Μου έλειψε η φετινή προεκλογική περίοδος. Παρακολουθούσα πάντα τις προεκλογικές περιόδους από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, δηλαδή από τότε που η μάνα μου με τραβολογούσε στις συγκεντρώσεις του Ανδρέα Παπανδρέου και οι αφίσες στους δρόμους έγραφαν «0+0=14» και με μπέρδευαν, καθώς μόλις είχα αρχίσει να μαθαίνω αριθμητική. Φέτος δεν μπόρεσα να την παρακολουθήσω πολύ, λόγω δουλειάς, κι έτσι δεν μπόρεσα να γράψω και τα καθιερωμένα προεκλογικά μου posts, όπως έκανα τα τελευταία χρόνια.

Σήμερα, λοιπόν, νιώθω την ανάγκη να γράψω ένα πολιτικό post. Να γράψω πράγματα που θεωρώ λίγο-πολύ αυτονόητα, όμως οι περισσότεροι φαίνεται πως τα αγνοούν, ή απλά δεν τα συμμερίζονται. Να γράψω για το πώς βλέπω εγώ την πολιτική, τους πολιτικούς και τις εκλογές.

Ας ξεκινήσουμε με κάτι δεδομένο: Αν οι εκλογές μπορούσαν να αλλάξουν κάτι, θα ήταν παράνομες. Και ο λόγος που δεν μπορούν να αλλάξουν κάτι δεν είναι μόνο επειδή δεν υπάρχουν τα πρόσωπα που θα φέρουν την αλλαγή, αλλά επειδή, ακόμα και να υπήρχαν, δεν θα τα ψήφιζε κανείς. Το πρόβλημα, δηλαδή, δεν είναι μόνο πολιτικό, αλλά και κοινωνικό. Με πιο απλά λόγια, έχουμε τους πολιτικούς που μας αξίζουν. Κι αυτό επειδή εμείς οι ίδιοι τους ψηφίζουμε.

Από τη μία πλευρά, λοιπόν, έχουμε τους πολιτικούς. Οι σημερινοί πολιτικοί είναι η κατάντια ενός πολιτικού συστήματος, της λεγόμενης δημοκρατίας, που πλέον έχει φθαρεί τόσο βαθιά, που έχει μεταλλαχθεί σε κάτι άλλο. Πείτε το οικογενειοκρατία, διαπλοκοκρατία, οχλοκρατία, πείτε το όπως θέλετε. Αλλά δημοκρατία δεν είναι.

Οι πολιτικοί, όπως και οι δημοσιογράφοι και οι δικηγόροι, αρχικά εμφανίστηκαν στην ανθρώπινη ιστορία για να υπηρετήσουν έναν πολύτιμο σκοπό: Τη διακυβέρνηση μιας χώρας (στην περίπτωση της δημοσιογραφίας, ο στόχος ήταν η ενημέρωση των πολιτών, ενώ στην περίπτωση της δικηγορίας η δικαιοσύνη). Με τα χρόνια, όμως, η πολιτική εξελίχθηκε στην τέχνη του να λες ψέματα με όσο το δυνατόν πιο πειστικό τρόπο (και, τι σύμπτωση, το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και στη δημοσιογραφία και τη δικηγορία, που ειρήσθω εν παρόδω αποτελούν τις καλύτερες βάσεις για να γίνει κάποιος πολιτικός – σύμπτωση; Μπα…). Έτσι, σήμερα οι πολιτικοί κοιτάνε μόνο το δικό τους συμφέρον, βάζοντας σε δεύτερη μοίρα το κοινό καλό.

Θα μου πείτε «δεν είναι όλοι έτσι, υπάρχουν και καλοί πολιτικοί». Φυσικά υπάρχουν και καλοί πολιτικοί, όπως υπάρχουν καλοί λαθρέμποροι όπλων, καλοί νταβατζήδες και καλοί σχιζοφρενείς δολοφόνοι με πριόνια. Αλλά, όπως γίνεται συνήθως σε αυτές τις περιπτώσεις, το 99% βγάζει το κακό όνομα στο υπόλοιπο 1%. Κρίμα.

