορασούλα μας, το φαγάκι μας και μας αρέσει να γκρινιάζουμε όταν μας συμβαίνουν μικρά πράγματα, όπως να αυξηθεί λίγο η τιμή της βενζίνης ή να μας αναγκάσουν να δίνουμε αποδείξεις όταν πουλάμε κάτι. Ελάχιστοι έχουν ζήσει χωρίς σπίτι, χωρίς οικογένεια και χωρίς φαγητό, και ούτε πού μπορούν να φανταστούν πώς είναι. Ούτε κι εγώ μπορώ. Όμως είναι τουλάχιστον ανήθικο (και μάλλον απάνθρωπο) να αρνούμαστε την παροχή οποιασδήποτε βοήθειας σε κάποιον που τη χρειάζεται, και μάλιστα να απαιτούμε να φύγει από τη γειτονιά μας για να μη μας χαλάει τη θέα, μόνο και μόνο επειδή δε γεννήθηκε στην ίδια χώρα με μας.

Αυτό που θέλω να πω, τελικά, είναι ότι πρέπει να είμαστε πιο ανοιχτόμυαλοι, να κοιτάζουμε πέρα από το δάχτυλό μας, πέρα από το δέντρο, πέρα από το χρώμα, πέρα από την καταγωγή, πέρα από την οικονομική κατάσταση. Κι αν οι ακροδεξιοί δεν μπορούν (ή δε θέλουν) να το κάνουν αυτό, τότε θα πρέπει να φροντίσουμε εμείς, οι υπόλοιποι, να τους παραγκωνίσουμε. Πιστεύω ότι είμαστε (για την ώρα) περισσότεροι. Κι όμως, αυτοί φαίνονται περισσότεροι. Κι αυτό γιατί, στην κατ’ευφημισμόν δημοκρατία μας, νικητής δεν είναι αυτός που έχει τα καλύτερα επιχειρήματα, αλλά αυτός που κάνει την περισσότερη φασαρία.

Ίσως πρέπει να αρχίσουμε κι εμείς να κάνουμε λίγη φασαρία, ε; Τι λέτε; Πάμε να ταράξουμε λίγο τους κατοίκους της «πολυκατοικίας»;

Advertisements