Είναι πολύ παράδοξη γιορτή τα γενέθλια. Ο «εορτάζων» πρέπει να χαίρεται επειδή μεγάλωσε έναν ολόκληρο χρόνο μέσα σε μια μέρα, κάνοντας έτσι ένα ακόμα μεγάλο βήμα προς τον αναπόφευκτο τερματισμό. Σε αυτήν την ιδιόμορφη κούρσα αντοχής, κανένας δε θέλει να κόψει πρώτος το νήμα. Κι όμως, όταν κάποιος συμπληρώνει ακόμα ένα χιλιόμετρο, νιώθουμε την ανάγκη να του θυμίσουμε πόσο πιο κοντά στο τέλος βρίσκεται. Κι αυτό λέγεται «γιορτή». Είναι παράξενος ο κόσμος μας, έτσι;

Για την Κατερίνα, αυτή η μέρα δεν είχε τίποτα ιδιαίτερο. Ήταν απλά η μέρα που γεννήθηκε. Και μάλιστα, ήρθε σ’αυτόν τον κόσμο λαθραία: Ήταν ένα «ατύχημα». Από αυτά που κάνουν καμιά φορά οι γονείς και φορτώνουν τους εαυτούς τους και τους γύρω τους με νέους μπελάδες. Αλλά τους περισσότερους μπελάδες τους φορτώνεται το ίδιο το παιδί, και η Κατερίνα το ήξερε καλά αυτό. Τι να ήθελε να θυμάται, λοιπόν, από αυτήν τη μέρα; Ότι η ίδια η ύπαρξή της οφείλεται σε ένα λάθος που δε διορθώθηκε ποτέ; Αυτά τα πράγματα κανείς δε θέλει να τα θυμάται. Κι έτσι, η σημερινή μέρα, η μέρα των 25ων γενεθλίων της, ήταν γι’αυτήν μια μέρα σαν όλες τις άλλες.

Και ξεκίνησε όπως και όλες οι άλλες: Ζόρικο πρωινό ξύπνημα, γρήγορο ντύσιμο, πρόχειρο μέικ απ, καφές στα όρθια, μποτιλιάρισμα στο δρόμο, άφιξη στο γραφείο. Η Κατερίνα σιχαινόταν την καθημερινότητά της. Μικρή ονειρευόταν πως, όταν μεγάλωνε, θα ξυπνούσε όποτε ήθελε, θα ντυνόταν με χαρά, θα έτρωγε το πλούσιο πρωινό της και θα πήγαινε με τα πόδια στη δουλειά της, κάνοντας έναν ευχάριστο πρωινό περίπατο. Έπεσε έξω σε όλα. Και αυτό που την ενοχλούσε περισσότερο απ’όλα ήταν το αυτοκίνητο. Σιχαινόταν την οδήγηση. Ο πατέρας της σχεδόν την πήγε σηκωτή στη σχολή οδηγών προκειμένου να αρχίσει μαθήματα. Και τώρα ήταν σχεδόν εξαρτημένη από το αυτοκίνητό της, χωρίς να το θέλει.

Θα περίμενε κανείς ότι κάποιος θα θυμόταν τα γενέθλιά της και θα την έπαιρνε στο κινητό για να της ευχηθεί μία από εκείνες τις κοινότοπες ευχές, που της έφερναν ναυτία κάθε φορά που τις άκουγε. «Να ζήσεις», «να τα εκατοστήσεις», «να τα χιλιάσεις», «ό,τι επιθυμείς»…Αλλά αυτό δε συνέβη για δύο λόγους. Πρώτον, η Κατερίνα δεν είχε φίλους, ή τουλάχιστον όχι τόσο καλούς φίλους που να θυμούνται τα γενέθλιά της. Ίσως να της είχε στείλει κάποιος μήνυμα στο facebook, αλλά αυτά δε μετράνε, γιατί το facebook «μαρτυράει» την ημερομηνία γέννησης και άρα αυτός που σου στέλνει ευχές το κάνει πιθανότατα για διπλωματικούς λόγους και όχι επειδή το θυμήθηκε. Και δεύτερον, οι γονείς της Κατερίνας μπορεί να ήθελαν να ευχηθούν «Χρόνια πολλά» στο μικρό τους «ατύχημα», αλλά δεν θα τα κατάφερναν. Κι αυτό γιατί το κινητό της Κατερίνας βρισκόταν στο σπίτι, κοιμόταν ακόμα στο αναπαυτικό του κομοδίνο, αγκαλιά με το καλώδιο του φορτιστή του. Επίτηδες, φυσικά. Το τελευταίο πράγμα που ήθελε να ακούσει σήμερα ήταν οι καρμπονιζέ ευχές των γονιών της.

