Όπως έχω διαπιστώσει εδώ και αρκετά χρόνια, όλα στη ζωή είναι θέμα μάρκετινγκ. Πρέπει να ξέρεις να πλασάρεις το προϊόν σου, όποιο κι αν είναι αυτό. Ακόμα κι αν διαθέτεις το καλύτερο προϊόν ή υπηρεσία, αν δεν το προωθήσεις σωστά το πιο πιθανό είναι ότι θα καταποντιστεί, αντίθετα με τα αντίστοιχα προϊόντα ή υπηρεσίες κάποιου άλλου, που μπορεί να είναι κατώτερης ποιότητας, αλλά τα έχει προωθήσει σωστά.

Τι γίνεται, όμως, όταν το «προϊόν» που καλείσαι να προωθήσεις είναι ο ίδιος σου ο εαυτός; Ποτέ δεν είχα κληθεί να απαντήσω σε αυτήν την απορία – μέχρι χθες.

Χθες, λοιπόν, βρέθηκα σε ένα χριστουγεννιάτικο πάρτυ, περικυκλωμένος από δεκάδες εκπροσώπους του κλάδου μου. Αποστολή μου; Να πλασάρω τον εαυτό μου. Μία αποστολή αρκετά δύσκολη, δεδομένου ότι από φυσικού μου είμαι τόσο συνεσταλμένος, ώστε αγγίζω τα όρια της αγοραφοβίας. Και μπορεί να μην την έφερα εις πέρας (αφού δεν αντάλλαξα ούτε ένα τηλέφωνο, ούτε ένα mail, ούτε καν ένα facebook), αλλά νομίζω ότι έμαθα αρκετά χρήσιμα πράγματα. Και σας τα παρουσιάζω:

– Ακόμα και σε τέτοιου είδους περιστάσεις, η τύχη παίζει πάντα σημαντικό ρόλο. Αν δεν είχα καθήσει (εντελώς τυχαία) δίπλα σε κάποια που έτυχε να γνωρίζω, έστω κι αν δεν την είχα δει ποτέ, παρά μόνο της είχα μιλήσει από το τηλέφωνο, πιθανότατα θα βολόδερνα από δω κι από κει, μεχρι να βαρεθώ και να φύγω άπραγος και καταφρονεμένος.

– Η στιγμή της εισόδου σε μία εκδήλωση είναι η πιο σημαντική όλης της βραδιάς. Αν μπορέσει κανείς να ξεπεράσει την αρχική αμηχανία των δεκάδων βλεμμάτων που είναι εστιασμένα πάνω του, τότε δεν έχει τίποτα να φοβηθεί. Αλλά αν, όπως εγώ, τριγυρνάει σαν χαμένος για πέντε λεπτά, ψάχνοντας να βρει κάτι οικείο μέσα σε μια θάλασσα από άγνωστες φάτσες, τότε είναι καταδικασμένος σε αμηχανία για το υπόλοιπο της βραδιάς.

– Σε τέτοιες εκδηλώσεις, το παν είναι να μη δείχνεις ποτέ αμήχανος. Πρέπει να κάνεις κάτι, οτιδήποτε, ανά πάσα στιγμή. Να στρίψεις ένα τσιγάρο, να πιεις μια γουλιά από το ποτό σου, να «χωθείς» σε κάποια συζήτηση. Αλλιώς φαίνεσαι βαρετος ή/και απρόσιτος και χάνεις το παιχνίδι. Σε αυτό το σημείο θα ήθελα να διαμαρτυρηθώ κατά παντός υπευθύνου για το γεγονός ότι εμείς οι μη καπνιστές στερούμαστε του πλέον αποτελεσματικού μέσου καταπολέμησης της αμηχανίας, του τσιγάρου. Τι, στο πηγάδι κατουρήσαμε;

– Επίσης, κάποιες φορές χρειάζεται να κάνεις πράγματα ηλίθια ή πράγματα που δεν έχεις κάνει ποτέ στη ζωή σου (ή και τα δύο μαζί), προκειμένου να «μπεις» σε μια παρέα. Δεν είναι πάντα ευχάριστη τακτική, αλλά είναι πάντα αποτελεσματική. Παρεμπιπτόντως, τελικά ο ναργιλές δεν είναι και τόσο χάλια όσο τον περίμενα. Τουλάχιστον οι τρεις τζούρες που ρούφηξα ήταν μια χαρά.

