Δεν ξέρω αν είναι κάτι που συμβαίνει σε όλους (υποθέτω ότι συμβαίνει σε όλους, αλλά ακόμα κι έτσι να είναι, δε με παρηγορεί και πολύ): Διανύω περίοδο κρίσης. Κρίσης όχι δημιουργικής, ούτε οικογενειακής, ούτε νευρικής, ούτε τύπου Μακρόπουλου. Είναι κρίση ωριμότητας. Φυσικά, τέτοια ορολογία δεν υπάρχει, αλλά δεν ξέρω πώς αλλιώς να την ονομάσω.

Γενικά είμαι άνθρωπος που οι περισσότεροι που με γνωρίζουν θα χαρακτήριζαν ‘η χαρά της ζωής’. Βέβαια, επίσης θα με χαρακτήριζαν και ‘ξεροκέφαλο’, ‘ξεμυαλισμένο’, ‘επιπόλαιο’, ‘αναίσθητο’. Αλλά για χάρη αυτού του pοst ας κρατήσουμε τον πρώτο χαρακτηρισμό – με τους υπόλοιπους θα ασχοληθώ όταν θα έχω πιο γουντιαλενική διάθεση, όταν θα θέλω να παίξω με τις νευρώσεις μου.

Τέλος πάντων, από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου ήμουν όντως χαρούμενο παιδί. Ίσως με ένα διάλειμμα στο Γυμνάσιο, όταν περνούσα το μεταβατικό στάδιο από την παιδική ηλικία στην εφηβεία – εντάξει, δεν ήμουν και emο. Απλώς έγραφα ασταμάτητα στίχους και άκουγα τραγούδια για το πόσο χάλια είναι ο κόσμος, έβριζα θεούς και δαίμονες κάθε πρωί που ξυπνούσα και αναρωτιόμουν ποιο ήταν το νόημα της βαρετής ζωής μου. Αλλά αυτή ήταν απλώς μία ‘φάση’. Και, διόλου συμπτωματικά, είναι ακριβώς η ίδια με αυτήν που περνάω αυτόν τον καιρό.

Ποιο είναι το κοινό στοιχείο μεταξύ αυτών των δύο ‘φάσεων’; Ότι και στις δύο περιπτώσεις πρόκειται για μεταβατικές περιόδους. Τότε ήταν η μετάβαση από την παιδική ηλικία στην εφηβεία, τώρα η μετάβαση από την εφηβεία στην ενηλικίωση. Λέτε να άργησα λίγο;

Ούτε κι αυτό όμως είναι συμπτωματικό. Πάντα πίστευα πως δε θα μεγαλώσω ποτέ. Προσοχή: Όχι ότι δε θα γεράσω ποτέ (αν και κατά βάθος κι αυτό το πίστευα, γιατί περίμενα ότι θα πέθαινα νέος, αλλά είμαι 25 και ζω ακόμα). Αλλά ότι δε θα ωριμάσω ποτέ. Ότι δε θα γίνω ποτέ ‘μεγάλος’. Ότι θα είμαι για πάντα παιδί.

Αν είσαι όσο αισθάνεσαι, τότε τον τελευταίο καιρό αισθάνομαι σαν υπεραιωνόβιος παππούς που, βυθισμένος στην προπολεμική του πολυθρόνα, πιστεύει ότι τα’χει δει όλα και βαριέται να ζήσει. Αρκετές φορές όλα αυτά τα χρόνια έχω νιώσει κάπως έτσι, αλλά ποτέ για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα.

Θα έχετε καταλάβει κι εσείς, φαντάζομαι, πως η μετάβαση από τη μία φάση στην άλλη δε γίνεται με κάποιον μαγικό τρόπο, δεν έρχεται στον ύπνο σου μια νεράιδα να σε χτυπήσει με το ραβδάκι της και να σου πει ‘τώρα είσαι μεγάλος’ (αν και μέχρι κάποια ηλικία το σκεφτόμουν σαν ενδεχόμενο, ότι υπάρχει μια τέτοια νεράιδα και όλοι το κρατάνε κρυφό για να μη μου χαλάσουν την έκπληξη). Ωστόσο, πιστεύω ότι ανακάλυψα το μοναδικό εκείνο στοιχείο που, άλλες φορές απότομα, άλλες με το μαλακό, σε σέρνει από την εφηβεία στον κόσμο των ‘μεγάλων’. Δεν είναι το σεξ, δεν είναι ο συμβιβασμός, δεν είναι το πτυχίο, δεν είναι η δουλειά, δεν είναι το αυτοκίνητο. Είναι η κατάργηση της αμφιβολίας.