Στο γραφείο, τα πράγματα ήταν πολύ πιο απλά: Κανείς δεν ήξερε ότι σήμερα είχε τα γενέθλιά της – καθόλου παράξενο, μάλιστα κάποιοι από τους συναδέλφους της με δυσκολία θυμούνταν και το όνομά της. Η Κατερίνα σιχαινόταν τη δουλειά της όσο σιχαινόταν και την οδήγηση. Πάντα ήθελε η δουλειά της να είναι δημιουργική, να της διεγείρει τη φαντασία, να μπορεί να εκφράζεται μέσα από αυτήν. Αλλά πόσοι μπορούν να έχουν μια τέτοια δουλειά χωρίς να προσφέρουν «ειδικές υπηρεσίες» ή να βρίσκονται λίγο παραδίπλα στο γενεαλογικό δέντρο του διευθυντή, και να πληρώνονται γι’αυτήν; Πάντως η Κατερίνα δε συγκαταλέγεται σε αυτούς. Κι έτσι βολεύτηκε αναγκαστικά με μία βαρετή δουλειά, μία οκτάωρη απόπειρα αυτοκτονίας, που με το ζόρι κάλυπτε το νοίκι της και τα λιγοστά έξοδά της.

Φυσικά έμενε μόνη της, σε ένα ασφυκτικά μικρό διαμέρισμα στου Ζωγράφου. Αποκομμένη όσο γινόταν από τους γονείς της, χωρίς καμία παρέα πια από το σχολείο ή από το Πανεπιστήμιο, και με μόνη ανθρώπινη επαφή τον ψιλικατζή της γειτονιάς (για τσιγάρα) και τον διαχειριστή της πολυκατοικίας (για τα κοινόχρηστα). Μόνη, τελείως μόνη.

Γιατί τόσο μόνη, όμως; Ήταν επιλογή της ή απλώς έτυχε; Έφταιγε αυτή ή οι γύρω της; Της άρεσε ή όχι; Η αλήθεια είναι ότι ήταν από τη φύση της αντικοινωνική. Πιο καλά, αγοραφοβική. Ήταν από αυτήν την περίεργη πάστα ανθρώπων που αισθάνονται αμηχανία και δε λένε κουβέντα όταν βρίσκονται με φίλους, αλλά δεν έχουν κανένα πρόβλημα να αποκαλύψουν την ιστορία της ζωής τους σε έναν άγνωστο που μόλις γνώρισαν σε ένα τυχαίο chatroom. Αλλά δεν ήθελε να είναι και μόνη της. Και δεν την πείραζε τόσο η απουσία φίλων – αν και κατά βάθος ήθελε να έχει κάποια να παίρνει τηλέφωνο κάθε τόσο και να της λέει όλα της τα προβλήματα, αντί να τα κρατάει μέσα της και να της βαραίνουν την ψυχή. Όμως αυτό που πραγματικά χρειαζόταν ήταν ένας έρωτας. Ένας αληθινός έρωτας, όχι στυλιζαρισμένος σαν αυτούς στην τηλεόρααση, αλλά ούτε και αποτυχημένος σαν τους προηγούμενούς της. Δεν ήθελε έναν ιππότη με καλογυαλισμένη πανοπλία, αλλά ούτε και έναν κρετίνο που θα την παρατούσε στην πρώτη στραβή. Αλλά ήξερε ότι τέτοια τύχη έχουν ελάχιστοι άνθρωποι, και δεν πίστευε ότι θα μπορούσε ποτέ να λάβει πρόσκληση για το κλειστό κλαμπ τους.