– Η μουσική είναι ένας πολύ σημαντικός παράγοντας. Μπορεί να σου φτιάξει ή να σου χαλάσει τη διάθεση. Κι αν σου φτιάξει τη διάθεση, περνάς στο επόμενο στάδιο: Λίγος χορός ποτέ δεν έβλαψε κανέναν – τουλάχιστον κανέναν που ξέρει να χορεύει. Ίσως μέχρι το επόμενο αντίστοιχο event να έχω μάθει να χορεύω, τώρα που ξέρω πόσο χρήσιμο είναι. Ειδικά latin.

– Το πιο δύσκολο μέρος μιας συζήτησης είναι, προφανώς, η αρχή της. Αυτός ο πάγος, που δε σπάει με τίποτα. Πώς μπορείς, πριν μιλήσεις σε κάποιον, να ξέρεις ότι έχετε κάτι κοινό; Και, ακόμα κι αν έχετε κάτι κοινό, πώς είσαι σίγουρος ότι θα το βρεις; Πιστεύω ότι ο πιο σίγουρος τρόπος για να συμμετάσχεις σε μια συζήτηση είναι να «χωθείς» σε μία ήδη υπάρχουσα. Να πιαστείς από κάτι που θα πει κάποιος άλλος και να μπεις από το παράθυρο στη συζήτηση. Βέβαια, ούτε κι αυτό είναι πάντα αποτελεσματικό, γιατί κάποιες φορές τα «πηγαδάκια» που δημιουργούνται είναι κλειστά και δεν δέχονται αιτήσεις για συμμετοχή. Ευτυχώς, αυτό δε μου έτυχε χθες.

– Η στάση του σώματος λέει όντως πολλά πράγματα που δεν αποκαλύπτουν τα λόγια, όσο κλισέ κι αν ακούγεται αυτό. Από την άλλη, όταν κάθεσαι σε ένα άβολο σκαμπό είναι λίγο δύσκολο να περάσεις τα μηνύματα που θέλεις με το σώμα σου. Συμπέρασμα: Την άλλη φορά ΟΧΙ σκαμπό. Καλύτερα όρθιος.

– Σχεδόν εξίσου δύσκολη με την πρώτη εντύπωση που κάνεις σε μία κοινωνική εκδήλωση είναι και η τελευταία. Πρέπει να διαλέξεις την κατάλληλη στιγμή να φύγεις, όταν επικρατεί σχετική ησυχία και όχι πάνω στον γενικό χαμό. Γιατί πρέπει να τους χαιρετήσεις όλους (μα ΟΛΟΥΣ), για να μη φανείς αγενής, και αν τους διακόψεις από τον χορό θα τους κακοφανεί. Επίσης, δεν πρέπει να φύγεις πολύ νωρίς, για να μη φανείς ξενέρωτος. Αντίθετα, αν μπορείς να μείνεις μέχρι αργά, που θα έχουν μείνει τρεις κι ο κούκος και θα είναι πιο χαλαρή και παρεϊστικη η ατμόσφαιρα, ακόμα καλύτερα.

– Επιμύθιο: Στην επόμενη αντίστοιχη εκδήλωση στην οποία θα πρέπει να παραβρεθώ, θα χορέψω λάτιν, θα καπνίσω ό,τι υπάρχει διαθέσιμο, θα κάτσω σε καναπέ και θα φύγω τελευταίος. Ή, εναλλακτικά, δε θα κάνω τίποτα από αυτά και θα έχω τα ίδια, πενιχρά αποτελέσματα. Τι να κάνουμε, μερικοί από εμάς δε γεννηθήκαμε ικανοί να πλασάρουμε ούτε τον ίδιο μας τον εαυτό. Καθείς εφ’ώ ετάχθη, υποθέτω. Απλά δεν ξέρω ακόμα που ετάχθην εγώ.

Advertisements