Ο κόσμος των παιδιών είναι γεμάτος απορίες και αμφιβολίες. Δεν ξέρουν ακόμα τον κόσμο γύρω τους και προσπαθούν να τον γνωρίσουν. Επιπλέον, όταν δύο παιδιά τσακώνονται για το αν το σουτ που έκανε ο Γιαννάκης ήταν γκολ ή άουτ, πάντα το ένα από τα δύο θα υποχωρήσει, αφενός γιατί κατά βάθος θα νιώθει ότι μπορεί το άλλο παιδί να έχει δίκιο, αφετέρου επειδή θέλει να συνεχιστεί το παιχνίδι. Όταν δύο ‘μεγάλοι’ τσακώνονται για το αν ο φράχτης του ενός έχει μπει μισό εκατοστό στο οικόπεδο του άλλου, κανένας από τους δύο δεν πρόκειται να υποχωρήσει. Θα πάνε στα δικαστήρια, θα βγει απόφαση, ο χαμένος θα κάνει έφεση, θα ξαναπάνε στα δικαστήρια, ο χαμένος θα κάνει έφεση, και ούτω καθεξής. Και γιατί όλα αυτά; Επειδή και οι δύο είναι απολύτως βέβαιοι ότι έχουν δίκιο. Καμία αμφιβολία.

Ο έφηβος έχει ακόμα περισσότερες αμφιβολίες. Όσο περισσότερο γνωρίζεις τον κόσμο, τόσο περισσότερο αμφιβάλλεις γι’αυτόν. Τουλάχιστον μέχρι να πιστέψεις ότι τον ξέρεις τόσο καλά, ώστε τα ξέρεις όλα. Αυτή η διαδικασία νομίζω ότι λέγεται ενηλικίωση.

Και αυτό ακριβώς είναι που μου συμβαίνει. Έχει καιρό που άρχισε αυτή η διαδικασία, αλλά εγώ το συνειδητοποίησα αυτές τις μέρες. Πριν έναν χρόνο, ας πούμε, είχα εφηβική νοοτροπία. Πίστευα ότι δεν υπάρχει Θεός, αλλά αμφέβαλλα. Πίστευα ότι όλα τα κόμματα είναι ίδια, αλλά αμφέβαλλα. Πίστευα ότι ο άνθρωπος έχει έμφυτη την τάση να εκμεταλλεύεται προς όφελός του τα πάντα γύρω του, από το περιβάλλον μέχρι και τους ϊδιους τους συνανθρώπους του, αλλά αμφέβαλλα. Πίστευα ότι δεν υπάρχει Άη-Βασίλης…καλά, γι’αυτό δεν αμφέβαλλα.

Και σήμερα; Σήμερα είμαι βέβαιος ότι δεν υπάρχει Θεός, βέβαιος ότι όλα τα κόμματα είναι ίδια, βέβαιος για την έμφυτη τάση του ανθρώπου να εκμεταλλεύεται τους πάντες και τα πάντα γύρω του, και φυσικά βέβαιος ότι δεν υπάρχει Άγιος Βασίλης. Αν και, μεταξύ μας, αν για κάποιο από τα παραπάνω διατηρώ μια ελάχιστη αμφιβολία, είναι η ύπαρξη του Άη Βασίλη. Κι αν υπάρχει, αλλά τον κρατούν φυλακισμένο σε κάποιο σκοτεινό υπόγειο οι εταιρείες παιχνιδιών για να έχουν το μονοπώλιο στη χριστουγεννιάτικη αγορά; Άσε που χθές με έκανε και fοllοw στο Τwitter.

Αυτό που θέλω να πω είναι ότι το τέλος της αμφιβολίας είναι και το τέλος της αθωότητας. Όταν κάποιος πιστέψει πως τα ξέρει όλα, αρχίζει να σκέφτεται πονηρά: Πώς θα εκμεταλλευτεί τις γνώσεις του προς όφελός του; Πώς θα βγει ‘από πάνω’; Πώς θα ρίξει τη γκόμενα στο μπαρ;

Δε θέλω ρε γαμώτο να γίνω ‘μεγάλος’, αλλά φοβάμαι πως η διαδικασία είναι μη αναστρέψιμη. Αισθάνομαι σαν επιβάτης χαλασμένου αεροπλάνου που πέφτει με ιλιγγιώδη ταχύτητα προς το μέρος μιας βουνοπλαγιά: Ξέρω ότι το τέλος είναι αναπόφευκτο, αλλά ελπίζω ότι μπορεί και να γλιτώσω. Και αυτή η ελπίδα είναι μάλλον το τελευταίο αχνό κομμάτι αμφιβολίας που μου έχει απομείνει.

Για πάντα παιδί; Όχι πια. Καλωσήρθα στον κόσμο των ‘μεγάλων’. Τουλάχιστον μέχρι να βρω μια έξοδο από αυτόν. Έστω και έξοδο κινδύνου.

Advertisements