Αυτή, λίγο-πολύ, ήταν η ζωή της Κατερίνας. Αν και η λέξη «ζωή» είναι λίγο υπερβολική για να περιγράψει κάτι τέτοιο. Ίσως ήταν ένα demo ζωής – αλλά και πάλι, τα demo συνήθως δείχνουν τα καλύτερα στοιχεία, ώστε να αγοράσεις την πλήρη βερσιόν. Και η Κατερίνα δε θα έδινε ούτε δεκάρα. Όμως, ακόμα και αυτές οι «ζωές», οι βαρετές, οι μίζερες, οι παθητικές, ακόμα κι αυτές έχουν τις εκπλήξεις και τις ανατροπές τους. Και για την Κατερίνα, η μέρα της ανατροπής ήταν η σημερινή. Η ασήμαντη μέρα των γενεθλίων της.

Τελειώνοντας τη δουλειά, η Κατερίνα μπήκε στο αυτοκίνητό της και πήρε τον δρόμο του γυρισμού. Είχε κίνηση πάλι. Και έβρεχε. Όλα της πήγαιναν τόσο τέλεια στραβά, που σχεδόν χαμογέλασε. Λίγα λεπτά αργότερα, σταμάτησε με αλάρμ έξω από ένα περίπτερο. Είχε ξεμείνει από τσιγάρα και, μετά από 8 ώρες αναγκαστικής ακαπνίας, λόγω της απαγόρευσης του καπνίσματος στη δουλειά της, δεν μπορούσε να περιμένει ούτε δευτερόλεπτο για την επόμενη τζούρα. Έβγαλε το κλειδί από τη μίζα και κλείδωσε το αυτοκίνητο – βέβαια, κανένας κλέφτης που σέβεται τον εαυτό του δεν θα καταδεχόταν να αγγίξει το σαραβαλάκι της, αλλά ποτέ δεν ξέρεις. Πήρε τα τσιγάρα της, πλήρωσε τον περιπτερά και μπήκε ξανά στο αυτοκίνητο. Γύρισε το κλειδί στη μίζα. Αντί για τον συνηθισμένο ήχο, ακούστηκε ένας κρότος, σαν ήχος πολυβόλου. Δοκίμασε ξανά, με τη μάταια και περήφανη ελπίδα του ανίκανου εραστή (να ξαναδοκιμάσουμε; ). Τίποτα. Δοκίμασε ξανά, ξανά και ξανά. Τίποτα.

Όταν το πήρε απόφαση ότι το αμάξι της δεν θα έπαιρνε μπροστά, ούρλιαξε από μέσα της – ήθελε να ουρλιάξει δυνατά, αλλά δεν ήθελε να γίνει το επίκεντρο της προσοχής. Ποτέ δεν ήθελε οι προβολείς να πέφτουν πάνω της, πόσο μάλλον τώρα. Βγήκε όσο πιο ψύχραιμα μπορούσε από το αυτοκίνητο, έκατσε σε ένα παγκάκι δίπλα από το περίπτερο και εγκαινίασε το νέο πακέτο τσιγάρα. Ήθελε να κάνει τρία τσιγάρα μαζί από τα νεύρα της, αλλά τελικά συμβιβάστηκε με ένα. Έβαλε το χέρι της στην τσέπη, ψάχνοντας το κινητό της, για να καλέσει την οδική βοήθεια. Δεν της πήρε πάνω από ένα δευτερόλεπτο για να θυμηθεί ότι το είχε αφήσει στο σπίτι. Ήθελε πάλι να ουρλιάξει, αλλά τελικά αρκέστηκε στο να πει από μέσα της: «Μπράβο, Κατερίνα. Σκατά τα’κανες πάλι».