Αλλά να λέμε την αλήθεια: δε φταίνε αποκλειστικά οι πολιτικοί γι’αυτό που γίνεται. Η εξουσία τρελαίνει τον άνθρωπο, όσες αντοχες κι αν έχει. Στην καλύτερη περίπτωση, ένα στέλεχος της κυβέρνησης θα υπεξαιρέσει τα μισά λεφτά που μπορεί, και θα διαθέσει τα άλλα μισά για τους πολίτες. Στη χειρότερη, θα τα κρατήσει όλα. Κανείς δεν θα τα δώσει όλα για τον λαό του, τον ίδιο λαό που υποκριτικά αποθεώνει πριν τις εκλογές. Έτσι, βλέπουμε συχνά πολιτικούς να υπόσχονται διαφάνεια, σεμνότητα και ταπεινότητα, και μετά από λίγα χρόνια βλέπουμε Βατοπέδια, Χρηματιστήρια και Μίζενς. Κι αυτό γιατί είναι πρακτικά αδύνατον να έχεις το μέλι στα δάχτυλά σου και να μην το γλείψεις.

Βέβαια, η διαφθορά στην πολιτική δεν ξεκίνησε ούτε με τη Siemens, ούτε με τις υποκλοπές, ούτε καν με τους υδραυλικούς του Νίξον. Η διαφθορά υπάρχει από τότε που υπάρχει και η πολιτική, όμως τώρα πια η κατάσταση έχει εκτραχυνθεί τελείως. Εις οιωνός άριστος, αμύνεσθαι για την πάρτη σου. Αυτό είναι η πολιτική σήμερα.

Τα στελέχη των μικρότερων κομμάτων είναι πολύ λιγότερο διεφθαρμένα από αυτά των δύο μεγάλων κομμάτων, ακριβώς επειδή δεν έχουν καμία εξουσία. Τα μικρότερα κόμματα είναι σαν τις μικρομεσαίες ομάδες στο ποδόσφαιρο, που είναι ικανοποιημένες με μια αξιοπρεπή θέση στο πρωτάθλημα, άντε το πολύ-πολύ να βγουν και στην Ευρώπη. Συνήθως τους αρκεί να γλιτώσουν τον υποβιβασμό. Δεν πάνε για πρωτάθλημα, και γι’αυτό μπορούν ανέξοδα να υπόσχονται τα πάντα και να διεκδικούν οτιδήποτε – απλά, όταν αυτό το οτιδήποτε δεν έρθει, θα μπορούν να λένε ότι «τουλάχιστον προσπάθησαν», και θα υπερηφανεύονται στα διαφημιστικά τους φυλλάδια ότι «κατέθεσαν 26.000 ερωτήσεις και επερωτήσεις στη Βουλή» (που όλες απορρίφθηκαν ή, απλώς, αγνοήθηκαν). Αυτή είναι η δουλειά τους, να κοντράρουν την κυβέρνηση με την ελάχιστη ισχύ τους, να αποτυγχάνουν, και μετά να υπερηφανεύονται γι’αυτό. Πιστεύετε ότι αν ένα τέτοιο κόμμα ανερχόταν στην εξουσία δεν θα έκανε τα ίδια λάθη με τα μεγάλα κόμματα; Για σκεφτείτε το λίγο…

Ένα άλλο εγχώριο πρόβλημα είναι τα λεγόμενα «τζάκια». Για να εκλεγεί σήμερα κάποιος πρωθυπουργός δεν χρειάζεται να έχει πρόγραμμα, ρητορική ικανότητα ή χαρισματική προσωπικότητα. Αρκεί να λέγεται Καραμανλής ή Παπανδρέου. Άντε και Μητσοτάκης. Και αν αυτό θεωρητικά δεν είναι και ΤΟΣΟ κακό (με την έννοια ότι κάτι θα έχει πάρει, ρε παιδί μου, από τον πατέρα του ή από τον θείο του το παιδί), στην Ελλάδα είναι. Γιατί αυτοί που φέρουν τα πιο «βαριά» ονόματα, είναι και αυτοί που μοιάζουν να καταρρίπτουν την θεωρία της εξέλιξης των ειδών του Δαρβίνου: Κάθε γενιά βγαίνει όλο και χειρότερη. Επιπλέον, είναι περίεργο που συμβαίνει κάτι τέτοιο στην Ελλάδα: Αν μας άρεσε τόσο πολύ η κληρονομική εξουσία, γιατί διώξαμε τον βασιλιά;

Εκεί που οι πολιτικοί πιάνουν πάτο, είναι στις προεκλογικές συζητήσεις. Θυμίζουν παιδάκια πρώτης δημοτικού:

– Κυρία, κυρία, ο Γιωργάκης έχει κρυφή ατζέντα για την οικονομία!