Μόλις τέλειωσε το τσιγάρο της, η Κατερίνα πήγε στο περίπτερο και πήρε μια τηλεκάρτα. Είχε πάνω από πέντε χρόνια να χρησιμοποιήσει τηλεκάρτα, πίστευε πως τα καρτοτηλέφωνα σύντομα θα περνούσαν στην ισορία, όπου θα συναντούσαν τις λατέρνες, τις ατμομηχανές, τις βοϊδάμαξες και όλα αυτά τα απαρχαιωμένα. Αλλά να που σήμερα χρειαζόταν ένα. Και το βρήκε λίγο πιο κάτω. Περίμενε υπομονετικά την κυρία που μιλούσε ήδη στο τηλέφωνο, η οποία ωρυόταν έξαλλη σε κάποια άγνωστη γλώσσα, πιθανότατα βουλγάρικα ή ρώσικα. Μετά από ένα πεντάλεπτο, η κυρία ξεθύμανε, πήρε την κάρτα της κι έφυγε προς άγνωστη (και αδιάφορη) κατεύθυνση. Τη θέση της πήρε γρήγορα η Κατερίνα, που έβαλε την κάρτα στο μηχάνημα και πληκτρολόγησε τον αριθμό της οδικής ασφάλειας. Ο ευγενικός κύριος στην άλλη άκρη της γραμμής κράτησε τα στοιχεία της και της είπε ότι θα στείλουν γερανό όσο γίνεται πιο γρήγορα. Τον ευχαρίστησε και κατέβασε το ακουστικό. Πήρε την κάρτα της και ετοιμάστηκε να φύγει. Πριν κάνει, όμως, τη μεταβολή για να  φύγει, παρατήρησε ένα χαρτί που ήταν κολλημένο δίπλα στο τηλέφωνο. Το διάβασε, από καθαρή περιέργεια:

«Γεια σου. Με λένε Νίκο και είμαι μόνος. Πολύ μόνος. Τόσο μόνος, που γράφω αυτό το γράμμα, ελπίζοντας ότι κάποιος θα το βρει και θα μου τηλεφωνήσει. Έχω βαρεθεί τη μοναξιά, και δεν μπορώ να κάνω τίποτα γι’αυτό. Δεν έχω φίλους, μισώ τη δουλειά μου, δεν έχω καν ζωή. Δεν είναι φάρσα, μην το παίρνεις γι’αστείο. Θέλω να μιλήσω σε κάποιον, αλλά κανείς δε θέλει να με ακούσει. Ίσως κι εσύ να θες να μιλήσεις, αλλά δε σ’ακούει κανείς. Εγώ θέλω να σε ακούσω. Θέλω παρέα. Γι’αυτό, αν κι εσύ θέλεις παρέα, σε παρακαλώ τηλεφώνησέ μου στον αριθμό που βλέπεις.»

Ήταν ό,τι πιο παράξενο είχε δει στη ζωή της. Ποιος θα έγραφε σε έναν δημόσιο χώρο το τηλέφωνό του, ελπίζοντας ότι κάποιος θα του τηλεφωνήσει; Και πόσοι θα διάβαζαν ένα τέτοιο, μαραθώνιο γράμμα την ώρα που μιλούσαν στο καρτοτηλέφωνο; Και γιατί αυτός ο «Νίκος» δεν πήγαινε σε έναν ψυχολόγο (ή, ακόμα καλύτερα, σε έναν ψυχίατρο) να του πει ό,τι ήθελε; Της φάνηκε αστείο, και γύρισε για να φύγει.

Και τότε το ξανασκέφτηκε. Σε αυτή τη γαμημένη πόλη, που ο καθένας δεν ξέρει καν τον γείτονά του, που όλοι προσπαθούν να αποξενωθούν όσο το δυνατόν περισσότερο, σε αυτήν την πόλη της τεχνητής μοναξιάς, κάποιος προσπαθεί να βρει παρέα. Έστω και με έναν τόσο ανορθόδοξο τρόπο. Γύρισε και ξαναδιάβασε το γράμμα. Συνειδητοποίησε ότι ο «Νίκος» ήταν μια αρσενική Κατερίνα. Είχε ακριβώς τα ίδια προβλήματα με αυτήν, τις ίδιες σκέψεις. Περιέγραφε τη ζωή του ακριβώς όπως θα την περιέγραφε και αυτή.

Κοίταξε την κάρτα της. Είχε μείνει αρκετός χρόνος ομιλίας. Μετά κοίταξε προς το μέρος του αυτοκινήτου της. Ο γερανός θα αργούσε ακόμα να έρθει. Έκλεισε τα μάτια και σκέφτηκε: «Είμαι τρελή». Και μετά σήκωσε το ακουστικό και πληκτρολόγησε τον αριθμό του Νίκου.

Χτύπησε μία φορά. Χτύπησε δεύτερη. Και τρίτη. Σκέφτηκε να το κλείσει, σταματώντας την τρέλα εδώ. Εξάλλου, αν είχε τόσο ανάγκη για επικοινωνία, θα ήταν μόνιμα κολλημένος πάνω απ’το τηλέφωνο. Δεν πρόλαβε να χτυπήσει τέταρτη φορά. Μια νεανική ανδρική φωνή απάντησε: «Ναι;»

Η Κατερίνα ξαφνιάστηκε. Δεν είχε προετοιμαστεί για το τι θα του έλεγε, και ακολούθησε μια αμήχανη παύση.

«Ποιος είναι;», είπε πάλι η φωνή με παράπονο. «Πάλι φάρσα; Σας είπα, δεν είναι φάρσα, αλήθεια λέω…Γαμώτο…». ήταν έτοιμος να το κλείσει.

«Περίμενε!», φώναξε εκείνη την ώρα η Κατερίνα. Η φωνή ακούστηκε πάλι, ξαφνιασμένη: «Ποιος είναι;»

«Με λένε Κατερίνα. Είδα το γράμμα σου σε ένα καρτοτηλέφωνο και…και αποφάσισα να σου τηλεφωνήσω.»

Ακολούθησε άλλη μια παύση. Αυτή τη φορά, η Κατερίνα έσπασε τη σιωπή.

«Μήπως ενοχλώ; Δεν είναι κατάλληλη η ώρα;»

«Όχι, όχι, όχι, όχι!», είπε ενθουσιασμένος ο Νίκος. «Απλώς, δυσκολεύομαι να το πιστέψω!»

«Ποιο πράγμα;»

«Ότι τελικά κάποιος με πήρε στα σοβαρά. Ξέρεις πόσες φάρσες μου έχουν κάνει; Είναι φοβερό το πόσο κακοί μπορούν να γίνουν οι άνθρωποι μερικές φορές. Κανίβαλοι, κανονικοί.»

Η Κατερίνα δεν είπε τίποτα, αλλά συμφωνούσε απόλυτα.

«Πες μου, Κατερίνα, γιατί μου τηλεφώνησες;»

«Θέλεις την πραγματική απάντηση ή την διπλωματική;»

«Την πραγματική»

«Λοιπόν, χάλασε το αμάξι μου και μέχρι να έρθει ο γερανός είπα να ενδώσω στην περιέργειά μου και να δω ποιος είναι αυτός ο τύπος που μοιάζει τόσο πολύ με μένα»

«Είσαι κι εσύ μόνη;»

«Σαν το λεμόνι στην πορτοκαλάδα»

Ο Νίκος γέλασε.

«Ε, εγώ υποτίθεται ότι είμαι αυτός που λέει τα αστεία!»