– Ψέματα λέει, κυρία! Αυτός προκάλεσε έλλειμμα εκατομμυρίων!

– Κυρία, αυτός το ξεκίνησε το έλλειμμα, δε φταίω εγώ!

– Ναι, αλλά οι χειρισμοί του Κωστάκη έφτασαν την κατάσταση στο απροχώρητο, κυρία!

– Ψέματα λέει, κυρία, εγώ παρέλαβα καμένη γη!

Αν όντως μιλούσαμε για τάξη πρώτης δημοτικού, η δασκάλα θα έδιωχνε τον Κωστάκη και τον Γιωργάκη από την τάξη και θα τους έστελνε στον διευθυντή. Γιατί δεν κάνουμε κι εμείς το ίδιο;

Και εδώ είναι που μπαίνει ο δεύτερος παράγοντας των εκλογών: Οι ψηφοφόροι. Γιατί θα ήταν πολύ εύκολο να ρίξουμε τις ευθύνες στους πολιτικούς, όμως δε φταίνε μόνο αυτοί. Φταίμε και εμείς οι ίδιοι, και η οπισθοδρομική νοοτροπία μας. Οι πολιτικοί δεν πρόκειται να αλλάξουν, εμείς όμως ΠΡΕΠΕΙ να αλλάξουμε. Και τότε ίσως να αλλάξουν και οι πολιτικοί.

Η νοοτροπία της πλειοψηφίας των ψηφοφόρων είναι τραγική. Ψηφίζουν το ένα από τα δύο μεγάλα κόμματα, απογοητεύονται από αυτό, και στις επόμενες εκλογές πηγαίνουν και ψηφίζουν το άλλο μεγάλο κόμμα, και περιμένουν να αλλάξει κάτι. Λες και τα άλλα κόμματα είναι απλώς διακοσμητικά. Οι ψηφοφόροι αισθάνονται, προφανώς, την ανάγκη να πηγαίνουν με το ρεύμα και να ψηφίζουν ένα κόμμα εξουσίας, όποιο τους φαίνεται εκείνη την εποχή καλύτερο. Και αγνοούν τα μικρότερα κόμματα, με το σκεπτικό ότι δεν πρόκειται να ανέβουν στην εξουσία, και επομένως η ψήφος τους σε αυτά θα πήγαινε χαμένη.

Μα δεν καταλαβαίνουν αυτοί οι άνθρωποι ότι τα δύο μεγάλα κόμματα είναι ίδια; Δεν καταλαβαίνουν ότι τα συμφέροντά τους ενδεχομένως να εξυπηρετούνται καλύτερα από ένα μικρό κόμμα;

Ίσως και να το καταλαβαίνουν. Αλλά δεν τους πολυνοιάζει. Γιατί κανένας βουλευτής μικρού κόμματος δε θα «βολέψει» το παιδί κάποιου ψηφοφόρου, ούτε θα «μεσολαβήσει» για να έχει αυτός καλύτερη μεταχείριση. Είναι απίστευτο το πόσοι άνθρωποι ψηφίζουν με τέτοια κριτήρια. Όταν διάβαζα στο Λύκειο ότι ο Τρικούπης και ο Δηλιγιάννης, στα τέλη του 19ου αιώνα, βόλευαν τους «ημέτερους» στο Δημόσιο, νόμιζα ότι αυτή η εποχή ήταν πολύ μακριά, Αλλά φαίνεται πως δεν έχουν αλλάξει και πολλά από τότε.