«Μπα; Δε μου φάνηκε και πολύ αστείο το γράμμα σου…»

«Ναι, προφανώς δε με πήρες για να ακούσεις ανέκδοτα. Αλλά άμα θες σου λέω μερικά»

«Όχι, προτιμώ να μου πεις για σένα. Ποια είναι η ιστορία σου;»

«Είσαι σίγουρη ότι θες ν’ακούσεις την ιστορία της ζωής μου;¨

«Αν προλαβαίνεις μέχρι να έρθει ο γερανός, τότε ναι»

Ο Νίκος της τα είπε όλα. Για την παιδική του ηλικία, για τους εφηβικούς του έρωτες, για τη ρουτίνα της δουλειάς του, για την αδιάφορη ζωή του, για αυτήν την πόλη που όλοι τη μισούν αλλά κανένας δεν την αφήνει, για την αφόρητη μοναξιά του. Τα πάντα. Και μάλιστα σε λιγότερα από δέκα λεπτά. Και θα του έπαιρνε ακόμα λιγότερο, αν δεν σταματούσε κάθε τόσο για να σιγουρευτεί ότι η Κατερίνα βρισκόταν ακόμα στην άλλη άκρη της γραμμής και δεν είχε αποκοιμηθεί ή δεν είχε φύγει.

Όταν τελείωσε την ιστορία του, είπε: «Και τώρα η σειρά σου».

Η Κατερίνα δίστασε. «Δεν χρειάζεται», του είπε.

«Τι εννοείς δε χρειάζεται;»

«Δεν χρειάζεται να σου πω την ιστορία μου. Απλά πάρε τη δική σου ιστορία, και αντί για το όνομά σου βάλε το δικό μου»

«Με κοροϊδεύεις;», απάντησε δύσπιστα ο Νίκος.

«Καθόλου. Οι ιστορίες μας είναι σαν δύο παράλληλοι δρόμοι, που κάνουν την ίδια διαδρομή»

«Λες να βρούμε καμία διασταύρωση στον δρόμο;»

Η Κατερίνα γέλασε.

«Εντάξει, αρκεί να έχω προτεραιότητα»

Ο Νίκος σοβάρεψε.

«Αλήθεια τώρα, θέλεις;»

«Τι πράγμα;»

«Να συναντηθούμε»

Η Κατερίνα αιφνιδιάστηκε. «Δεν είναι λίγο νωρίς να συζητάμε κάτι τέτοιο;»

«Νωρίς; Μα είναι σαν να γνωριζόμαστε εδώ και χρόνια. Την ίδια ζωή έχουμε ζήσει».

Ήταν ένα μάλλον αδύναμο επιχείρημα.

«Μα αυτό είναι τρελό!», είπε η Κατερίνα.

«Ενώ το να τηλεφωνείς σε έναν άγνωστο και να μοιράζεσαι μαζί του την ιστορία της ζωής σου είναι φυσιολογικό;», απάντησε ο Νίκος. Και αυτό το επιχείρημα ήταν αισθητά πιο πειστικό.

«Θεέ μου, δεν το πιστεύω αυτό που κάνω…Και πού ξέρω εγώ ότι δεν είσαι κανένας μανιακός δολοφόνος;»

«Δεν το ξέρεις. Αλλά ρισκάρεις να μην το μάθεις;»

Η Κατερίνα σταμάτησε λίγο για να σκεφτεί τι εννοούσε. Πριν ολοκληρώσει τον συλλογισμό της, ο Νίκος της είπε: «Λοιπόν, σε δύο ώρες στο μετρό στο Πανεπιστήμιο, στην έξοδο «Εθνική Βιβλιοθήκη». Τι λες;»

«Δε γίνεται!», διαμαρτυρήθηκε η Κατερίνα, «ούτε καν σε ξέρω! Κι άλλωστε, δεν θα προλάβω να κάνω τίποτα, ούτε στο σπίτι δεν προλαβαίνω να πάω!»

«Δε με πειράζει», απάντησε ψύχραιμα ο Νίκος, «έλα όπως είσαι».

«Μα δε γίνεται! Είναι τρελό!»

«Κοίτα, εγώ σε δύο ώρες θα είμαι εκεί. Αν θέλεις, έλα. Αν πάλι δε θέλεις, μην έρθεις. Αλλά να ξέρεις ότι θα το μετανιώσουμε και οι δύο αν δεν έρθεις.»

Η Κατερίνα το σκέφτηκε.

«Δεν έχεις τίποτα να χάσεις», συνέχισε ο Νίκος. «Αν κάτι πάει στραβά, δεν έχω καν το τηλέφωνό σου για να σε πάρω, εσύ έχεις το δικό μου. Μην αφήσεις αυτήν την ευκαιρία να πάει χαμένη.»

Πριν προλάβει να απαντήσει η Κατερίνα, είδε τον γερανό να έχει σταματήσει πίσω από το αυτοκίνητό της με αναμμένα τα φώτα του.

«Πρέπει να κλείσω», είπε. «Ήρθε ο γερανός. Δεν ξέρω για το βράδυ»

«Εγώ, πάντως θα είμαι εκεί. Όπως και να’χεο, χάρηκα πολύ που μιλήσαμε. Αντίο.»

«Αντίο», είπε και η Κατερίνα και έκλεισε το ακουστικό. Περπάτησε γρήγορα προς τον γερανό, μην μπορώντας ακόμα να συνειδητοποιήσει τι είχε γίνει.

Ο μηχανικός ήταν σαφής: Η μπαταρία είχε αδειάσει. Την φόρτισε όσο μπορούσε και της είπε να οδηγήσει για τουλάχιστον μιάμιση με δύο ώρες, ώστε να μη μείνει ξανα μέχρι να πάει στο συνεργείο.

«Και πού να πάω για δύο ώρες;», αναρωτήθηκε φωναχτά η Κατερίνα.

«Ξέρω ‘γω, κάντε μια βόλτα», είπε αδιάφορα ο μηχανικός, πριν μπει βιαστικά στον γερανό και φύγει.

«Μια βόλτα». Δύο ώρες βόλτα; Ήταν πολλές. Και κοίτα σύμπτωση: Σε δύο ώρες ήταν και το άτυπο ραντεβού της με τον Νίκο. Η Κατερίνα δεν ήταν άνθρωπος που πίστευε στον Θεό, το κάρμα, το πεπρωμένο, τα ζώδια και τέτοια πράγματα, αλλά με κάτι τέτοιες συμπτώσεις όλοι μπαίνουν σε πειρασμό. Κι έτσι, αντίθετα με τη λογική της, αποφάσισε να πάει στο ραντεβού.

Μετά από περίπου μιάμιση ώρα άσκοπης περιπλάνησης στους δρόμους της Αθήνας, η Κατερίνα έφτασε στην Ακαδημίας. Πάρκαρε εκεί, πίσω από την αφετηρία των λεωφορείων, και άναψε τσιγάρο. Είχε άγχος. Θα συναντιόταν με έναν άγνωστο. Το σενάριο του μανιακού δολοφόνου τριγύριζε ακόμα στο μυαλό της, κι ας ήξερε ότι κάτι τέτοια συμβαίνουν μόνο στις ταινίες. Αλλά κι αν δεν ήταν δολοφόνος, σίγουρα θα ήταν περίεργος. Ένας «φυσιολογικός» άνθρωπος δεν κολλάει γράμματα στα καρτοτηλέφωνα. Ούτε κλείνει ραντεβού με κάποια που του μίλησε στο τηλέφωνο πριν δύο ώρες. Σκέφτηκε να φύγει, αλλά ήταν πια αργά. Εκεί που είχε φτάσει, θα ήταν ανώφελο να γυρίσει πίσω και να μη μάθει ποτέ τι θα συνέβαινε αν είχε μείνει εκεί.