Αυτό που μου κάνει ιδιαίτερη εντύπωση είναι οι φανατικοί οπαδοί των κομμάτων, που συμπεριφέρονται σαν πολιτικοί χούλιγκανς. Γιατί να αφοσιωθεί κάποιος τόσο πολύ σε ένα πολιτικό κόμμα; Τι μπορεί να του έχει προσφέρει, ώστε να τον έχει κάνει τόσο φανατισμένο; Τι αποκομίζουν όλοι αυτοί που πηγαίνουν από εκδήλωση σε εκδήλωση και ακούνε τα ίδια κούφια λόγια και τις ίδιες προεκλογικές υποσχέσεις; Εντάξει, κάποτε υπήρχε ένας Κωνσταντίνος Καραμανλής και ένας Ανδρέας Παπανδρέου. Τότε ήταν λογικό να υπάρχουν οπαδοί τους. Αλλά σήμερα, με τέτοιο έλλειμμα ηγετικών προσωπικοτήτων, γιατί να ακολουθείς φανατικά ένα κόμμα;

Είναι ευθύνη όλων μας να ψηφίζουμε με αντικειμενικά κριτήρια το κόμμα και τον υποψήφιο που θεωρούμε καλύτερο για τη χώρα, και όχι αυτόν που θα μας βολέψει στο Δημόσιο. Αν εμείς οι ίδιοι εκμεταλλευόμαστε έτσι την μία μόλις ψήφο που έχουμε στα χέρια μας, πώς περιμένουμε να είναι σωστοί απέναντί μας οι πολιτικοί, που έχουν στα χέρια τους μια ολόκληρη χώρα;

Από τη μία, λοιπόν, οι πολιτικοί, κι από την άλλη οι ψηφοφόροι. Και στη μέση; Τα ΜΜΕ. Τα οποία ανεβάζουν και κατεβάζουν κυβερνήσεις από μόνα τους. Ο σκιώδης ρόλος τους σε κάθε εκλογική αναμέτρηση δίνει πόντους σε κάποιους και τους αφαιρεί από κάποιους άλλους. Και φυσικά τίποτα δε γίνεται τυχαία.

Και το αποκορύφωμα είναι οι περίφημες δημοσκοπήσεις. Οι οποίες κάποτε χρησίμευαν για να δούμε την άποψη των απλών πολιτών για θέματα επικαιρότητας, αλλά σήμερα χρησιμοποιούνται ως μέσα χειραγώγησης της κοινής γνώμης. Γιατί αν ένας ψηφοφόρος έχει αποφασίσει ότι δε θα ψηφίσει το Χ κόμμα επειδή τον απογοήτευσε, αλλά βλέπει ότι στην τελευταία δημοσκόπηση τα ποσοστά του έχουν πέσει δραματικά, σίγουρα θα μπει στον πειρασμό να «συσπειρωθεί» και να ξαναψηφίσει το ίδιο κόμμα, και είναι πολύ πιθανό να το κάνει. Και καλά να ήταν μια-δυο δημοσκοπήσεις το μήνα, αλλά πλέον έχουμε καμιά δεκαριά τη βδομάδα. Θεωρώ καλή ιδέα την απαγόρευση των δημοσκοπήσεων φέτος. Ο ψηφοφόρος δεν πρέπει να ξέρει τι θα ψηφίσουν οι άλλοι, ώστε να ψηφίσει απερίσπαστα και αντικειμενικά. Οι δημοσκοπήσεις καταπατούν αυτήν την αρχή, και επομένως δε μου έχουν λείψει καθόλου.

Λοιπόν, νομίζω ότι τα έγραψα όλα. Αν όχι, θα επιστρέψω με συνέχεια. Το μόνο σίγουρο είναι ότι σήμερα ξαλάφρωσα. Ψέματα, υπάρχει και κάτι άλλο σίγουρο: Όποιο και να είναι σήμερα το αποτέλεσμα, το 99% των πραγμάτων στην Ελλάδα θα μείνει ίδιο κι απαράλλαχτο.

Εύχομαι να ρίξατε την ψήφο σας εκεί που σας οδήγησε η συνείδησή σας (και όχι η τσέπη σας), και εύχομαι να μην χτυπάτε το κεφάλι σας σε ένα-δυο χρόνια, όπως όλοι αυτοί που ψήφισαν ΝΔ στις προηγούμενες εκλογές.

Καλή εκλογική βραδιά σε όλους!

Advertisements