Βγήκε από το αυτοκίνητο και κατευθύνθηκε προς το μετρό. Ήταν η ώρα. Καθώς πλησίαζε, κοιτούσε τα πρόσωπα γύρω της. Σκυθρωποί, κουρασμένοι, αμίλητοι άνθρωποι. Θα μπορούσαν να είναι αλλιώς;

Πριν περάσει το φανάρι για να φτάσει στην έξοδο «Εθνική Βιβλιοθήκη», κοίταξε τον κόσμο που ήταν μαζεμένος γύρω. Δυο-τρεις παρέες νεαρών, μία παρέα μεταναστών…και ένας νεαρός μόνος του. Θα’βαζε το χέρι της στη φωτιά ότι ήταν ο Νίκος. Τυλιγμένος σε ένα μαύρο μπουφάν, καθόταν στο πεζούλι και κοιτούσε προς τις κυλιόμενες σκάλες. Προφανώς, περίμενε ότι η «παρέα» του θα ερχόταν από εκεί. Λογικό, αφού υποτίθεται ότι το αυτοκίνητο της Κατερίνας ήταν στην εντατική.

Η Κατερίνα πέρασε το φανάρι και τον πλησίασε. Τον κοίταξε αμήχανα. Αυτός δεν είχε καν αντιληφθεί την παρουσία της.

«Νίκο;», είπε διστακτικά.

Ο νεαρός σήκωσε αμέσως το βλέμμα του και την κοίταξε. Κοίταζε έκπληκτος το πρόσωπό της για αρκετά δευτερόλεπτα, μέχρι να καταφέρει να ψελλίσει ένα «Κατερίνα;».

Χαμογέλασαν και οι δύο ταυτόχρονα. Ο Νίκος σηκώθηκε και της πρότεινε να πάνε σε ένα μπαράκι στα Εξάρχεια. Η Κατερίνα δεν είχε λόγο να αρνηθεί. Το σενάριο του μανιακού δολοφόνου έμοιαζε να απομακρύνεται.

Σε όλη τη διαδρομή, ο Νίκος και η Κατερίνα μιλούσαν. Έλεγαν όλα αυτά που κρατούσαν τόσο καιρό μέσα τους, αλλά δεν μπορούσαν να βρουν κανένα που να θέλει να τους ακούσει. Επιτέλους, είχαν βρει κι οι δύο έναν καλό ακροατή, έναν άνθρωπο που να τους καταλαβαίνει. Πριν καν φτάσουν στο μπαράκι, είχαν ήδη καταλάβει ότι είχαν πολλά κοινά και υπήρχε χημεία ανάμεσά τους.

Για να μην τα πολυλογούμε, στο μπαράκι συνέχισαν να μιλάνε, και να μιλάνε, και να μιλάνε. Και όταν έφυγαν από το μπαράκι, στο δρόμο μιλούσαν. Και την επόμενη μέρα, η Κατερίνα έκανε την άρρωστη και δεν πήγε στη δουλειά, και όλο το πρωί μιλούσαν στο τηλέφωνο. Και το απόγευμα συναντήθηκαν ξανά, και μιλούσαν. Και το βράδυ πήγαν στο σπίτι της Κατερίνας – και επιτέλους σταμάτησαν να μιλάνε.

Και ζήσανε αυτοί καλά (;) κι εμείς καλύτερα (;).

Με άλλα λόγια, εκείνη τη μέρα η Κατερίνα πήρε το καλύτερο δώρο για τα γενέθλιά της. Ποιος της το έκανε; Δε θα το μάθουμε ποτέ. Αυτό που μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα είναι πως, από δω και πέρα, θα γιορτάζει πάντα τα γενέθλιά της…

ΤΕΛΟΣ

(Υ.Γ.: Συγνώμη για το «σεντόνι»)
(Υ.Γ.2: Συγνώμη για την απότομη αλλαγή ύφους)
(Υ.Γ.3: Συγνώμη που κατάντησα το blog μου Άρλεκιν)
(Υ.Γ.4: Σύντομα οι συνέχειες: «Η Ανεπιθύμητη Εγκυμοσύνη της Κατερίνας», «Το Διαζύγιο της Κατερίνας» και «Η Απόπειρα Αυτοκτονίας της Κατερίνας». Σας έχω πει ότι μου τη δίνουν τα χάπι εντ, έτσι; )
(Υ.Γ.5: Τελικά έπρεπε να τον έχω βγάλει μανιακό δολοφόνο στο τέλος. Θα είχε shock effect.)

Advertisements